Δεσποινίς Ο – Ναμπόκοφ
Με τι λόγια να πει κανείς πόσο κρίμα είναι να φεύγουμε τα πρωινά από τα σπίτια μας και να πηγαίνουμε στις δουλειές μας, ενώ έχουμε αδιάβαστα έργα του Ναμπόκοφ στις βιβλιοθήκες μας; Υπάρχουν τα απογεύματα… Πριν 2, ή ίσως 3 Παρασκευές διάβασα τις πρώτες σελίδες της Δεσποινίδας Ο σε καφέ στη Πατησίων. Όλο λύγιζα με τα παραμορφωτικά παιχνίδια του, ειδικά με αυτό: Ο συγγραφέας αναφέρει πως συχνά «δανείζει» αναμνήσεις σε ήρωες του: από τη μια η ανάμνηση είναι το πολύτιμο αγαθό, από την άλλη το δώρο που βάζει στις χούφτες του ήρωα από μελάνι προκειμένου να πάρει αξιοπρεπή χαρακτηριστικά. Μετά αυτή η γενναιοδωρία, η περίεργη πράξη του, καταλήγει να μεταμορφώνει την ανάμνησή. Μα φυσικά, πώς θα γινόταν να μην αλλάξει, αφού έδωσε ζωή -παρελθόν, παρόν και μέλλον- σε κάτι που είχε φυλακιστεί στην υποκειμενική του μνήμη και πλέον το μοιράζεται με κάποιον μη υπαρκτό, αλλά δικό του αποκύημα, βασισμένο σε προσωπικές του αλήθειες;
Κόλλησα σε αυτό το σημείο με τη μυθοπλαστική χρήση για ώρα, ενώ μάλλον ήταν αρκετά απλό. Όμως έτσι είναι ο Ν.: εμπεριέχει διαφορετικά σημεία αφετηρίας για προορισμούς που δεν φοβούνται να είναι δύσκολοι: άλλωστε, η μνήμη από μόνη της είναι περίπλοκη υπόθεση.
«Σκοτίστηκα για κείνα τα πολιτικά συμβάντα», γράφει αναφερόμενος στη Ρωσική επανάσταση. Πράγματι, πρόκειται για ένα μικρό παιδί που παρατηρεί τα χέρια των ενηλίκων, το οποίο παιδί σήμερα αναζητά την αλήθεια που γνώρισε μόνο στα παιδικά του χρόνια.
Στο «Mademoiselle O», ο Ναμπόκοφ γράφει για την Ελβετίδα γκουβερνάντα του. Δεν έχει καμία σημασία εμείς να γράψουμε οτιδήποτε για την Ο. Σε εμάς φτάνει μόνο το χάρισμα του νεαρού συγγραφέα, που όπως φαίνεται, από τόσο μικρή ηλικία παρατηρούσε προσεκτικά και φυλάκιζε μέσα του αυτές τις λογικές και μεταφυσικές στιγμές μιας άλλης, περιμένοντας να ωριμάσει το μυαλό του και να γυμναστούν τα δάχτυλά του ώστε να ανατρέξει στην τρυφερή νοσταλγία. Το πορτραίτο της είναι αποκαλυπτικό για μια χρονική περίοδο που αφορά γυναίκα, τάξη, έθνος, γλώσσα, ιστορία και οικογένεια.
Κι επειδή η λογοτεχνία έχει αυτό το σκληρό χαρακτηριστικό, πέρασα κι εγώ κάποιες ώρες αναλογιζόμενη τη δική μου Μαντεμουαζέλ. Δεν είχα μόνο μια, αλλά μια ήταν πιο δική μου από άλλες. Ο Ναμπόκοφ «έδεσε» την Ο με τη λίμνη Λεμάν κι έτσι βρέθηκα να κοιτάω φωτογραφίες από αντίστοιχες λίμνες για την κυρία Σ: «Σνιάρντβι», «Μάμρι», «Λέμπσκο».
