Το χρονικό του Ίντελμιρ.

   Οι Μάγοι και το ταξίδι της γνώσης.


 


 Η ιστορία του “Μάγου χωρίς όνομα” είναι ένα διήγημα που αναφέρεται στην εποχή της εύρεσης της ηπείρου που αργότερα ονομάστηκε Ίντελμιρ. Ένα μέρος που συγκαταλεγόταν στις “Κάτω χώρες”, όπως τις ονόμαζαν οι Μάγοι, και ξεπερνούσε σε ομορφιά και γνώση το βασίλειό τους που βρισκόταν στον ουρανό.


Οι Μάγοι ήταν πλάσματα με απεριόριστες δυνάμεις. Κάποιοι από αυτούς, ύστερα από την απόφασή τους να αφήσουν για ένα χρονικό διάστημα το βασίλειό τους, ταξίδεψαν με τα μαγικά τους άλογα κάτω απ’ τα σύννεφα, αναζητώντας γνώση πέρα από αυτή που τους είχε προικίσει η φύση τους.


Η ιστορία του Μάγου όμως δεν εξιστορεί μόνο τα γεγονότα της εύρεσης του Ίντελμιρ και τα μεγάλα έργα των Μάγων.  Αναφέρεται στο πετράδι της δύναμης, την Όνια, όπου εκεί μέσα οι Μάγοι θα “έκλειναν” μια ιδέα από όλα αυτά που θα θεωρούσαν αξιέπαινα και χρήσιμα για το βασίλειό τους, όταν θα επέστρεφαν σε αυτό.


Αναφέρεται στην απόφασή τους να παραμείνουν στον τόπο αυτό, όπως επίσης και στη δημιουργία πλασμάτων που προέκυψαν από τις σκέψεις τους. Έτσι γεννήθηκαν τα Νεραϊδικά, τα Ξωτικά, οι Νάνοι και οι Αμαζόνες, όπως επίσης και άλλα όντα, μέχρι που οι Μάγοι αποφάσισαν πως ήταν αρκετά. Δίδαξαν στα “παιδιά” τους την ομιλία, την τέχνη της γεωργίας, της οικοδομής, του τραγουδιού και πολλά άλλα που θα τους βοηθούσαν να ζήσουν καλά και αρμονικά μεταξύ τους.  Όσα πλάσματα έδειξαν ενδιαφέρον επιλέχθηκαν από τους Μάγους για να τους μεταλαμπαδεύσουν την τέχνη της μαγείας.



Η ιστορία του Μάγου χωρίς όνομα.


 


Το δεύτερο σκέλος του διηγήματος μιλά για ένα νεαρό και ατίθασο Μάγο, ο οποίος ζει στον κόσμο αυτό μια όχι και τόσο υποδειγματική ζωή, σύμφωνα πάντα με τα μέτρα και τους νόμους της φυλής του. Με μόνη του συντροφιά το τόξο και το ασημένιο του στιλέτο, περιφέρεται στις κοιλάδες και τα δάση του Ίντελμιρ τρομάζοντας τα ζώα με τα μαγικά του βέλη. Δεν έχει πρόθεση για κακό παρά μόνο θεωρεί όλα αυτά ένα αστείο παιχνίδι για να περνά τις ατελείωτες ώρες του. Ο ήρωας της ιστορίας δεν έχει όνομα. Αυτό συμβαίνει γιατί, σύμφωνα με τους νόμους της φυλής του, ένας Μάγος λαμβάνει το όνομά του την ημέρα της ενηλικίωσής του και σύμφωνα με τα έργα που έχει προσφέρει.


Όταν όμως ένα βράδυ συναντά, σε ένα άγνωστο γι’ αυτόν δάσος, μια νεράιδα, τότε ο Μάγος χωρίς όνομα μαγεύεται απ την ομορφιά της αλλά και απ’ το τραγούδι της.


Ο Μάγος μαθαίνει πως η νεράιδα είναι πλάσμα που φανερώνεται μόνο τις νύχτες, καθώς η φύση της είναι τέτοια που δεν αντέχει να ζει στο φως του ηλίου. Ονομάζεται Πούλια.


Στην αρχή τη συναντά κάθε βράδυ και αυτή του τραγουδά. Με τον καιρό, όμως, αντιλαμβάνεται πως οι μέρες του δεν έχουν νόημα, μιας και η σκέψη του βρίσκεται πάντα στις νύχτες που την συναντά, στην ομορφιά και το τραγούδι της.


Στρέφεται για βοήθεια στον πιο σεβαστό Μάγο, τον Άγκαθαρ. Του ζητά να “λύσει” τα μάγια που την κρατούν φυλακισμένη στο σκοτάδι, αλλά εκείνος όχι μόνο δεν τον βοηθά, αλλά τον αποτρέπει από το να τη συναντήσει ξανά.


Ο νεαρός Μάγος, θυμωμένος, τρέχει μακριά απ το παλάτι των Μάγων και ζει μόνος του στο δάσος, όπου κατοικεί η νεράιδα, περιμένοντας πάντα να έρθει η νύχτα για να την ανταμώσει.


Ύστερα από αυτή την φυγή, ζει τις μέρες του μακριά απ την φυλή του, με μόνη συντροφιά τα ζώα και τα πουλιά του δάσους και προσμονή να πέσει το σκοτάδι. Οι Μάγοι των γυρεύουν αλλά μάταια. Ο Μάγος όμως δεν περιορίζεται στην συντροφιά των πλασμάτων και στις λίγες σκοτεινές ώρες που περνά κάθε νύχτα με την αγαπημένη του Πούλια. Ταυτόχρονα, γυρεύει τρόπους να την φέρει κοντά του για πάντα.


Έτσι αποφασίζει να κρύψει τον ήλιο, να διώξει για πάντα το φως του και σκοτάδι να απλωθεί παντού.


Οι προσπάθειες του θα έχουν αποτέλεσμα, όχι όμως αυτό που ο Μάγος χωρίς όνομα θέλει. Το αποτέλεσμα των πράξεων του θα είναι καταστροφικά για την ισορροπία της φύσης μιας και όλα εξαρτώνται απ το πολύτιμο φως του ηλίου.


Παρά το σκοτάδι η νεράιδα δεν φανερώνεται πριν την ώρα της και ο Μάγος απογοητεύεται. Νιώθει πίκρα και θυμό για την κακή του τύχη και όπως κάθεται σκυφτός και απογοητευμένος, οι Μάγοι, που όλο αυτό τον καιρό τον γυρεύουν, επιτέλους τον βρίσκουν. Είναι αυστηροί απέναντι του και άδικο δεν έχουν μιας και όλα τους τα έργα, που με τόσο κόπο “έχτιζαν” όλα αυτά τα χρόνια, κινδύνεψαν απ την απερισκεψία του νεαρού Μάγου. Τον αναγκάζουν με λόγια να γυρίσει πίσω, εκεί που ανήκει, στους νόμους και τις παραδόσεις της φυλής του, λέγοντας πως αν προσπαθήσει να επιστρέψει σε αυτήν την δίχως μέλλον αγάπη, οι Μάγοι θα αναγκαστούν να τους χωρίσουν με τη βία. Ο Μάγος ποτέ ξανά δεν θα μπορέσει να την θαυμάσει με τα μάτια του, ούτε και το τραγούδι της θα φτάσει ξανά στα αυτιά του. Θα είναι δυο πλάσματα που ποτέ ξανά δεν θα ανταμώσουν κι ας βρίσκονται στο ίδιο μέρος, και ο νεαρός γνωρίζει πως οι Μάγοι κατέχουν αυτή την δύναμη.


