Τα πρώτα Χριστούγεννα της Νεφέλης.

9cef5342cff5381cd7ec66b00b72e9aeΜια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό μέρος ζούσε ένα κορίτσι που το έλεγαν Νεφέλη. Ήταν πολύ όμορφη, αυτό να λέγεται, με μεγάλα μελιά μάτια, μακριά μαύρα μαλλιά και φορούσε πάντα ένα λευκό φόρεμα, που όταν ήταν καινούργιο, την έκανε  να μοιάζει με νυφούλα. Δυστυχώς όμως, η Νεφέλη, καθώς ήταν ορφανή, ζούσε σε ένα σπίτι μαζί άλλα παιδιά. Ένα σπίτι με πολλά μικρά δωμάτια και μια μικρή τσιμεντένια αυλή, κάθε άλλο παρά όμορφη. Για παιχνίδι, είχαν μόνο ένα τόπι χιλιομπαλωμένο  όχι αρκετό για όλους, μόνο για τα μεγαλύτερα παιδιά και σπάνια έπαιζε μαζί τους. Σε εκείνο το μέρος δεν υπήρχαν δέντρα και μονοπάτια κάτω από αυτά, ούτε μυρουδιές λουλουδιών παρά μόνο οι μαύροι καπνοί απ τα φουγάρα των εργοστασίων. Τα όμορφα μάτια της ήταν πάντα μελαγχολικά και τα μακριά της μαλλιά μπερδεμένα. Το στόμα της σπάνια γελούσε και το λευκό της φόρεμα δεν ήταν πια λευκό. Στεκόταν συνήθως στο παράθυρο του δωματίου της και κοιτούσε πέρα μακριά, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι της. Κάποιες μέρες, όταν ο αέρας έδιωχνε τους καπνούς, εκείνη μπορούσε έστω και για λίγο να δει πέρα μακριά την θάλασσα και τα καράβια, και καμιά φορά ένα κομμάτι απ τον γαλάζιο ουρανό.


Εκείνη την μέρα έκανε κρύο μιας και ο χειμώνας είχε έρθει με χιόνια και δυνατούς ανέμους. Σε λίγες μέρες ήταν Χριστούγεννα, καθόλου όμως δεν την άγγιζαν οι γιορτινές μέρες μιας και δεν είχε κανέναν να την επισκεφτεί. Στεκόταν στο παράθυρο σκεπτική και λυπημένη κοιτώντας τα λαμπιόνια που αναβόσβηναν εδώ κι εκεί κάτω στην πόλη. Τότε, ξαφνικά, ένας απρόσκλητος επισκέπτης φανερώθηκε. Ένας σπουργίτης ήρθε και κάθισε στο περβάζι, κουρασμένος και άρρωστος καθώς φαινόταν. Η Νεφέλη ξαφνιάστηκε. Ποτέ ξανά δεν είχε δει σπουργίτι αφού ο ουρανός ήταν τόσο βρόμικος που κανένα πουλί δεν πετούσε. Δίχως δεύτερη σκέψη έβαλε το σπουργίτι στις χούφτες της και το μάζεψε με προσοχή. Του έφτιαξε ένα κρεβατάκι από ένα παλιό κουτί παπουτσιών και το άφησε να ξεκουραστεί. Είχε βραδιάσει και το πουλί ακόμα κοιμόταν. «Θα πρέπει να  ταλαιπωρήθηκε πολύ το άμοιρο πουλάκι» είπε και το χάιδεψε απαλά στο κεφάλι του. Ύστερα έπεσε και αυτή για ύπνο.


Όταν η Νεφέλη άνοιξε τα μάτια της, το λιγοστό φως της μέρας είχε μπει στο δωμάτιο κι εκείνη σηκώθηκε βιαστικά να δει τον απρόσμενο επισκέπτη. Απογοητεύτηκε όμως σαν είδε το κουτί των παπουτσιών άδειο και το σπουργίτι άφαντο. «Κρίμα» είπε στον εαυτό της «Τι καλά που θα ήταν να μην είχε φύγει. Τίναξε τα φτερά του και χάθηκε μακριά από τούτο το μέρος.»


