Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου

Μετά την έκδοση του ΑΜΠ δεν έχω γράψει για τα βιβλία που έχω διαβάσει/διαβάζω· λίγο το ευτυχισμένο χάος των ημερών, λίγο η δυσκολία του μπες-βγες στα λογοτεχνικά σύμπαντα; Δεν ξέρω. Ωστόσο, όπως με πολλά ζητήματα, έτσι κι εδώ: υπάρχουν βιβλία που δεν αιτούνται, αλλά απαιτούν την προσοχή σου. Σαν αυτά τα επιτραπέζια στρατηγικής που έχουν φτιαχτεί για να ‘χουν παρέες από ημίμουρλους να τα αναλύουν.

Βγαίνοντας λοιπόν από τον φτερωτό λαβύρινθο της ΜΞ, καβάλα στη σφίγγα, συνειδητοποιείς πως είσαι κουτσουλισμένη από την κορυφή ως τα νύχια- γούρι λένε. Κοιτάς τα χέρια σου, φτερωτά είναι, κολλάνε τα πούπουλά σου από το μέλι του Ροδάκη. Πας να διαμαρτυρηθείς, αντί λέξεων βγαίνει ένα απαίσιο κρώξιμο. Τέλος πάντων.

Τι να πει κάνεις για τους λαβυρίνθους; You are supposed to get lost – δεν χρειάζεται να τα καταλάβεις όλα. Πολλές φορές ούτε ο λαβύρινθος δεν ξέρει όλα του τα μυστικά του. Μιλάς μόνο για το μονοπάτι που πήρες εσύ και γενικά έτσι πορεύεσαι στη ζωή: σε μερικά ζητήματα λειψός, παλεύοντας με τον εγωισμό σου να μη το κάνεις θέμα.

Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν, ήτανε το Νιόφυτο, μια καταραμένη Ατλαντίδα, που ονειρευόταν να καταστραφεί. Κι όλο ολισθαίνει. Και οι κάτοικοί του δεν θα αποφύγουν τη συνεχή χάλαση, που έρχεται ξανά και ξανά με τόσους τρόπους: Σαν αυτές τις ιστορίες που σου δίνουν διαφορετικές επιλογές ανάγνωσης, ανάλογα με το τι θα διαλέξεις. Η ΜΞ αναδύει τις επιλογές και τις σφάζει εν τη γενέσει, για δικούς της λόγους.

Επί δεκατρείς μέρες έβρεχε στο Νιόφυτο. Ε και; Μάλλον επειδή είμαστε όντα με όρια, όλα κάπως πρέπει να ξεκινήσουν, και όλα κάπως πρέπει να τελειώσουν. Άρα κόβουμε ένα μικροσκοπικό κομμάτι, μια φέτα από το σύμπαν, και παλεύουμε σε όλη τη ζωή μας να την ορίσουμε.

Εμείς πάντως, παρακολουθούμε τις τρεις γενιές Ραγκουδαίων, ως άλλο οικογενειακό έπος, σα να λέμε Γιοι και εραστές του Λόρενς. Ο κακός, δεσποτικός Λουκάς, που ενσαρκώνει μια τυπική αρχή της κατάρας, ο γιος του που τον γυρνάει πίσω στο Νιόφυτο, τιμωρημένα ακρωτηριασμένο, ο μικρός Ιάκωβος που φεύγει μακριά και τέλος το φτερωτό αγόρι, ο Αδαμάντιος, ο καλλιγράφος των γλυπτών πουλιών. Η πιο ενδιαφέρουσα μορφή είναι η θεραπεύτρια – επισκέπτρια – μυστήρια μπλεμαύρη γυναίκα, που κρατάει τον λογαριασμό αίματος, υπολογίζοντας τα μακάβρια λογιστικά του σύμπαντος των Ραγκουδαίων, ως σημείο αναφοράς, ως καταγραφή των μύθων και των θρύλων ενός τόπου.

Όσο αυτά συμβαίνουν, συμβαίνουν κι άλλα πολλά, όπως συνηθίζεται άλλωστε, ακόμα κι εάν εμείς το αγνοούμε. Το ορεινό χωριό καταλήγει αλούφανπάρκ, παραθαλάσσιο θέρετρο για τουρίστες. Το παλιό Νιόφυτο είναι ένα τόπος που δεν μπορεί κανείς να θυμηθεί ακριβώς, ούτε καν εμείς, μιας και μπήκαμε στην ιστορία την ώρα που αποφάσισε να γλιστρήσει και να πέσει. Το νέο Νιόφυτο δεν έχουμε και λόγο να το θυμόμαστε – μόνο ο παράδεισος – λαβύρινθος με τα πουλιά έχει αξία, το υπόλοιπο είναι παρακμή και φθήνια, γλεντοχώρι των τουριστών και χρηματομηχανή των ντόπιων.

Βέβαια, τίποτα δεν τελειώνει- γι’ αυτό και μαθαίνουμε για την παρακμή αυτή· όσο είμαστε ζωντανοί θα χρειαστεί να μετοικήσουμε, ή μάλλον αποδημήσουμε, στα ίδια.

Παρά τα πολλά ετερόκλητα, η ΜΞ έχει αυτοπεποίθηση του κόσμου της. Είναι αναμενόμενο να σαγηνευτείς από τη δύναμη του αφηγητή που εισβάλει στις μικρότερες καταστάσεις και αντιμετωπίζει πόνους και χαρές με την απάθεια του ιστορικού χρόνου, κάνοντας zoom in και zoom out, άλλοτε σε σημεία που περιμένεις κι άλλοτε όχι, δημιουργώντας έτσι μεγαλύτερους κόσμους μέσα σε επιφανειακά μικρότερους. Θα σκεφτόσουν *απίθανο* να μας αφορά με οποιονδήποτε τρόπο ένα ζευγάρι ξένων που ερωτεύτηκαν το αιματοβαμμένο και θεότρελο Νιόφυτο, αλλά τελικά αποδέχεσαι πως ο κόσμος είναι έτοιμος να τροφοδοτηθεί με άλλα σύμπαντα και αφήνεσαι στην αναγνωστική ηρεμία που έχεις, όταν ξέρεις πως αφήνεις τα μάτια σου σε καλές πένες.