Ζητά να τον αφήσουν να την συναντήσει μια τελευταία φορά, υποσχόμενος να την αποχαιρετήσει, και οι Μάγοι του δίνουν αυτή την τελευταία ευκαιρία.


Και έτσι έγινε.


Ο Μάγος χωρίς όνομα συναντά την όμορφη νεράιδα και της λέει τα πάντα, όλα όσα έκανε για να μπορέσει να την έχει δίπλα του, μα αυτή εξαιτίας της διαφορετικής της φύσης δεν τον καταλαβαίνει, λέγοντας του πως έκανε λάθη για χάρη της αγάπης. Ο Μάγος δεν πιστεύει στα αυτιά του και σε μια στιγμή απόγνωσης ξεσπά με θυμό.  Θεώρει υπεύθυνο για όλα το μαγικό του τόξο, μιας και αυτό τον έφερε εκείνο το βράδυ στο δάσος που ζούσε η νεράιδα. Πάνω στον θυμό του το σπάει και η Πούλια το βάζει στα πόδια,  φοβούμενη πως πάνω στην φούρια του θα της κάνει κακό.


Η άτακτη φυγή της μες το σκοτάδι, την οδηγεί σε ένα γκρεμό. Στην προσπάθεια της να ξεφύγει απ την οργή του Μάγου, αυτή πέφτει στο κενό και χάνεται. Ο Μάγος πια δεν μπορεί να κάνει τίποτα και μετανιωμένος απ το αποτέλεσμα της αντίδρασης του, καταρρέει. Οι Μάγοι μαθαίνουν αμέσως το κακό που έγινε και τρέχουν με τα μαγικά τους άλογα στο σημείο όπου η άτυχη νεράιδα έπεσε. Σαν φτάνουν βρίσκουν τον νεαρό Μάγο πεσμένο στα γόνατα, να αναθεματίζει τον εαυτό του για το κακό που άθελα του προκάλεσε. Παρακαλά τους Μάγους να παραβούν τους νόμους της φύσης και να δώσουν ξανά ζωή στην αδικοχαμένη κοπέλα, αλλά εκείνοι αρνούνται λέγοντας του πως για να δοθεί ξανά ζωή σε ένα πλάσμα, πρέπει να παρθεί ζωή από κάποιο άλλο. Τότε, ο νεαρός Μάγος αφαιρει την ζωή του μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους, και σωριάζεται στο χώμα.


Οι Μάγοι δεν έχουν επιλογές. Ένα απ τα πλάσματα θα μπορέσει να ζήσει ξανά, η ζωή του όμως δεν θα μπορέσει ποτέ πια να είναι η ίδια, αφού πάντα ο πόνος της απώλειας θα βαραίνει την καρδιά, είτε είναι η καρδιά της νεράιδας είτε του Μάγου χωρίς όνομα.


Ένας σοφός Μάγος, προτείνει να ενώσουν τις δυο αυτές ψυχές σαν μια, ώστε να μπορούν να ζουν για πάντα μαζί. Μετατρέπουν τις ψυχές, με την δύναμη των μαγικών τους ραβδιών, σε αστέρι, και στην συνέχεια το τοποθετούν ψηλά στον ουρανό ώστε κανένα σκοτάδι ή φως να μην τους χωρίσει ξανά. Οι Μάγοι πια κατάλαβαν πως τίποτε δεν μπορεί να είναι τέλειο, ακόμα κι αν έχει δημιουργηθεί από τους ίδιους, έτσι το όραμα τους για έναν τέλειο κόσμο καταρρέει. Αποφασίζουν να γυρίσουν στο βασίλειο τους, ψηλά στον ουρανό, και να αφήσουν τα παιδιά τους να συνεχίσουν τις ζωές τους όπως αυτά επιθυμούν. Δεν είναι όλοι οι Μάγοι όμως αυτοί που θέλουν να αφήσουν το Ίντελμιρ.


Τρεις αποφασίζουν να μείνουν πίσω. Δυο από αυτούς, ο Κορνήλιος και ο Βασίλειους, με σκοπό να προσφέρουν ακόμα περισσότερα πράγματα στον τόπο και τα πλάσματα του, το ίδιο όμως δεν ισχύει και για την Μάγισσα Έθελ, που έχει κρυφό πόθο στην καρδιά να υποτάξει τα πλάσματα και να τα κυβερνήσει σύμφωνα με τα δικά της μέτρα.


 


Εδώ η ιστορία του Μάγου χωρίς όνομα λαμβάνει τέλος.


 


  Πολλά χρόνια αργότερα. Η Έθελ και το Μίριλ, το μισό πετράδι.


 


 Το τρίτο μέρος των χρονικών του Ίντελμιρ λαμβάνει χώρα αρκετά χρόνια μετά. Τα πλάσματα πια έχουν μάθει να ζουν μόνα τους και να απολαμβάνουν την ειρήνη και τα όμορφα δάση του Ίντελμιρ. Ζουν μεταξύ τους αρμονικά και εξελίσσονται αργά και σταθερά. Ο Μάγος Κορνήλιος είναι αυτός που αγαπά περισσότερο τα πλάσματα και φροντίζει συνεχώς να τα διδάσκει αλλά και να περνά τον καιρό του μαζί τους.


Ο Μάγος Βασίλειους, τα αγαπούσε κι αυτός, με όχι λιγότερη αγάπη, και φρόντισε να δώσει τις γνώσεις του αλλά με τον καιρό η επιθυμία του να απομονωθεί και να εξερευνήσει τις απάτητες περιοχές του κόσμου όλο και μεγάλωνε. Έτσι μια μέρα αποφάσισε να φύγει μακριά και από τότε κανείς, ίσως εκτός από λίγους, δεν τον ξαναείδε.


Η  Μάγισσα Έθελ συνέχιζε να ζει στα ανάκτορα του βορρά, στην περιοχή που οι Μάγοι με τον ερχομό τους αποφάσισαν να εγκατασταθούν και σπάνια βγαίνει στις πεδιάδες του Ίντελμιρ. Κρύβει καλά μέσα της την δυσαρέσκεια της για τα πλάσματα που ζουν εκεί, παρά το γεγονός ότι κάθε μέρα τα μισεί περισσότερο και περιμένει την ευκαιρία να υποτάξει όλες τις φυλές υπομονετικά. Ο κρυφός πόθος της για το πετράδι της δύναμης, την Όνια, μαζί με την επιθυμία της να βασιλέψει της τρώνε το μυαλό και την καρδιά και βάζει μπροστά τα σχέδια της να ολοκληρώσει τον σκοπό της. Τότε ήταν που το κακό άρχισε να συγκεντρώνεται γύρω απ το βασίλειο του Ρίντακ προσεκτικά και χωρίς κανένας, ούτε ο ίδιος ο Κορνήλιος, να καταλάβει πως τα χρόνια της ειρήνης επρόκειτο να τελειώσουν στον κόσμο.