«Εδώ είμαι» ακούστηκε μια φωνούλα πάνω απ το κεφάλι της, και το κορίτσι ξαφνιάστηκε τόσο πολύ που έχασε την ισορροπία της και βρέθηκε να κάθεται στο ξύλινο πάτωμα. Το σπουργίτι στεκόταν ψηλά, στην άκρη της ντουλάπας και κοιτούσε με τα γυαλιστερά του μάτια την Νεφέλη. «Δεν ήθελα να σε τρομάξω» είπε και έγειρε το κεφαλάκι του απορημένο.


«Μα πως γίνεται να μιλάς;» είπε η Νεφέλη με μάτια γουρλωμένα.


«Και γιατί να μην μιλώ παρακαλώ;» ρώτησε το πουλί; «Εγώ δεν έχω στόμα; Άλλο και τούτο!»


«Μα εσύ είσαι ένα πουλί! Πως γίνεται ένα πουλί να μιλά με ανθρώπινη λαλιά;»


«Α!» Φώναξε γελαστά το σπουργίτι «Έχεις δίκιο. Δεν θα ακούσεις πολλά πουλιά να μιλούν γι αυτό πιστεύεις έτσι. Να ξέρεις όμως ένα πράγμα.»


«Και ποιο είναι αυτό;» ρώτησε το κορίτσι.


«Όλα τα πουλιά μπορούν να πουν κάνα δυο κουβεντούλες, για να μην σου πω όλα τα ζώα. Απλά δεν το κάνουμε συνέχεια. Για φαντάσου εσείς οι άνθρωποι να το γνωρίζατε! Τα πράγματα δεν θα ήταν καθόλου καλά. Βέβαια, υπάρχουν και κάποιοι που θα θέλαμε εμείς τα ζώα να μιλήσουμε μαζί τους, αλλά το αποφεύγουμε. Μαζί με τα ξερά, καίγονται και τα χλωρά που λέει και η παροιμία.»


«Όμως» δίστασε το κορίτσι «σε εμένα μίλησες τώρα δα.»


«Πιστεύω πως δεν θα μου δημιουργήσεις πρόβλημα. Αν εσύ δεν με προστάτευες χθες, με τόσο κρύο και χιόνι, σίγουρα θα χανόμουν. Άσε που μερικά παλιόπαιδα με σημάδευσαν με τις σφεντόνες τους. Μια πέτρα λίγο έλειψε να με χτυπήσει και τότε ούτε μέχρι το παράθυρο σου δεν θα έφτανα να ξαποστάσω.»


«Μα ποιος θα μπορούσε να χτυπήσει ένα πλάσμα σαν κι εσένα; Αυτό είναι πολύ κακό από μέρους τους» είπε η Νεφέλη και έσφιξε τα χείλη της στενοχωρημένη.


«Δεν αγαπούν όλοι, και δεν σέβονται, εμάς τα πλάσματα που ζούμε μαζί σας σε αυτό τον κόσμο. Τι να κάνεις όμως, έτσι είναι η ζωή. Να ένας λόγος που δεν σας μιλάμε. Έχω δει με τα ίδια μου τα μάτια πολλά πουλιά κλεισμένα σε κλουβιά, μαραζωμένα μέχρι να πεθάνουν, και γιατί; Γιατί οι άνθρωποι κάνουν κτήμα τους τα πάντα. Σαν δουν και ακούσουν κάτι όμορφο, το θέλουν για δικό τους. Το φυλακίζουν για να το χαίρονται χωρίς όμως να σκέφτονται πως εκείνο μαραζώνει γιατί δεν θέλει άλλο, παρά μόνο να είναι ελεύθερο.»


«Εγώ δεν θα σε βάλω σε κανένα κλουβί» είπε η Νεφέλη «Στο ορκίζομαι. Θα ήθελα όμως να γίνεις φίλος μου και να έρχεσαι να με βλέπεις που και που. Δεν έχω κανέναν παρά μόνο τούτο το παράθυρο. Στην αυλή δεν πάω συχνά αφού εκεί τα υπόλοιπα παιδιά τσακώνονται συνέχεια για ένα τόπι, φωνάζουν και βρίζουν κάθε μέρα.»


Το σπουργίτι λυπήθηκε σαν άκουσε πως η όμορφη Νεφέλη δεν έχει φίλους. Χτύπησε τα φτερά του και ήρθε και στάθηκε στο παραπέτο του κρεβατιού.


