Υφάντρα – Μαρία Ξυλούρη

υφαίνω, πλέκω, γνέθω

Οι τρεις Μοίρες είναι πιο αρχαίες και από τους ίδιους τους θεούς και ακόμα και ο Δίας δεν μπορεί πάντα να τις παρακάμψει. Η Κλωθώ που υφαίνει το νήμα της ζωής, η Λάχεσις που μετρά και καθορίζει το μήκος του νήματος και η Άτροπος που κόβει το νήμα.

Στην «Υφάντρα» της ΜΞ, η Επισκέπτρια αλλά και η Μπιάνκα δεν εμφανίζονται ως μυθολογικές φιγούρες, αλλά ως γυναίκες με ομοιότητες και διαφορές, που λειτουργούν κυρίως ως σύμβολα της αναγκαιότητας, του ορίου και της αφηγηματικής μοίρας.

Στον Σοφοκλή ή στον Αισχύλο, οι Μοίρες συμβολίζουν την ιδέα ότι υπάρχει ένα προκαθορισμένο τέλος που δεν μπορεί να αποφευχθεί, όσο κι αν ο ήρωας προσπαθεί. Κατ’ αυτή την ανάγνωση, αυτή είναι και η μαγεία της ονειρικής ηρεμίας που χαρακτηρίζει την Υφάντρα: ενώ η ανάγνωση διασπάται στους διαφορετικούς αφηγηματικούς χρόνους, μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη στην κοσμική τάξη και στο λογοτεχνικό σύστημα αναγκαιότητας. Δύο ιστορίες απασχολούνται με το παρόν τους: μια ιστορία ενδοοικογενειακής βίας κι ένας θάνατος –οι αφηγήσεις μπλεγμένες μεταξύ τους, φέρουν ταραχή κατά την κλιμάκωση, ενώ η αυτοπεποίθηση πως το σύμπαν της ΜΞ δεν θα εκτροχιαστεί, μένει, σα να εκτελείται ένα μοτίβο που έχει ήδη υφανθεί. Η τραγικότητα της ιστορίας δεν έγκειται στο φόβο ότι συμβαίνει κάτι κακό, αλλά ότι δεν μπορεί να αποφευχθεί.

κλώθω, περιπλέκω, διαπλέκω

Η Μπιάνκα συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση της Υφάντρας. Έχουμε μακρά ιστορία για τις υφάντρες· μάλλον πρόκειται για ιδιότητα – γέφυρα, μιλώντας φεμινιστικά. Πολλές γυναίκες λιωμένες από το βάρος των οικιακών εργασιών, γίνονταν γνωστές για τα υφαντά τους κι έτσι ο κόσμος, τυπικά ή άτυπα, τους έδινε δουλειά. Σε αυτή την ανάγνωση, αυτός θα ήταν ένας συγκινητικός και πιθανός ορισμός για την αρχέγονη και πολύτιμη δύναμη που εκπέμπει το μυστήριο της Υφάντρας.

[Στην πόλη της Λυδίας ζούσε μια νεαρή γυναίκα που άκουγε στο όνομα Αράχνη. Ύφαινε εξαιρετικά, με εντυπωσιακές λεπτομέρειες. Λεγόταν πως καμία δεν μπορούσε να υφάνει καλύτερα από κείνη, ούτε καν οι Θεοί. Αυτές οι φήμες έκαναν την Αράχνη πολύ περήφανη για το ταλέντο της κι άρχισε να καυχιέται. Συγκρίθηκε με την Αθηνά, και στα λόγια της η Αθηνά έβγαινε κατώτερή της. Αυτό δεν άργησε να φτάσει στα αυτιά της Αθηνάς, η οποία έκανε αυτό που οι Θεοί αγαπούσαν να κάνουν: να ξεγαλάνε τους ανθρώπους. Η θεά αποφάσισε να επισκεφτεί την Αράχνη, μεταμφιεσμένη σε γριά γυναίκα. Τη βρήκε να υφαίνει στον αργαλειό της και τη συμβούλεψε να είναι πιο ταπεινή και να μην προκαλεί τους Θεούς. Η Αράχνη επέμεινε ότι μπορούσε να νικήσει ακόμα και την ίδια την Αθηνά σε έναν διαγωνισμό ύφανσης. Η Αθηνά, τότε, αποκάλυψε την πραγματική της μορφή και η πρόκληση ξεκίνησε. Τα σχέδια και των δύο ήταν αριστουργήματα, γεμάτα από μοναδικά σχέδια και χρώματα. Όμως, παρά την ομορφιά του σχεδίου της Αράχνης, είχε υφάνει σχέδια που κορόιδευαν τους Θεούς. Η Αθηνά εξοργίστηκε και μεταμόρφωσε την Αράχνη σε αράχνη.]

