Το ψωμί των πρώτων χρόνων – Χάινριχ Μπελ

Το ψωμί των πρώτων χρόνων, ο θαυμάσιος Χάινριχ Μπελ των πρώτων κι όλων των χρόνων. Ο Μπελ που ξαναπλάθει, με νοσταλγία ή χωρίς, τη Γερμανία των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων: μια χώρα μέσα στα ερείπια, την πείνα και τη σιωπηλή ενοχή. Κι όμως, μέσα σε αυτό το άγονο τοπίο, ο Μπελ στήνει μια απλή ερωτική ιστορία. Δεν λάμπει με τον τρόπο του Κλόουν του, αλλά ανά σημεία, πέφτεις μέσα στο στομάχι σου, παρέα με όλη την ανάγκη για ψωμιά και καταλαβαίνεις πως δεν υπάρχει το λεγόμενο συγγραφικό peak, απλά ο Κλόουν είναι πιο «χορταστικός», ίσως και πιο ώριμος.

Ο αφηγητής κουβαλά μέσα του μια παιδική πείνα που δεν έσβησε ποτέ: μνήμη, εθνικό τραύμα, τροφή για τη γυναίκα που θέλει να παντρευτεί, αρρενωπότητα ως μέτρο αξίας του κόσμου. Ως παιδί λιμοκτονούσε και λαχταρούσε το ψωμί των φούρνων, ως ενήλικας, παρότι ο λιμός έχει τελειώσει και ο ίδιος εργάζεται ως ηλεκτρικός επισκευάζοντας πλυντήρια (τα σύμβολα της τεχνολογικής προόδου και του νέου γερμανικού νοικοκυριού με το απαίσιο σαπούνι) συνεχίζει να αγοράζει ψωμί, φέρνοντας μια ευχάριστα αναστατωμένη και άκρως ψυχαναλυτική – εγκυβωτισμένη αφήγηση.

Οι εικόνες του ψωμιού λειτουργούν ως σταθερό σημείο μνήμης: θυμάται ποιος τον τάισε, ποιος τον άφησε νηστικό. Η πείνα περιγράφεται σαν «ο λύκος που κοιμόταν μέσα μου», μερικές φορές είναι λες και του απευθύνεται ως άλλος εαυτός. Ακόμη και στον έρωτα, η μνήμη της πείνας εισβάλλει: θα του έδινε αυτή η γυναίκα ψωμί; Ή «τα ντελικάτα της δάχτυλα θα μετατρέπονταν σε νύχια λύκου»; Μέχρι που δίνει το καρβέλι στην Χέντβιχ και βλέποντας τη δικιά της πείνα κάτι αλλάζει.

Το έργο εκτυλίσσεται μέσα σε μια Δευτέρα μόνο (αδύνατο να μη σκεφτεί κανείς τις νουβέλες του Τσβάιχ ως θεματική της απώλειας της Ευρώπης – ένας πριν, ο άλλος μετά- και στο κέντρο η φιγούρα της γυναίκας που φτάνει με το τρένο και σε μόλις 24 ώρες τα αλλάζει όλα): Η άφιξη της Χέντβιχ στην πόλη λειτουργεί ως ρήγμα στον μηχανικό και τακτοποιημένο βίο του αφηγητή. Από την πρώτη στιγμή, η περιγραφή της μοιάζει με υπόσχεση νέας αρχής, κάτι που ο αναγνώστης επιτέλους συναντά, η μουνταμάρα σηκώνεται και φεύγει, ο αφηγητής αποκτά σκοπό και μαζί με τον σκοπό (η Χέντβιχ με το πράσινο παλτό που φαίνεται να μυρίζει χλόη) ο Μπελ βάζει μπρος τη μηχανή, τις μεταφορές, τις περιγραφές και ένας άγουρος κλόουν λέει τα ρομαντικά-κυνικά του. Τα ψωμιά δεν σταματάνε αλλά μια νοητή επούλωση φτάνει ως υπόσχεση για το τέλος της πείνας. Ο ίδιος το διατυπώνει σχεδόν μοιραία: αν δεν τη συναντούσε στον σταθμό, θα είχε μπει «σε μια άλλη ζωή, όπως κάποιος μπαίνει κατά λάθος σε άλλο τρένο».

Ο Κλόουν γεννιέται (συγχωρέστε μου την εμμονή για ένα αγαπημένο μου βιβλίο): η αιχμηρή κοινωνική κριτική, η υποψία απέναντι στη μεταπολεμική «κανονικότητα», η οικογένεια ως φορέας σιωπών και ενοχών, η αίσθηση ενός παρόντος τεχνολογικά εκσυγχρονισμένου αλλά ηθικά αμήχανου κόσμου. Και φυσικά η θρησκεία: λεπτή ειρωνεία και λίγη τρυφερότητα: «Ακόμα και η θρησκοληψία του είχε τη συμπαθητική της πλευρά» ή «Στη μνήμη του Θεού – και τότε αυτή η εξήγηση μου είχε φανεί υπερβολικά απλοϊκή: γιατί η λέξη Θεός ήταν τόσο πλατιά, που τη χρησιμοποιούσαν οι μεγάλοι για να καλύψουνε τα πάντα». Η θρησκευτικότητα παρουσιάζεται ως μέρος του μεταπολεμικού τοπίου και δίνει ζωή στη απομόνωση του αφηγητή. Μια μόνο σημείωση: η ανάγκη του Μπελ να “φορτώσει” τη μια και “σημαντική” γυναίκα με καθολικισμό είναι άξιο έρευνας.

Αυτό που με συγκίνησε περισσότερο είναι η λιτότητα με την οποία ο Μπελ γράφει για τον έρωτα, κάτι που ενώ στον κλόουν είναι πιο εγκεφαλικό και περίπλοκο, εδώ έρχεται με μια τρομερή ελπίδα, σχεδόν αποκρουστική εξαιτίας του μεγέθους της.
.
«Για πρώτη φορά άγγιζα τό χέρι της καί τόν ἀγκώνα της: ἦταν ἕνας στρογγυλός καί γερός ἀγκώνας, κι ἕνα μεγάλο ἀλλά ἐλαφρό χέρι στεγνό και δροσερό καί καθώς ἔκανα το γύρο τοῦ αὐτοκινήτου γιά νά περάσω στη θέση τοῦ ὁδηγοῦ, στάθηκα μπροστά στο ψυγεῖο, ἄνοιξα το καπό κι ἔκανα πώς κάτι ψάχνω, ἐνῶ στην πραγματικότητα τήν κοιτούσα, ἔτσι ὅπως φαινόταν πίσω ἀπό τό τζάμι: φοβόμουν, αλλά τώρα δέν ἤτανε ὁ φόβος ὅτι κάποιος ἄλλος θά μποροῦσε νά τή δεῖ καί νά τήν κατακτήσει· ἐκεῖνος ὁ φόβος εἶχε χαθεῖ, γιατί πιά δέ σκόπευα να φύγω ἀπό δίπλα της, οὔτε σήμερα οὔτε στίς μέρες πού θ’ ἀκολουθοῦσαν, ὅλες αὐτές τίς μέρες πού συνθέτουν αὐτό πού λέγεται ζωή.»

 •  0 comments  •  flag
Share on Twitter
Published on February 27, 2026 23:48
No comments have been added yet.