«Δυστυχώς» είπε με την ψιλή του φωνή «Δεν μπορώ να έρχομαι συχνά σε αυτό το μέρος. Κάτω, παραμονεύουν εκείνα τα παιδιά με τις σφεντόνες στα χέρια. Χθες την γλύτωσα, αύριο όμως μπορεί να μην είμαι τόσο τυχερός. Τα φτερά μου είναι ακόμα κουρασμένα, για αυτό λοιπόν θα καθίσω λίγο ακόμα μαζί σου. Θα σου κρατήσω συντροφιά και θα κάνω ότι μπορώ για να είσαι χαρούμενη. Όταν όμως νιώσω ξεκούραστος, θα πετάξω μακριά από εδώ γιατί είμαι πουλί, και δεν μπορώ να κάθομαι σε ένα μέρος.»


Η Νεφέλη πολύ χάρηκε που κέρδισε λίγες ώρες συντροφιάς, και αφού ευχαρίστησε το σπουργίτι, του είπε να περιμένει λίγη ώρα ώστε να κατέβει ως την τραπεζαρία. Εκεί είχε πρωινό, όχι τίποτε σπουδαίο, αλλά αρκετό για να φάνε όλα τα παιδιά. Έτρεξε λοιπόν και αφού έφαγε βιαστικά, έβαλε και λίγα ψίχουλα στην τσέπη της και έτρεξε ξανά για το δωμάτιο.


«Να, σίγουρα θα πεινάς» είπε και άνοιξε την χούφτα της. Όχι μόνο λίγα δεν ήταν τα ψίχουλα, μα αρκετά ώστε ο μικρός της φίλος να χορτάσει και να μην θέλει άλλο. Ύστερα, απ το περβάζι του παραθύρου, έπιασε και λίγο νερό και του το πρόσφερε. Τώρα, ο σπουργίτης, χορτάτος και ποτισμένος, κάθισε στα πόδια της και χτύπησε τα γκρίζα του φτερά.


«Πες μου» είπε η Νεφέλη «Εσύ που έχεις φτερά και πετάς ψηλά στον ουρανό. Υπάρχει μέρος πιο όμορφο από εδώ;»


«Αν υπάρχει λέει;» κελάηδησε «Πέρα από εδώ, κατά εκεί» είπε και έδειξε με την φτερούγα του προς το παράθυρο «υπάρχει η θάλασσα! Γαλάζια και ήρεμη και κάποιες φορές γκρίζα και φουρτουνιασμένη! Όταν ο ήλιος ρίχνει το φως του επάνω της, εκείνη λάμπει σαν το χρυσάφι και όταν η μέρα φεύγει, γίνεται κόκκινη σαν φωτιά! Κάποιες φορές όμως που ο καιρός αγριεύει για τα καλά, εκείνη σηκώνει κάτι κύματα τόσο μεγάλα που μοιάζουν με μικρά χιονισμένα βουνά!»


Η Νεφέλη γούρλωσε τα μάτια ενθουσιασμένη από αυτά που άκουγε. Μα πως γίνεται η θάλασσα από γαλάζια να λάμπει σαν χρυσάφι και ύστερα να γίνεται κόκκινη σαν την φωτιά. Και πως ήταν δυνατόν να μοιάζουν τα κύματα με χιονισμένα βουνά! Παράξενα πράγματα αλήθεια, ποτέ όμως δεν θα μπορούσε από εκείνο το παράθυρο να τα δει όλα αυτά.


«Από την άλλη μεριά» είπε και έδειξε με το φτερό του την ντουλάπα «υπάρχει ένα μεγάλο δάσος. Την άνοιξη αν το δεις από ψηλά, είναι ένα καταπράσινο χαλί, αφράτο και μυρωδάτο. Εκεί να δεις γέλια και χαρές που κάνουμε εμείς τα ζώα. Το καλοκαίρι φωλιάζουμε μέσα και κάτω απ τα δροσερά του φύλλα και πετάμε από κλαδί σε κλαδί. Σαν έρχεται το φθινόπωρο, από πράσινο το δάσος, γίνεται καφέ και κίτρινο και σαν πέφτουν οι πρώτες στάλες βροχής το χώμα μοσχομυρίζει. Εμείς τα πουλιά πλενόμαστε στις λίμνες που είναι γεμάτες καθαρό νερό και ζούμε μέσα σε σπίτια στους κορμούς των δέντρων. Εκεί, καλά προστατευμένα τα πουλιά, περιμένουν να ξεχειμωνιάσει. Όλα τότε είναι άσπρα και καθαρά. Παίζουμε καμιά φορά στο αφράτο χιόνι και γελάμε με την ψυχή μας σαν βλέπουμε τις αλεπούδες να κυνηγούν. Να δεις πως πηδούν και πως χώνουν την μουσούδα τους στο χιόνι! Άλλο να στο λέω και άλλο να το βλέπεις!»