Οι Μαντεμουαζέλς του κόσμου είναι αρχαία υπόθεση, όσο ο άνθρωπος: Δανεικές μητέρες, συχνά από άλλες χώρες, σε μαλώνουν και τις μαλώνεις πίσω γιατί δεν είναι η μητέρα σου. Σε μεγαλώνουν κι εσύ τους ξοδεύεις τα χρόνια, όσο προσέχουν να μην ξοδέψουν τα χρήματα που βγάζουν από τα χρόνια σου. Η δικιά μου Μαντεμουαζέλ κατάφερε και έβγαλε ένα κεντρί από μέλισσα, με ένα δικό της μείγμα που έφτιαξε σβέλτα στην κουζίνα, ενώ την περίμενα καθισμένη στα χορτάρια, προσπαθώντας να μη κλάψω πολύ δυνατά. Είδα το κεντρί να αφήνει τη σάρκα και να κολυμπάει στο μαγικό της φίλτρο. Μάλλον την κοίταξα όπως κοιτάμε κάποιον που απέδειξε κάτι στο οποίο είχαμε χάσει την πίστη μας. Εκείνη θα ανακουφίστηκε που το κακομαθημένο ξανθό παιδί (μήπως να δώσω καμία ευκαιρία ακόμα στον Βακαλόπουλο;) δεν έχει κάποια αλλεργία. Σε ποιο νοσοκομείο θα με πήγαινε; Με τα σπαστά Ελληνικά της και την αγένεια των ανατολικών προαστίων δεν θα καταφέρναμε τίποτα οι δύο μας. Επίσης δεν είπε κουβέντα όταν με έπιασε να καπνίζω. Και θυμάμαι πόσο είχε εντυπωσιαστεί από ένα λευκό φουστάνι που είχα αναγκαστεί να φορέσω για μια γιορτή. «Το άσπρο είναι καλό», είπε και φαινόταν συγκινημένη.
Όταν έφυγε δεν είχα στεναχωρηθεί καθόλου, τουλάχιστον δεν μου το είχα επιτρέψει, γιατί ήξερα πως θα έρθει άλλη Μαντεμουαζέλ στη θέση της.
Πάντως στις διακοπές της Πάρου, ντάλα ήλιος καύσωνας, έβραζα μέσα στο τζάκετ της μηχανής, ήρεμη συνοδηγός, να καίγομαι υπομονετικά μέχρι την παραλία, μέχρι που κάποιο μελισσο-σφηκοειδές τρύπωσε μέσα από τα ρούχα και με τσίμπησε. Έβαλα το χέρι μου εκεί και το τράβηξα με δύναμη και αυτό χάθηκε στον αέρα, αφήνοντας με να κοπανιέμαι και να σφαδάζω ισορροπώντας στο μεγάλο δίκυκλο. Όσο άκουγα για κέντρα υγείας το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν τα γαλανά μικρά μάτια της κυρίας Σ. και το χαμόγελο που υποσχόταν πως είμαι υπερβολική. Στα κέντρα υγείας δεν έχουν μαγικά φίλτρα, τζάμπα θα πάμε.
Τέλος πάντων, όταν ο Ναμπόκοφ έπιασε τον εαυτό του να κάνει τα απαίσια μαθηματικά του θανάτου και κατέληξε πως η Δεσποινίς Ο δεν θα υπάρχει πια, μου επέτρεψα να στεναχωρηθώ, επισήμως, για όλες τις Μαντεμουαζέλς του κόσμου και όλες τις χώρες που άλλαξαν.
«Μόλις πιο πάνω την αποκάλεσα με το πραγματικό της ὄνομα, γιατὶ τὸ «δεσποινίς Ὂ» δὲν εἶναι κάποια σύντμηση ἑνὸς ἐπωνύμου στὸ ἀρκτικό του γράμμα Ὄμικρον. Αὐτὸ τὸ Ο, ἀνοιχτὸ σὲ ὅλους τοὺς ἀνέμους τῆς χασμωδίας, δὲν εἶναι τὸ ἀρχικὸ τῶν ἐπωνύμων, ἂς ποῦμε, Ὀλιβιέ, Ὀρὸς ἢ ἀκόμα Οὐντινέ, ἀλλὰ τὸ πλῆρες ὄνομά της· ἕνα ὄνομα στρογγυλό και γυμνὸ πού, ὅταν τὸ βλέπεις γραμμένο, μοιάζει να βρίσκεται σὲ ἀσταθὴ ισορροπία, χωρὶς κανένα σημεῖο στήριξης ἕνας τροχὸς ποὺ ἀποσπάστηκε καὶ παραμένει ὄρθιος ὁλομόναχος, ἕτοιμος νὰ ἀνατραπεῖ· ἕνα στρογγυλεμένο στόμα ἕνας κόσμος ἕνα μῆλο· μιὰ λίμνη. Ακριβῶς κοντὰ σὲ μιὰ λίμνη εἶχε περάσει τη μισή της ζωὴ ἡ δεσποινίς Ὄ, ἀφοῦ στὴν Ἐλβετία γεννήθηκε, ἀπὸ καθαρόαιμους ὅμως γάλλους γονεῖς· καὶ μὲ τὴ λίμνη Λεμάν’ ὡς σκηνικό, τὸ ὄνομά της ἔπαιρνε διαστάσεις μεσαιωνικοῦ ἔπους ἢ μυθιστορήματος, παρέπεμπε στὸν Λανσελότο της Λίμνης ἢ στὸν Ὄμπερον, δίχως ωστόσο να χάνει, δυστυχῶς, αὐτὴ τὴν εὔκολη γελοιότητα ποὺ τὸ μάτι καὶ ἡ ἀκοὴ ἑνὸς παιδιοῦ δὲν ἄργησαν να ανακαλύψουν.»