Ο Κορνήλιος έχει στην κατοχή του το πετράδι, φυλαγμένο και δεμένο με ισχυρά μάγια που μόνο ο ίδιος μπορεί να λύσει. Η Έθελ ζητά απ τον Μάγο να της δανείσει την Όνια με σκοπό να δημιουργήσει έργα πρωτοφανή, έργα που θα κάνουν τις ζωές όλων ακόμα πιο όμορφες. Ο Κορνήλιος αν και δεν βλέπει καθαρά την κακία που τρώει το μυαλό και τους σκοτεινούς σκοπούς της, βλέπει πως ο σκοπός της είναι άλλος, πέρα από αυτόν που η Μάγισσα αναφέρεται, και της αρνείται την Όνια.


Χρόνο με το χρόνο η Μάγισσα ποθεί όλο και περισσότερο την Όνια και αυτό, από ένα σημείο και ύστερα, ο Κορνήλιος το βλέπει πια καθαρά. Αποφασίζει να κρύψει μακριά το πετράδι, κάπου όπου η Έθελ να μην μπορεί να βρει. Λύνει τα μάγια που κρατούν την πέτρα της δύναμης και πριν καν προλάβει να την κρύψει, η Έθελ επιτίθεται με βία να αρπάξει το αντικείμενο που θα της δώσει την απεριόριστη δύναμη που ζητά. Οι δυο Μάγοι πολεμούν και οι δυνάμεις τους είναι τρομερές, τέτοιες που προκαλούν ταραχές στις εκεί περιοχές του βορρά μέχρι που πάνω στην φούρια τους, από ένα δυνατό ξόρκι, η Όνια σπάζει σε δυο κομμάτια.


Η Έθελ αρπάζει το ένα μισό και μεταμορφώνεται σε καπνό. Εξαφανίζεται απ τα ανάκτορα του Ρίντακ και βρίσκει καταφύγιο στο δάσος Κέρακ, το μέρος οπού αποτελεί την κατοικία των Νάνων. Ζει κρυφά και μακριά από τα περίεργα μάτια τους για πολύ καιρό και σπάνια περπατά στα δάση με την πραγματική της μορφή. Παίρνει την μορφή της σκοτεινιάς και της ομίχλης και οι Νάνοι όπως επίσης και τα ζώα του δάσους αντιλαμβάνονται πως κάποιο, χωρίς όψη κακό έχει έρθει και ζει στο Κέρακ. Η Όνια που κουβαλά μέσα της γνώση και δύναμη, σε μια τελευταία της προσπάθεια να προστατέψει την ύπαρξη της αλλά και όλα τα πλάσματα του Ίντελμιρ απ το κακό, στρέφεται ενάντια στην Μάγισσα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η Έθελ να αρρωστήσει βαριά και το πετράδι παγώνει και κοιμάται βαθιά. Αυτό είναι το τέλος του Μίριλ, όπως ονομάστηκε αργότερα, του μισού πετραδιού που δεν θα ξυπνήσει μέχρι να βρεθεί το άλλο του μισό.



 Όλραντ και Λάος.  


 


Τα Νεραϊδικά ζούσαν όπως είπαμε στο νησί Νάρνεν. Ένα μέρος περικυκλωμένο από τα κρυστάλλινα νερά της λίμνης που γύρω απ αυτήν φύτρωναν δέντρα όπως καστανιές πλατάνια και άλλα διάφορα δέντρα που αγαπούσαν το νερό. Ένα μέρος με μοναδική ομορφιά, που ο Μάγος Κορνήλιος περνούσε τον περισσότερο καιρό του γιατί η φυλή του νερού, τα Νεραϊδικά, έδειχναν πάντα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις τέχνες, όποιες και να ήταν αυτές.


Εκεί μεγάλωναν δυο νέοι, ο Όλραντ και ο αδελφικός του φίλος, Λάος. Όλοι είχαν να λένε πως συμπεριφέρονταν σαν αδέλφια κι ας μην είχαν δεσμό αίματος. Ήταν μαζί σε όλα. Στο παιχνίδι, στις βόλτες στην εξοχή και αργότερα, καθώς μεγάλωναν, στην άσκηση με το τόξο, στην μάθηση της μαγείας, στο κυνήγι και το ψάρεμα. Ήταν και οι δυο ισοδύναμοι στην μάχη σώμα με σώμα και με κοφτερό μυαλό και πάντα όταν συναγωνίζονταν γελούσαν δυνατά ο ένας με τον άλλον.


 


Εκείνο τον καιρό, άρχοντας του Νάρνεν ήταν ο  Ρίλιο. Δίκαιος και σοφός ήταν, και είχε πάρει το όνομα του απ τα αστραφτερά του μάτια που έβλεπαν μακριά, σαν εκείνα του αετού.  Όταν ο Όλραντ ενηλικιώθηκε, δηλαδή είχε περάσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του, ο άρχοντας Ρίλιο τον κάλεσε στο αρχοντικό του. Του μίλησε για το δικαίωμα που είχε ένας άρχοντας, όταν κουραζόταν απ τις ευθύνες που έχει μια θέση σαν κι αυτή, να μεταδώσει τον τίτλο του στον πρωτότοκο γιο του. Ο Ρίλιο όμως είχε μόνο μια κόρη, την Γιάρα, και την αγαπούσε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο, γιατί ήταν ότι πολυτιμότερο του άφησε η σύντροφος του πριν πεθάνει από ένα άσχημο παιχνίδι της μοίρας.


Γνώριζε πως σε  λίγα χρόνια, η θέση του άρχοντα, θα έπρεπε να καλυφτεί από έναν άξιο και δραστήριο νέο και έπρεπε να φροντίσει όσο ακόμα ήταν νωρίς γι αυτό. Επίσης έβλεπε πως η Γιάρα και ο Όλραντ μοιράζονταν κάτι παραπάνω από μια αδελφική φιλία, και αλήθεια ήταν, αφού και οι δυο τους είχαν δώσει κρυφά όρκους αγάπης. Έτσι λοιπόν του μίλησε εκείνη την μέρα για τα σχέδια που είχε. Να ενώσει την ζωή του με την Γιάρα και να καθίσει δίπλα του στην θέση του άρχοντα. Αρχικά ο Όλραντ παραδέχτηκε πως αγαπούσε την Γιάρα και πως μια τέτοια απόφαση θα τους έκανε και τους δυο ευτυχισμένους, ύστερα όμως ο νους του σκοτείνιασε. Ρώτησε τον Ρίλιο, γιατί διάλεξε αυτόν και όχι τον Λάος.


Ο Όλραντ και ο Λάος ήταν για εκείνον σαν δικά του παιδιά, μιας και είχε πολλά πάρε δώσε με τις οικογένειες τους. Τα είδε απ την αρχή της ζωής τους να μεγαλώνουν και να γίνονται άντρες ρωμαλέοι και άξιοι, και δεν τους ξεχώριζε. Έβλεπε όμως στα μάτια του Όλραντ την ταπεινότητα που πρέπει να έχει κάποιος για να μπορεί να σταθεί επάξια στην θέση του άρχοντα. Μια θέση που όπως αποδείχτηκε ύστερα, ποθούσε ο Λάος, αλλά το κρατούσε για τον εαυτό του.