«Έχεις δει αλεπού;» ρώτησε η Νεφέλη ακόμα πιο ενθουσιασμένη.


«Μόνο μια; Πάρα πολλές! Και πολλά άλλα ζωντανά να τρίβεις τα μάτια σου!»


«Προς τα εκεί τι βρίσκεται;» ρώτησε η Νεφέλη και έδειξε με το χέρι της δεξιά.


«Α!» Αναφώνησε το πουλί «Προς εκείνο το μέρος υπάρχει ένα ωραίο βουνό! Φαντάσου πως είναι τόσο ψηλό που ακόμα κι εγώ που έχω φτερά, δεν έχω φτάσει στην κορυφή του. Μόνο οι αετοί πάνε εκεί και αγναντεύουν με τις ώρες κάτω την κοιλάδα. Εκεί καμιά φορά τα σύννεφα σκεπάζουν την κορυφή του βουνού των χειμώνα, και όταν φεύγουν έχουν ρίξει όλο τους το χιόνι. Τόσο χιόνι που το βουνό γίνεται κάτασπρο σαν βαμβάκι! Όταν όμως ο καιρός ζεστάνει, εκείνο γίνεται νερό. Κατεβαίνει γρήγορα, γεμίζει τα ποτάμια και ποτίζει την γη. Η γη πρασινίζει και ωραία λουλούδια γεννιούνται ξανά! Ψάρια του γλυκού νερού κολυμπάμε μέσα και φεύγουν για άλλα μέρη μακρινά. Να δεις πως γελάμε καμιά φορά όταν εκείνα χάνονται και προσπαθούν και κολυμπήσουν κόντρα στο ρεύμα! Άλλο να στο λέω και άλλο να το βλέπεις. Κουνούν την ουρά τους τόσο δυνατά που λες πως θα πετάξουν.»


Η Νεφέλη γέλασε σαν έφερε την εικόνα στο μυαλό της και ο σπουργίτης τίναξε τα φτερά του, ικανοποιημένος κι εκείνος.


«Προς τα εκεί;» ρώτησε το κορίτσι και έδειξε με το άλλο της χέρι αριστερά.


«Προς τα εκεί που λες, δεν έχει καμιά μεγάλη θάλασσα παρά μόνο μια λίμνη. Ούτε και κανένα δάσος μεγάλο, παρά μόνο δέντρα εδώ κι εκεί, σπαρμένα σε μια όμορφη κοιλάδα χωρίς βουνά. Μόνο λόφους θα δεις, ντυμένους με χορτάρι ή καμωμένους από ωραία καφετιά πέτρα. Ανάμεσα σε όλα αυτά βρίσκεται ένα ωραίο σπιτικό και τώρα τα Χριστούγεννα, το στολίζουν με όμορφα φωτάκια. Σαν τα δεις από ψηλά πως αστράφτουν και αλλάζουν χρώματα θα καταλάβεις τι εννοώ! Πραγματικά θαυμάσιο θέαμα. Εκεί ζουν εδώ και χρόνια δυο καλοί άνθρωποι, ένας ευγενικός κύριος μαζί με την γυναίκα του. Μια φορά που πέταξα από πάνω απ το σπίτι τους, ο καλός αγρότης στάθηκε και με κοίταξε ακουμπώντας στην αξίνα του. Προσπάθησε να μου κελαηδήσει μα δεν τα κατάφερε. Είναι αστείο όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να κάνουν φωνές πέρα απ την δική τους. Όσο για την γυναίκα του; Φτιάχνει πολύ ωραίο ψωμί και αφράτα γλυκά!»


«Και που το ξέρεις; Τα έχεις δοκιμάσει;» είπε η Νεφέλη που στο άκουσμα των γλυκών τις έτρεξαν τα σάλια.


