Το Αθώο – Βασιλική Ηλιοπούλου
Η Εύα δεν ξέρει. Δεν ξέρει πόσα χρήματα έχει το βιβλιάριο, πώς μια μοίρα γίνεται καμένη, πόσο κοστίζει ένα φέρετρο, πώς μοιάζει ο Άγιος Αντώνιος, ούτε τι να πει στον σκύλο που της έφερε το νεκρό πουλί.
Η σκέψη συνορεύει: Αρχικά σκεφτόμουν τα Μακάρια χρόνια της τιμωρίας της Φλερ Γιέγκυ, διαβάζοντας για τον εγκλεισμό στο ορφανοτροφείο και μετά τον άλλο εγκλεισμό στον έγγαμο βίο, με τον μεγαλύτερό σε ηλικία λογιστή του Ιδρύματος. Αργότερα, όταν η Εύα έφτασε στο νησί, θυμήθηκα ένα σύντομο ντοκιμαντέρ που είχα ανακαλύψει ένα βράδυ, με αφορμή ένα ηχητικό έργο στα Κύθηρα με θρύλους του νησιού. Το ντοκιμαντέρ αφορούσε τα νεκρά παιδιά που τα σκότωναν οι ίδιες οι μανάδες αλλά και μέλη της κοινωνίας, όταν το παιδί γεννιόταν με «ελάττωμα», όπως έλεγαν. Ή απλά… κορίτσι. Τι κλάμα είχα ρίξει εκείνο το βράδυ – δεν μπορούσα να ηρεμήσω με τίποτα. Η συγγραφέας υφαίνει ένα πέπλο με «χαμένα παιδιά» σαν τρομαχτικό παραμύθι, να παίζει συνεχόμενα στο φόντο της πλοκής.
Ο λογιστής πεθαίνει. Η Εύα επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο, το νησί του Αιγαίου, ως το Βαγγελιό της Ρούσας.
Τόσες σκηνές από ταινία!
Η Εύα καθισμένη στο φέρετρο στην παραλία, με φλογάτα, σπάνια, μαλλιά να ανεμίζουν. Οι συνεννοήσεις με τους ντόπιους ενώ δυο μαύρα πουλιά κάνουν κύκλους πάνω από τα κεφάλια τους. Παιδικό φέρετρο που ακούει το τραγουδάκι για χρόνια πολλά. Γιατί κανείς κάνει μπίλια και καταπίνει τη φωτογραφία της μάνας του; Γιατί οι σαύρες μας ενώνουν με το μακρινό παρελθόν; Τι δύναμη έχουν οι αραχνοιστοί; Το τούρκικο χωνευτήρι με τα οστά βγήκε από τον άρχοντα των μυγών;
Θαύμασα την υπομονή της συγγραφέως να καταλάβει την ηρωίδα της. Μάλιστα, κάποια στιγμή που για λίγο έγκωσα, είπα στον εαυτό μου «θέλει υπομονή η Εύα» και τότε μόνο μου αποκαλύφθηκε πως το οικοδόμημα των λέξεων είχε καταφέρει να γίνει άνθρωπος: Θέλει υπομονή, γιατί η ίδια η συγγραφέας έκανε στην άκρη τον αναγνώστη (όπως και μάλλον όφειλε) ώστε να δομήσει κάποια γυναίκα πιστή στον ίδιο της τον εαυτό και όσα την απαρτίζουν. Η Εύα, παρά τη μαζεμένη της γλώσσα, έχει έναν ιερό σκοπό που υπηρετεί χωρίς καν να τον έχει ομολογήσει: θέλει να μάθει τι ακριβώς συνέβη στην Ειρήνη, τη μικρή της αδερφή, αλλά και να επισκεφθεί εκ νέου τον θάνατο της μητέρας της. Όσο τα κάνει αυτά, διατηρεί τις συνήθειές της στον πύρινα: φωτογραφίζει και ποστάρει, σαν ημερολόγιο διαύγειας και κατανόησης, ως άλλος χάρτης του νησιού. Δεν το ξέραμε κατά την εκκίνηση της ανάγνωσης, αλλά μια πολύ δίκαιη Αρχή έπλευσε στο νησί του Αιγαίου. Μια δύναμη χωρίς στολή – οι δυνατότερες δυνάμεις άλλωστε, είναι ντυμένες με τα δικά τους ρούχα.
Η Εύα είναι ένας τόπος που επισκέπτεται έναν άλλον τόπο: ο αναπτυσσόμενος τουριστικός προορισμός, αποκαλύπτει αμέσως τον δυστοπικό του χαρακτήρα, ενώ η Εύα ξεδιπλώνει τα όσα κατέληξε να γίνει από την τελευταία φορά που βρέθηκε εκεί. Πρόκειται για μια ειλικρινή συνάντηση Εύας και νησιού, πιο κοντά στην πραγματικότητα παρά στη φαντασία.
Καθ’ όλη τη διάρκεια σκεφτόμουν πώς η ιστορία ξεκινάει: μια αρκούδα που οδεύει προς τη θανάτωσή της. Αυτό το αθώο πλάσμα που χαμογελάει, αλλά όχι με τα μάτια.