«Σας έχω και τους δυο σας σαν δικά μου παιδιά» είπε. «Τα μάτια μου συνήθως δεν λαθεύουν, όπως δεν λάθεψαν και για την κρυφή αγάπη που έχεις με την θυγατέρα μου. Ο Λάος είναι καλός στην καρδιά και σκληρός σαν το ατσάλι όταν πρέπει, δεν έχει όμως όσα χρειάζεται για την θέση αυτή, ούτε στην καρδιά της Γιάρα έχει άλλη θέση για εκείνον, πέρα από αυτή του «θετού αδελφού».»


Ο Όλραντ προβληματίστηκε γιατί γνώριζε τον χαρακτήρα του φίλου του και ζήτησε λίγο χρόνο να σκεφτεί και να ζητήσει την γνώμη του πατέρα του.  Ο Ρίλιο του έδωσε τον χρόνο του και εκείνος έφυγε με το κεφάλι γεμάτο σκέψεις.


Ο πατέρας του, που ζούσε όλη του την ζωή σαν ξυλουργός, οπού απ τα χέρια του πολλά και θαυμαστά έργα έγιναν, πολύ το χάρηκε. Ήταν μεγάλη τιμή για την οικογένεια του, και μίλησε στον Όλραντ όπως έπρεπε να κάνει ένας πατέρας στον γιο του.


«Είναι μεγάλη τιμή για εμάς αλλά ακόμα περισσότερο για σένα. Σου προτείνω να δεχτείς το αξίωμα αυτό, γιατί ο άρχοντας Ρίλιο έχει μάτια που δεν λαθεύουν, ούτε στο βέλος αλλά ούτε και στην ικανότητα να βλέπει μέσα στην καρδιά. Όσον αφορά την Γιάρα και εσένα, δεν χρειάζεται να έχει κάποιος κοφτερή μάτια για να καταλάβει την αγάπη που μοιράζεστε από μικρά παιδιά.»


«Ο Λάος όμως, είναι σαν αδελφός μου. Ξέρω τον χαρακτήρα του. Θα ζηλέψει.» αποκρίθηκε ο Όλραντ σκεπτικός.


«Ανοησίες» είπε ο πατέρας του και γέλασε καλοσυνάτα «Δέξου όσα σου προσφέρει ο άρχοντας Ρίλιο, αυτή είναι η γνώμη μου, αλλά η απόφαση είναι μόνο δική σου. Ο Λάος είναι σαν αδελφός σου, θα χαρεί με την χαρά σου.»


Ο Όλραντ ένιωσε χαρά μέσα του σαν άκουσε τα λόγια του πατέρα του και γέμισε περηφάνια και η καρδιά του ξαλάφρωσε.


«Θα δεχτώ του είπε.»


«Τότε λοιπόν τρέξε να το πεις στην μητέρα σου. Πολύ θα χαρεί σαν μάθει πως μου έδωσε έναν γιο σαν κι εσένα.» και ο Όλραντ έτρεξε χαρούμενος να το πει.


Ο Λάος όμως, το έμαθε κι αυτός, γιατί να νέα μαθεύτηκαν. Παρά το γεγονός πως αγαπούσε τον Όλραντ, η καρδιά του βάρυνε και η διάθεση του δεν ήταν πια η ίδια, και αυτό ο Όλραντ το είδε σαν τον αντάμωσε. Ο Λάος προσπάθησε να κρύψει την δυσαρέσκεια του και έκανε πως χάρηκε, αλλά ο Όλραντ που τον γνώριζε καλύτερα απ όλους κατάλαβε πως κάτι του σκίαζε το νου. Ύστερα, ο Λάος έφυγε, και όταν τον χαιρέτισε, δεν το κοίταξε στα μάτια.


Για πολλές μέρες ο Λάος απόφευγε τον Όλραντ. Εκείνες τις φόρες όμως που δεν μπορούσε να τον αποφύγει, σαν αντάμωναν τυχαία σε κάποια συντροφιά γύρω απ την φωτιά, στεκόταν λιγομίλητος και σκυθρωπός απέναντι σε όλους. Όμως όλοι, λίγο πολύ, καταλάβαιναν τον λόγο που τον έκανε να συμπεριφέρεται έτσι και οι κουβέντες δεν άργησαν να λέγονται από στόμα σε στόμα, όχι από κακία όμως. Δεν πέρασε λίγος καιρός και ο Όλραντ πλησίασε τον φίλο του για να του μιλήσει.


«Τι είναι αυτό που σε έδιωξε μακριά μου; Του είπε. «Μήπως είναι κάτι που έκανα η είπα; Σαν αδελφό μου σε έχω, κι εσύ το ίδιο. Δεν χρειάζεται πια να σε ξέρει κανείς καλά για να διαπιστώσει πως μέρα με την μέρα ο νους σου σκοτεινιάζει. Πες μου λοιπόν.»


Και τότε ο Λάος δεν άντεξε άλλο να το κρατά μέσα του και φώναξε.


«Αλλιώς τι; Τι θα γίνει αν δεν σου πω; Θα χρησιμοποιήσεις την εξουσία σου, αυτή που σου δόθηκε ως κληρονομία για να τιμωρήσεις την σιωπή μου και την κακοκεφιά μου; Σοφή η επιλογή του Ρίλιο να την περάσει σε εσένα. Άρχοντα Όλραντ.» Οι δυο τελευταίες λέξεις βγήκαν απ το στόμα του γεμάτες θυμό και ειρωνεία και τότε ο Όλραντ σιγουρεύτηκε πως αυτή του η στάση οφειλόταν τόσο καιρό στην ζήλια.


«Ώστε αυτός είναι ο λόγος.» είπε ο Όλραντ. «Το φοβόμουν.»


«Ναι αυτός είναι. Όπως επίσης και η αγάπη που τόσο απλόχερα σου δόθηκε από αυτήν που όλα αυτά τα χρόνια αγαπώ.»


Σαν άκουσε αυτό ο Όλραντ ξαφνιάστηκε, γιατί μπορεί να ήξερε πως ο Λάος τον ζήλευε γι αυτή την απόφαση του Ρίλιο, μα ποτέ του δεν πίστευε πως έβλεπε την Γιάρα με τέτοιο τρόπο. Τόσο πολύ ξαφνιάστηκε που δεν είπε κουβέντα.


«Και τώρα που έμαθες, άρχοντα Όλραντ, μπορείς να με κρίνεις για την συμπεριφορά μου» είπε ξανά ειρωνικά. «Όπως επίσης και για την ανικανότητα μου να αγαπηθώ!»