Πτηνά παντού, μέχρι και οι περήφανοι άνθρωποι «κοκορεύονται». Τέλος πάντων.

Οδηγό για καλά μπλεξίματα δεν έχω, αλλά κανείς μπορεί να παρατηρήσει πως εάν εμπλακεί το μεταφυσικό περιεργώ του μαγικού ρεαλισμού με το διαβολεμένα οικείο, ο αναγνώστης ίσως να είναι πιο καλόβολος. Η μεταφυσική έχει και μια σταθερά: πέρα απ’ το ότι όλοι κουτσοξέρουμε ένα Νιόφυτο (οι περισσότεροι παλεύουμε να το ξεχάσουμε), ακόμα και σε άναρχη αφήγηση με πολλές ορέξεις, παρατηρείται πως η ΜΞ αντιμετωπίζει τα πάντα με έναν αντικειμενικό και χαριτωμένο αφηγητή. Για παράδειγμα, ένα γνωστό ζήτημα, όπως μια έχθρα, μια συνηθισμένη διαφωνία μεταξύ αδερφών, όπως το μοίρασμα του οικογενειακού χωραφιού, αντιμετωπίζεται με την ίδια φυσικότητα με «το νόθευμα των ονείρων», κάτι που επιτρέπει στον αναγνώστη να υπάρχει κι αυτός στο Νιόφυτο, έστω και απορημένος, όμως τουλάχιστον έχει κάτι οικείο να κρατηθεί, ακόμα κι εάν το οικείο είναι η φυσικότητα στο παράλογο. Δηλαδή, όλα μου φάνηκαν μισά στα αλήθεια και μισά στα ψεύτικα. Έτσι κι αλλιώς, ευλογία ήταν οι αιφνιδιαστικές παρεκβάσεις, άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με αποφθέγματα λαϊκών παραδόσεων, συνήθως και με τα δύο.

Η αγαπημένη μου παρέκβαση ήταν ο ΜΞ (εγχμ), ή μάλλον, ο μονόλογος της γυναίκας του: «Ποιος θα το γράψει το βιβλίο, νομίζεις; Αυτός ή εσύ; Αυτός τουλάχιστον σκαλίζει βρύσες και πουλιά, για κάποιον λόγο εσύ γιατί το θέλεις το βιβλίο, στο κάτω κάτω; Για ποιο λόγο;» Έμεινε να την κοιτάζει, ενεός· κι αυτή ήταν σαστισμένη με τον εαυτό της, γιατί επί χρόνια αυτά ακριβώς απέφευγε να του πει, για όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία του, πλην εκείνου του πρώτου που την είχε κάπως ξεγελάσει – την είχε καταλάβει την αλήθεια ήδη στο δεύτερο βιβλίο, που της το είχε αφιερώσει κιόλας· τον είχε δει να δουλεύει συχνότερα, να περιμένει εκείνη την περιβόητη Μούσα, η οποία φυσικά δεν ερχόταν, με αποτέλεσμα όλα τα βιβλία του να μοιάζουν με το πρώτο, μείον την ορμή εκείνη του πρωτάρη που σχεδόν το διέσωζε φυσικά, για τη χλιαρή υποδοχή τους έφταιγαν πάντα οι αναγνώστες οι κριτικοί, που δεν ήξεραν να διαβάζουν ποτέ ο ίδιος και η γυναίκα είχε βαρεθεί.
«Δεν γίνονται κατά παραγγελία αυτά, το ξέρεις».
«Πού να το ξέρω; Δεν είμαι συγγραφέας όπως εσύ».
Έτσι όπως είπε τη λέξη, την αναίρεσε κιόλας· κι από το ύφος του, κατάλαβε ότι κι εκείνος το είχε ακούσει.»

Ξεπερνάμε σύντομα πόσο ωραία λέξη είναι το «ενεός» και παραθέτω τον υπέροχο μονόλογο της γυναίκας από το Anatomy of a Fall: «You complain about a life that YOU chose. You are not a victim. Not at all. Your generosity conceals something dirtier and meaner. You’re incapable of facing your ambitions and you resent me for it, but I’m not the one who put you where you are. I had nothing to do with it! You’re not sacrificing yourself as you say. You choose to sit on the sidelines because you’re afraid! Your pride makes your head explode before you can even come up with a germ of an idea! You wake up at 40 needing someone to blame. You’re the one to blame! You’re petrified by your own fucking standards and your fear of failure! This is the truth!»

Κλείνοντας, θα αντισταθώ και δεν θα παραθέσω όλα τα σημεία με μαρμάρινες πλάκες, ούτε θα αναλύσω την αντικατάσταση της βρύσης του Ραγκούδη από μια μαρμάρινη. Όσοι είστε σαν εμένα και πάντα αργείτε στα πάρτι επειδή μετακινήστε με καμήλα, να ξέρετε πως η ΜΞ πήρε νυχτερινή βάρδια και καλλιγράφησε, φέρνοντας τέτοιο ωραίο βιβλίο στο μικρό μας Νιόφυτο.

 •  0 comments  •  flag
Share on Twitter
Published on April 18, 2026 07:16
No comments have been added yet.