Το έργο της ΜΞ δεν «ακουμπάει» πάνω στους μύθους, μονάχα δανείζεται τα εντυπωσιακά χρώματα, κάνει σχόλια πάνω στο ίδιο το storytelling, ενώ οι ήρωες ισορροπούν ανάμεσα στο παλιό και το σύγχρονο που καταλήγει αιώνιο και ανάμεσα στην ειρωνεία και τη σιγουριά, χωρίς να είναι βαρύ το μυθολογικό φορτίο τους – μόνο το συστημικό τους, το γενεαλογικό τους λογοτεχνικό δέντρο.

συμπλέκω, συνυφαίνω, μπλέκω

Ο άντρας της Μπιάνκα της φέρεται απαίσια. Τη γεμίζει μελανιές και χάνει ξανά και ξανά τις εγκυμοσύνες της. Μια μέρα, όμοια με τις άλλες, η Μπιάνκα (αυτή τη φορά έγκυος), φεύγει – μια πράξη που θα μπορούσε να είχε έρθει ή και όχι.

Καταλήγει ως ένα ακόμα θαυμαστό πλάσμα στην αυλή του κ. Τέιλορ, πιο πιστή απ’ ότι ίσως θα έπρεπε – ωστόσο η μοίρα, η Επισκέπτρια, δεν απασχολείται με τίποτα τέτοιο· αυτό είναι απολύτως κοινή, ανθρώπινη σκέψη. Η γυναίκα του κ. Τέιλορ αρρωσταίνει και η Υφάντρα θα φέρει την Επισκέπτρια ώστε να ανακουφίσει τον Σωτήρα της, όπως κάποτε έκανε κι εκείνος για κείνη.

ξεμπλέκω, κουβαριάζω, ξετυλίγω

Μια δυνατή στιγμή είναι όταν η Μπιάνκα αποκτά το «πάνω χέρι» μπρος στον κακοποιητή της και καλείται να αποφασίσει εάν θα τον συγχωρήσει ή τιμωρήσει. Στην ταινία «Challengers», ακόμα κι εκτός της παρούσας θεματικής, ήταν ωραία τα λόγια της Tashi όταν ο Art της ζήτησε «Love me no matter what» και η Tashi απαντάει: «Who am I Jesus?»

Κλείνω με την Μπιάνκα, κατά τη μαγική στιγμή που βρίσκει για πρώτη φορά έναν χώρο ασφαλή να συστηθεί:

«Μαγειρεύω, πλένω, ράβω, κεντάω, υφαίνω». Και όταν έφτασε στο τελευταίο ρήμα, πρόσθεσε: «Αυτό είμαι. Υφάντρα είμαι».

«Θα το πω στον κύριο» της είπε, και κατέβηκαν τον λόφο αμίλητοι.

Όταν την άφησε στον ξενώνα, της είπε μόνο «Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα στο εξής. Αυτό δεν σου το λέει ο κύριος. Σου το λέω εγώ». Θαρρείς και ο λόγος ενός οδηγού ήταν βαρύτερος, και για λίγο η Μπιάνκα αναρωτήθηκε αν όντως ήταν.

Δεν θυμόταν να έχει περάσει ποτέ τόσες μέρες χωρίς να κάνει τίποτα, χωρίς κανένας να έχει κάποια απαίτηση από αυτήν, κι άρχισε να νιώθει τα δάχτυλά της να τινάζονται από την απραξία, το δέρμα της να παγώνει από τον φόβο ότι για αυτή την ανάπαυλα θα ερχόταν αναπόφευκτα ο λογαριασμός και δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να τον πληρώσει. «Δεν έχω μελανιές πια, συνήλθα, δώσε μου κάτι να κάνω, δεν ξέρω τι να κάνω τα χέρια μου πια» είπε στην Άννα, κι η Άννα τη λυπήθηκε και άρχισε να της φέρνει ό,τι ρούχα ήθελαν μαντάρισμα, κάλτσες, παντελόνια με ξηλωμένα στριφώματα και τριμμένα γόνατα και καβάλους, πουκάμισα που τους έλειπαν κουμπιά, σακάκια με ξηλωμένες τσέπες.»

 •  0 comments  •  flag
Share on Twitter
Published on April 22, 2026 06:13
No comments have been added yet.