«Αλλοίμονο» είπε ο Όλραντ «Ποτέ μου δεν περίμενα να ακούσω κάτι τέτοιο απ το δικό σου στόμα. Ούτε και ποτέ μου κατάλαβα τα κρυφά σου αισθήματα για την Γιάρα. Δεν έχω γίνει ακόμα άρχοντας του τόπου για να μπορέσω να κρίνω όποια συμπεριφορά, καλή ή άσχημη. Μάθε πως δεν πήγα γυρεύοντας για κανένα αξίωμα, ούτε και ποτέ μου πόθησα κάτι τέτοιο. Είμαι περήφανος όμως που μου δόθηκε αυτή η τιμή. Δεν θα την αρνηθώ, όπως επίσης δεν θα αρνηθώ την αγάπη της Γιάρα, όσο κι αν εσένα δεν σου αρέσει. Δεν περίμενα ποτέ να αρνηθείς την φιλία μας για αυτό τον λόγο, μόνο πως θα χαιρόσουν με την χαρά μου πίστευα, όπως θα χαιρόμουν κι εγώ με την δική σου.» και με αυτά τα λόγια, ο Όλραντ γύρισε την πλάτη του και έφυγε πικραμένος χωρίς να δώσει ευκαιρία στον Λάος να ξεστομίσει άλλη κακία. Αυτό όμως τον εξόργισε ακόμα περισσότερο γιατί δεν κατάλαβε πως ο Όλραντ το έκανε από την στενοχώρια του και όχι από υπερηφάνεια.


Μέχρι το τέλος εκείνης την άνοιξης, δεν αντάλλαξαν ούτε κουβέντα. Ο Όλραντ έδωσε όρκους αγάπης με την Γιάρα και ορκίστηκε να αναλάβει την θέση του ως μαθητευόμενος του Ρίλιο. Θα περνούσε μια περίοδος δίπλα του, μέχρι να αποκτήσει τις γνώσεις που χρειάζονταν για να σταθεί επάξια στη θέση του άρχοντα. Την μέρα όμως της ορκωμοσίας, και στο χώρο της τελετής, ήρθε και ο Λάος. Ήταν μεθυσμένος και κακότροπος. Φώναζε και χλεύαζε τον Όλραντ όπως επίσης και τον Ρίλιο για την επιλογή του. Στην Γιάρα δεν είπε κουβέντα, ούτε και την κοίταξε. Επικράτησε σύγχυση και πρώτος απ όλους, βγήκε μπροστά ο Κάαος, πατέρας του Λάος. Τον πλησίασε, παρά την ντροπή του, και προσπάθησε να τον λογικέψει, αλλά το κρασί τον Γιγάντων ήταν δυνατό, και όπως όλα τα δυνατά πιοτά, έτσι κι αυτό αποκάλυψε τον πραγματικό θυμό του.


«Δεν βλέπεις πως ντροπιάζεσαι μπροστά σε όλους; Να χαίρεσαι θα έπρεπε που ο αδελφικός σου φίλος βρίσκεται σε αυτή την θέση.»


«Και γιατί να χαρώ δηλαδή; Μήπως εγώ δεν ήμουν άξιος; Αλλά βέβαια, περισσότερο περήφανος νιώθεις για το παιδί του ξυλουργού παρά για το δικό σου.»


«Φύγε από μπροστά μου και μέχρι να λογικευτείς, μην ξαναπατήσεις εδώ.» φώναξε ο πατέρας του και ο Λάος έφυγε, ντροπιασμένος και περισσότερο θυμωμένος από ποτέ.


Ύστερα, ο Λάος, με μόνα υπάρχοντα του το ραβδί, ένα κυνηγητικό τόξο και μια ταξιδιωτική κάπα αποφάσισε να χαθεί απ την λίμνη, προς άγνωστη για όλους κατεύθυνση.


Με πληγωμένη την υπερηφάνεια, έφυγε απ την Νάρνεν ένα πρωινό του φθινοπώρου χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανέναν εκτός απ την μητέρα του, που σαν παιδί της ποτέ δεν τον έκρινε σκληρά, γιατί της έμοιαζε και είχαν το ίδιο χαρακτήρα. Θα ταξίδευε πεζός νότια, δεν είπε όμως τίποτε άλλο, ούτε χαιρέτησε τον πατέρα του. Περιπλανήθηκε αρκετό καιρό μόνος του από μέρος σε μέρος και έδινε την βοήθεια του με αντάλλαγμα ένα μέρος να κοιμηθεί, τροφή και κρασί. Εργαζόταν σκληρά γιατί ήταν μαθημένος έτσι και πρόσφερε τις γνώσεις του, όταν αυτές χρειάζονταν. Πέρασε ένας χρόνος και αυτός ακόμα περιπλανιόταν στα δάση και τις πεδιάδες του Ίντελμιρ.


Γνώρισε πολλά πλάσματα και είχε πάρε δώσε με όλες τις φυλές, πάντα όμως έφευγε μακριά όταν το επιθυμούσε χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Και έτσι συνέχιζε την ζωή του μέχρι που πήγε και εγκαταστάθηκε στο δάσος Κέρακ, εκεί που κατοικούσαν οι Νάνοι. Ζήτησε μέρος να μείνει και δουλειά. Οι Νάνοι που εκείνον τον καιρό αντιλαμβανόντουσαν μια σκιά στο δάσος, (όπως ανέφερα νωρίτερα ήταν η Μάγισσα που εκείνο τον καιρό είχε έρθει σαν σκιά και εγκαταστάθηκε στο δάσος) ήταν επιφυλακτικοί μαζί του. Με τον καιρό όμως ο Λάος, που τότε οι προθέσεις του ήταν καλές παρά την πληγωμένη περηφάνια του που τον έκαιγε εσωτερικά, κέρδισε την εμπιστοσύνη τους. Του πρόσφεραν δουλειά και μέρος ανάμεσα τους και εκείνος ζούσε με τον τρόπο ζωής των Νάνων. Κάποιοι έβλεπαν πως κάτι του βάραινε την καρδιά, αλλά ήταν λιγομίλητος και δύσκολα έδινε δικαίωμα σε κάποιον να συζητήσει μαζί του, ούτε απαντούσε εύκολα σε ερωτήσεις που αφορούσαν το παρελθόν του.


Η μοίρα του όμως παραμόνευε, και στάθηκε άτυχος. Μια μέρα, αποφάσισε να περπατήσει στο όμορφο δάσος και να ξεκουράσει το κουρασμένο του πνεύμα. Έλειπε πολύ καιρό απ τον τόπο του, και η αλήθεια είναι πως ο θυμός της απόρριψης είχε κατά πολύ χαθεί απ την καρδιά του. Του έλειπε η λίμνη με τα κρυστάλλινα της νερά, το όμορφο σπιτικό του όπως και η φυλή του, η ντροπή όμως τώρα ήταν αυτή που τον βασάνιζε και τον κρατούσε μακριά.


 


Ο Λάος συναντά την Έθελ.


 


Τόσο απορροφημένος ήταν απ τις σκέψεις του, που δεν κατάλαβε πως είχε απομακρυνθεί αρκετά απ τον οικισμό οπού διέμενε εκείνο τον καιρό. Θα είχε σταθεί πιο τυχερός αν εκείνη την μέρα δεν έβλεπε ξαπλωμένη ανάμεσα στην χαμηλή βλάστηση την Μάγισσα. Ήταν όμορφη, αυτό να λέγεται, παρά την ασθένεια που είχε πέσει επάνω της βαριά, γιατί είχε φορέσει μια μορφή διαφορετική από αυτήν που την γνώριζαν όλοι. Όμορφη σαν νεράιδα του δάσους με χρυσά μαλλιά.


Ο Λάος δεν είχε ακούσει τις φήμες που λέγονταν για το φευγιό της Μάγισσας απ τα ανάκτορα του βορρά, ούτε και γνώριζε πολλά για την αφεντιά της. Την άρπαξε αμέσως στα χέρια του και την κουβάλησε σε μέρος οπού θα μπορούσε να την φέρει πάλι στην ζωή, γιατί ήταν γνώστης της μαγείας και καλός θεραπευτής. Την φρόντισε για πολλές μέρες και βρισκόταν συνεχώς πάνω απ το κεφάλι της. Κουβαλούσε τις δροσοσταλιές απ τα φύλλα των δέντρων και ανακούφιζε τον πυρετό της. Έψαξε, βρήκε βοτάνια και απάλυνε τον πόνο της, μέχρι που αυτή, ύστερα από λίγο καιρό ήταν σε θέση να σταθεί και να μιλά μαζί του, όχι όμως για πολύ ώρα.


Όταν η Έθελ ανάκτησε ένα μεγάλο μέρος των δυνάμεων της, έβαλε όλη της την πονηριά και άφησε τον Λάος να νομίζει πως ακόμα ήταν αδύναμη και μικρή σε αυτόν τον κόσμο. Δεν του φανέρωσε πια ήταν, ούτε είπε το πραγματικό της όνομα. Μέρα με την μέρα κέρδιζε ακόμα περισσότερο την συμπάθια του και αυτός έκανε ότι του ζητούσε. Ήταν ότι πιο όμορφο είχε αντικρύσει σε όλο το χρονικό διάστημα της εξορίας του και όπως ήταν φυσικό, η Μάγισσα, γέμιζε σταλιά σταλιά την καρδιά του Λάος με φαρμάκι. Ένα φαρμάκι σαν την αγάπη, μόνο που η αγάπη αυτή ήταν αρρωστημένη, αποτέλεσμα της σκοτεινής θέλησης της.


Ο καιρός περνούσε και ο Λάος όλο και πιο πολύ χανόταν στα μάγια της. Με πονηρούς τρόπους, τον ανάγκασε να της πει τα πάντα για την ζωή του και για το φευγιό του απ την λίμνη. Της μίλησε για την επιθυμία του να κυβερνήσει την Νάρνεν και για τον τρόπο που του φερθήκαν εξ αιτίας της συμπεριφοράς του. Μίλησε για τον Όλραντ και την επιλογή του Ρίλιο, όπως επίσης και για τον θυμό του πατέρα του. Τέλος είπε όλα όσα είχε ζήσει το χρονικό διάστημα της εξορίας του και για τους λαούς που γνώρισε, τις υπηρεσίες που πρόσφερε με αντάλλαγμα ένα κομμάτι ψωμί ή ένα κρεβάτι από άχυρα για να κοιμηθεί. Ύστερα έσκυψε το κεφάλι και δεν μίλησε άλλο. Ποτέ δεν είχε μιλήσει σε κανέναν και τώρα που είχε πει τα πάντα, του ήρθαν πάλι οι αναμνήσεις στο μυαλό και η πίκρα του θέριεψε ξανά.


Η Έθελ όμως, που τον είχε πια του χεριού της, του μίλησε με λόγια δήθεν τρυφερά και προσπάθησε να διώξει από πάνω του την λύπη, μετατρέποντας την με ραδιουργίες, σε θυμό και μίσος για την ίδια του την φυλή.


«Εγώ στα μάτια σου βλέπω μια λάμψη που μόνο ένας άρχοντας θα μπορούσε να έχει» του είπε. «Μην λυπάσαι για όσα σου συνέβησαν παρά μόνο οπλίσου με θάρρος και διεκδίκησε αυτά που σου αξίζουν.»


«Και πως θα τα διεκδικήσω» της απάντησε ο Λάος «Δεν έχω καρδιά πια να γυρίσω στο σπίτι μου, ούτε δικαιώματα, μιας και ο ίδιος μου ο πατέρας με έδιωξε. Δεν θα βρω ποτέ την δύναμη που είχα κάποτε ούτε και το θάρρος.»


«Ο λαός σου θα έπρεπε να ξέρει καλύτερα ποιος είναι άξιος και ποιος όχι. Δεν θα έπρεπε να στερεί από παλληκάρια σαν κι εσένα το δικαίωμα να αποδείξουν την αξία τους. Λες πως δεν έχεις πια δύναμη και θάρρος, κι εγώ σου λέω πως μπορώ να σου τα δώσω όλα αν το θέλεις, γιατί έχω τον τρόπο. Αν με αφήσεις να σε βοηθήσω, σου υπόσχομαι πως όσα πόθησες μέχρι τώρα θα γίνουν δικά σου. Θα σου δείξω πράγματα και θα σου δώσω γνώση, τέτοια θα είναι η δύναμη σου, που όλοι θα μιλάν για σένα, όχι μόνο στην Νάρνεν αλλά στον κόσμο όλο. Τι λες; Δέχεσαι την βοήθεια μου;»


«Τι αντάλλαγμα ζητάς;» είπε ο Λάος και τότε η Μάγισσα του φανερώθηκε με την πραγματική της μορφή. Πεντάμορφη μα άγρια στην όψη, με μάτια που έκαιγαν και δέρμα κατάλευκο σαν το χιόνι. Η φωνή της ήταν λες και έβγαινε απ τα βάθη της γης και σαν μίλησε, τα πουλιά σώπασαν και πέταξαν μακριά τρομαγμένα.


«Θα είμαι η αρχόντισσα σου και σε μένα θα δίνεις λόγο. Θα με βοηθήσεις στο έργο μου, όποιο κι αν είναι αυτό.» είπε και ο Λάος ένιωσε δέος και φόβο, τέτοιο, που γονάτισε μπροστά στα πόδια της.


«Βοήθησε με» είπε ο Λάος «θα σε έχω για αρχόντισσα μου και ο σκοπός σου θα γίνει δικός μου».


Έτσι κι έγινε. Ο Λάος ήταν ο πρώτος που έπεσε στα δίχτυα της Μάγισσας. Ο πρώτος καπετάνιος, πιο θανάσιμος απ όλους όσους ακολούθησαν στην πορεία. Ο Άρχοντας των Δαιμόνων και Κύριος των Λύκων. Το μαύρο πνεύμα του βορρά. Ο πρώτος σκλάβος της Μάγισσας και αργότερα ο πιο φοβερός εχθρός του κόσμου.


 


   Η πρώτη μάχη.


 


Ο καιρός περνούσε και ο Λάος όλο και περισσότερο βυθιζόταν στο σκοτάδι. Στην καρδιά του κατοικούσε μόνο μίσος και στο μυαλό του πάθος για εξουσία και εκδίκηση.


Εν το μεταξύ, ο Όλραντ, εξελισσόταν σε σοφό και δίκαιο ηγέτη δίπλα στον Ρίλιο ενώ η ζωή στην λίμνη και γύρω απ αυτήν,  κυλούσε ήρεμα.


Το γεγονός όμως, πως η Μάγισσα είχε χαθεί μαζί με το μισό πετράδι, το Μίριλ, ανησυχούσε πολύ τον Κορνήλιο, αλλά το κρατούσε για τον εαυτό του. Είχε περάσει ένας χρόνος και δυο εποχές  από την μέρα που η Έθελ χάθηκε απ τα ανάκτορα του βορρά και ο Κορνήλιος, παρά τις προσπάθειες του να την βρει και να βάλει τα πράγματα στην θέση τους, δεν τα είχε καταφέρει. Στο έργο αυτό τον βοηθούσαν ζώα και πουλιά που υπηρετούσαν το καλό του τόπου, δεν μπορούσαν όμως να βρουν ίχνος της και λανθασμένα πίστεψαν πως η Μάγισσα είχε χαθεί για πάντα απ την γη του Ίντελμιρ. Ο Μάγος όμως  είχε τους φόβους του, γιατί τα μάτια του έβλεπαν μακριά, και ένιωθε πως μια σκιά σέρνεται στα δάση της. Δεν είχε άλλη επιλογή απ το να φανερώσει τις ανησυχίες του στον Ρίλιο, που ακόμα ήταν άρχοντας του Νάρνεν. Σαν έμαθε όλα όσα έγιναν μια σκιά σκέπασε την καρδιά του. Τι κακό θα μπορούσε να προκαλέσει ένα παντοδύναμο πλάσμα όπως η Μάγισσα, μια Μάγισσα που λαχταρούσε να κυριαρχήσει όλα τα πλάσματα του κόσμου; Και αν αποφάσιζε πως ο καιρός της κυριαρχίας της είχε φτάσει, με ποια μέσα θα προσπαθούσε να επιβληθεί και ποιες θα ήταν οι συνέπειες;


Οι φόβοι του όμως επαληθεύτηκαν ύστερα από δυο εποχές του χρόνου εκείνου, όταν όλα τα πλάσματα μαζευτήκαν για την γιορτή του φεγγαριού στην νότια πλευρά του δάσους, στις όχθες τις λίμνης.


Στην μέση της γιορτής φανερώθηκε ο Λάος πάνω σε ένα άρμα που το έσερναν λύκοι και πίσω τους πεζοί ακολουθούσαν Νάνοι. Μια ανησυχία απλώθηκε παντού αλλά ο Λάος, που ακόμα η μορφή του δεν είχε αλλοιωθεί απ την κακία και το σκοτάδι, πλησίασε την μητέρα του, κι εκείνη επειδή τις είχε λείψει τον αγκάλιασε. Ύστερα ο Λάος μίλησε σε όλους.


«Η κυρά μου, αρχόντισσα Έθελ στέλνει τους χαιρετισμούς της. Οι υποχρεώσεις είναι πολλές και δεν μπόρεσε να παραβρεθεί σε τούτο το γιορτάσι. Φρόντισε όμως να στείλει ως δώρο στην όμορφη λίμνη τις υπηρεσίες της» είπε και έδειξε τους Νάνους. «Θα σας υπηρετούν πιστά, και για όσο χρειάζεται.»


Ύστερα πήγε και στάθηκε μπροστά στον πατέρα του και του μίλησε. «Δεν θα με καλωσορίσεις πατέρα;» Του είπε. «Έχεις να με δεις και να μάθεις νέα μου σχεδόν δυο χρόνια και μισό. Έτσι δέχεσαι τον μοναχογιό σου πίσω;»


«Έχεις στα μάτια σου μια λάμψη που δεν ανήκει στα μάτια του γιου μου και στην καρδιά σου μια σκιά μαύρη, σαν νύχτα δίχως φεγγάρι. Μου έλειψε πολύ έχεις δίκιο, και μετανιώνω για τα λόγια που είπα τότε. Δεν είναι ο γιος μου όμως αυτός που τώρα στέκεται απέναντι μου, ζητά το καλωσόρισμα μου και έρχεται φέροντας για δώρο ελεύθερα πλάσματα για υπηρέτες. Πότε χρειάστηκε κάποιος να υπηρετεί εμάς για να χρειάζεται και τώρα;» είπε ο πατέρας του. «Δεν είσαι εσύ ο γιος μου!»


«Τώρα φαντάζομαι πως θα λες γιο σου εκείνον που ήταν η αιτία του φευγιού μου.» είπε εννοώντας τον Όλραντ.


«Πάψε!» φώναξε ο πατέρας του «Η αιτία του φευγιού σου ήσουν μόνο εσύ και άλλος κανείς! Μακάρι να του έμοιαζες έστω και λίγο».


Τότε όμως ήρθε και στάθηκε μπροστά του ο Όλραντ, και για λίγες στιγμές ένιωσε χαρά που θα αντάμωνε τον παλιό του φίλο. Πίστευε πως η καρδιά του θα είχε μαλακώσει και πως ερχόταν ξανά πίσω με καλές προθέσεις. Έκανε όμως λάθος και το κατάλαβε απ την πρώτη ματιά. Παρόλα αυτά, μίλησε καλοσυνάτα στον Λάος και τον καλωσόρισε, εκείνος όμως έφτυσε στο χώμα σαν τον αντίκρισε.


«Τόσο κακό λοιπόν σου έκανα;» Του είπε ο Όλραντ. «Λείπεις δυο χρόνια και η καρδιά σου είναι ακόμα φαρμακωμένη. Έτσι λοιπόν εσύ χαιρετάς τον κάποτε αδελφικό σου φίλο;»


«Δεν θα έπρεπε να έχεις παράπονο εσύ.» είπε ο Λάος. «Πέρα από την ηγεσία του τόπου και την γυναίκα που αγαπούσα, απέκτησες και τρίτο πατέρα, αυτόν που κάποτε ήταν δικός μου τώρα καμαρώνει εσένα. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα μου τα πάρεις όλα, πονηρό φίδι.»


«Δεν είμαι ηγέτης κανενός. Η γυναίκα που λες πως αγαπούσες, σε αγαπούσε και αυτή, με αγάπη όμως αδελφική και όχι άλλη. Ο πατέρας σου δεν έγινε κάτι περισσότερο για μένα, από αυτό που ήξερες.» Απάντησε θυμωμένος ο Όλραντ. «Δεν πήρα τίποτε και από κανέναν, ποτέ. Δεν φανταζόμουν πως η ανοησία σου θα ξεπεράσει την αδελφική αγάπη που είχαμε ο ένας για τον άλλον. Τι ήρθες να κάνεις εδώ άραγε πέρα απ το να προσβάλεις τον ίδιο σου τον πατέρα και ύστερα να ρίξεις το φαρμάκι σου σε μένα; Κάτι μου λέει πως τα λόγια αυτά, στα φύτεψε στο κεφάλι η κυρά σου να τα πεις, και έκανε καλή δουλειά. Αν θες την γνώμη μου φρόντισε να λογικευτείς και πάρε πίσω τα λόγια που είπες.»


Ο Λάος τότε γέλασε δυνατά.


«Να πάρω πίσω τα λόγια μου; Όχι, αυτό δεν θα το κάνω, γιατί τα λόγια σαν βγαίνουν απ το στόμα είναι σαν το νερό στο ποτάμι και πίσω δεν γυρίζουν. Εσύ όμως φρόντισε να μην ξαναπιάσεις στο στόμα σου την κυρά μου γιατί θα είναι τα τελευταία σου λόγια.»


«Καλά το κατάλαβα» είπε ο Όλραντ.


«Και τι είναι αυτό που κατάλαβες;» ρώτησε ο Λάος.


«Είσαι στραβός και δεν βλέπεις πως σε έχει για να κάνει το παιχνίδι της κακόμοιρε, και σε λυπάμαι.» είπε και τότε ξαφνικά, ο Λάος, με μια αστραπιαία κίνηση σήκωσε το ραβδί του και επιτέθηκε στον Όλραντ. Ο πατέρας του όμως, θες από ντροπή, θες από πίκρα, μπήκε μπροστά σε μια απελπισμένη προσπάθεια να τον σταματήσει,  και η ριπή τον πέτυχε με αποτέλεσμα να τον σωριάσει τραυματισμένο στο χώμα.


Επικράτησε σύγχυση  και μια φασαρία απλώθηκε καταμεσής της γιορτής.


Τότε, ο Όλραντ, χωρίς να διστάσει, και βλέποντας τον πατέρα του Λάος χτυπημένο, επιτέθηκε κι αυτός, γρήγορα και γεμάτος θυμό. Η μάχη φούντωσε μεταξύ τους και παρά τις φωνές και τα παρακάλια κανείς τους δεν έλεγε να κάνει πίσω. Ο ένας χτυπούσε τον άλλο μέχρι που ο Λάος κατάφερε να τραυματίσει τον Όλραντ στο πρόσωπο και λίγο έλειψε το πλήγμα να αποβεί μοιραίο. Τότε όμως, η Γιάρα, σε μια προσπάθεια να σταματήσει αυτή την τρέλα που είχε κυριεύσει τον Λάος, μπήκε ανάμεσα σε αυτόν και τον Όλραντ. Το ξόρκι την πέτυχε και δεν τις άφησε κανένα περιθώριο να ζήσει. Άφησε την τελευταία της ανάσα στα χέρια του πληγωμένου Όλραντ. Από τότε και ύστερα, ο Όλραντ θα κουβαλούσε για πάντα στην καρδιά του την σκιά της νύχτας εκείνης, όπως επίσης και το σημάδι στο πρόσωπο του, από αυτή την μάχη.


Ύστερα από λίγο όμως, ο Μάγος Κορνήλιος που βρισκόταν στο Νάρνεν και συζητούσε με τον Ρίλιο σοβαρά θέματα, έμαθε όσα έγιναν και έτρεξε. Έφτασε εκεί και χρησιμοποιώντας την δύναμη του σταμάτησε τον σαματά. Οι Νάνοι επιτέθηκαν και μάχη ξέσπασε. Ήταν όμως λίγοι και τα όπλα τους έσπασαν απ τις ριπές που εξαπέλυσαν τα ραβδιά των Νεραϊδικών, έτσι, κάποιοι πέθαναν στην μάχη και κάποιοι άλλοι τράπηκαν σε φυγή. Ο Λάος έφυγε κακήν κακώς βρίζοντας κατάρες σε όλους, με την καρδιά του γεμάτη με περισσότερο μίσος. Ο Όλραντ με όσες δυνάμεις του είχαν μείνει, οδηγούμενες από οργή, κυνήγησε τον Λάος μες το δάσος, μα εκείνος, μεταμορφώθηκε σε καπνό και χάθηκε πριν μπορέσει ο Όλραντ να τον βρει.


Από εκείνη την στιγμή και ύστερα, τίποτε δεν θα ήταν όπως πρώτα, και οι φόβοι του Κορνήλιου, πως η Μάγισσα ύφαινε τον ιστό της όλον αυτό τον καιρό της απουσίας της, επιβεβαιώθηκαν. Η πρώτη μάχη ήταν απλά μια ιδέα του τι θα επακολουθούσε και αυτό φάνηκε στα μάτια πολλών. Σκοπός την Έθελ δεν ήταν να πολεμήσει, όχι ακόμα. Έδωσε όμως μια γεύση πικρή στα ελεύθερα πλάσματα και φανέρωσε τους σκοπούς της, γεμίζοντας τις καρδιές τους με φόβο. Όσοι αναφέρονταν στην νύχτα εκείνη, την ονόμαζαν “H μάχη της σκοτεινιάς” ή ακόμα και “Νύχτα του ματωμένου φεγγαριού’’ και με αυτά τα ονόματα αναφερόταν σε τραγούδια και ιστορίες που ειπώθηκαν τα επόμενα χρόνια.


 


Ο πόλεμος έρχεται.


 


Ο καιρός περνούσε. Επικρατούσε μια ανησυχία παντού και σαν μια σκιά να είχε σκεπάσει τις μέρες που περνούσαν και έρχονταν. Πάρθηκε απόφαση για την δημιουργία στρατιωτικής δύναμης, οι Τένγκαρ, όπως ονομάστηκαν, όπως επίσης και για την κατασκευή όπλων. Οι Τένγκαρ αποτελούνταν κυρίως από Νεραϊδικά και ύστερα ακολούθησαν πλάσματα από κάθε φυλή. Γίγαντες με βαριά ρόπαλα, Αμαζόνες με τα τρομερά τους άλογα, τα Ράουμας, και άλλα πλάσματα που είχαν θάρρος και αγαπούσαν την ελευθερία. Εκείνα τα πλάσματα που αποφάσισαν πως δεν ήθελαν να συμμετέχουν στον πόλεμο ήταν τα Ξωτικά που ήταν, κατά κύριο λόγο, λαός που ασχολούταν με την γη και οι γνώσεις τους περιορίζονταν μόνο στην καλλιέργεια της. Έφυγαν όλοι, εκτός από λίγους που αποφάσισαν να μείνουν και να πολεμήσουν.


Κύρια όπλα τους ήταν το δόρυ, το σπαθί και η ασπίδα ενώ ένα μεγάλο μέρος των στρατιωτών κατείχαν μαγικό ραβδί, όπως επίσης και τόξο.


Ήταν καταχείμωνο όταν στη λίμνη έφτασε ο Ίνκις φέρνοντας άσχημα νέα. Ήταν ένας σοφός και δίκαιος Νάνος, φίλος των Νεραϊδικών, ο οποίος ήταν παρών στην  Μάχη του ματωμένου φεγγαριού και ήξερε τα πράγματα από πρώτο χέρι. Εξόριστος πια, μιας και το δάσος όπου κατοικούσε είχε γίνει άντρο ληστών και κακοποιών πλασμάτων. Αποφάσισε κρυφά να φύγει απ το Κέρακ μαζί με όσους είχαν τις ίδιες ιδέες και δεν άντεχαν τον ζυγό της Μάγισσας, ούτε και τις αδικίες που διέπρατταν Νάνοι που είχαν ορκιστεί πίστη την Έθελ. Είχαν φτιάξει τα σπιτικά τους  στον νότο, σε ένα δάσος πολλές μέρες μακριά αν ταξίδευες με τα πόδια, μπορούσαν όμως να πληροφορούνται για όλα όσα συνέβαιναν στο Κέρακ και αυτό επιτυγχάνονταν με κατασκόπους, που έπαιζαν την ζωή τους κορώνα γράμματα για να μεταφέρουν απ το ένα δάσο

 •  0 comments  •  flag
Share on Twitter
Published on January 07, 2016 09:53
No comments have been added yet.


Μιχάλης Κουρούβανης's Blog

Μιχάλης Κουρούβανης
Μιχάλης Κουρούβανης isn't a Goodreads Author (yet), but they do have a blog, so here are some recent posts imported from their feed.
Follow Μιχάλης Κουρούβανης's blog with rss.