«Μια και δυο;» είπε ο σπουργίτης κουνώντας το φτερό του. «Είναι ευγενική η αγρότισσα και πάντα φροντίζει να ρίχνει τα ψίχουλα σε εμάς που πετάμε εκεί γύρω. Θες δεν θες, θα πας να φας γιατί η μυρουδιά σου σπάει την μύτη. Δεν φοβόμαστε καθόλου γιατί τους ξέρουμε καλά. Δεν θα πείραζαν ούτε μύγα οι δυο τους.»


Η Νεφέλη τόσο πολύ είχε χαρεί απ όλα αυτά που άκουγε, ώστε όλη αυτή την ώρα είχε ξεχάσει που βρισκόταν. Ο νους της ταξίδευε στην θάλασσα και τα βουνά, σε δάση και κοιλάδες με όμορφα σπίτια που μοσχοβολούσαν ζεστό ψωμί και λαχταριστά κέικ. Ήθελε να ακούσει κι άλλες τέτοιες ιστορίες και το είπε στον καινούριο της φίλο.


«Δυστυχώς δεν έχω πάει πιο μακριά για να ξέρω τι βρίσκεται παραπέρα. Αυτά τα μέρη έχω επισκεφτεί και αυτές τις ιστορίες ξέρω. Να σου πω και την αλήθεια τώρα τα φτερά μου ξεκουραστήκαν. Με τάισες, με πότισες και όλα αυτά σου χρωστώ ευγνωμοσύνη. Πρέπει όμως να φύγω τώρα, να πάω κι εγώ στο σπίτι μου γιατί άργησα πολύ.»


«Όχι!» είπε λυπημένο το κορίτσι «Κάθισε λίγο ακόμα, μόνο λίγο!»


«Μην στενοχωριέσαι» είπε ο σπουργίτης. «Να δεις που όλα καλά θα πάνε. Εγώ τώρα θα φύγω κι εσύ θα ξυπνήσεις όπως κάθε πρωί. Να μην είσαι όμως λυπημένη για αυτά τα Χριστούγεννα που έρχονται, γιατί θα είναι καλύτερα από όλα τα προηγούμενα.» και λέγοντας αυτά, το σπουργίτι τίναξε τα φτερά του και πέταξε προς το παράθυρο. «Έχε γεια Νεφέλη, και καλά Χριστούγεννα!» της είπε και πέταξε μακριά κελαηδώντας. Ύστερα από αυτό, το κορίτσι στάθηκε για λίγο να κοιτάζει το παράθυρο, αλλά δεν ένιωθε καμιά στενοχώρια. Έμεινε στην θέση της, καθισμένη εκεί και ένιωσε τα μάτια της να βαραίνουν. Άκουσε το όνομα της καμπόσες φορές από μια γνώριμη φωνή. «Νεφέλη. Νεφέλη.» ξανά και ξανά.


Όταν άνοιξε τα μάτια της, βρισκόταν ξαπλωμένη και κουκουλωμένη κάτω απ το χιλιομπαλωμένο της πάπλωμα. «Ένα όνειρο ήταν» σκέφτηκε και σήκωσε το κεφάλι της. Η πόρτα του δωματίου της ήταν ανοιχτή και η αδελφή Μαρία, μια καλοσυνάτη καλόγρια που αγαπούσε τα παιδιά και είχε αφιερώσει την ζωή της στο να προσέχει τα ορφανά, στεκόταν εκεί.


«Έλα» της είπε «Σήκω να πλυθείς και να χτενίσεις τα μαλλιά σου. Κάποιος ήρθε για εσένα, και ζητά να σε δει.»


«Μα ποιος με ζητά;» ρώτησε το κορίτσι απορημένο.


«Ετοιμάσου και μην αργείς. Δεν είναι ευγενικό να σε περιμένουν για πολύ ώρα. Θα περιμένω έξω.» είπε και έκλεισε την πόρτα απαλά.


Όταν η Νεφέλη ετοιμάστηκε, βγήκε απ το δωμάτιο της. Η αδελφή Μαρία στεκόταν έξω και την περίμενε. «Έλα» είπε και της έδωσε το χέρι της. Κατέβηκαν μαζί τις σκάλες και βρέθηκαν στην τραπεζαρία. Τα περισσότερα  παιδιά βρίσκονταν στα κρεβάτια τους, γιατί ήταν ακόμα νωρίς. Όλα ήταν σιωπηλά και ήρεμα. Τότε, ένα ζευγάρι παρουσιάστηκε με αργά βήματα. Ένας νέος άντρας μαζί με την γυναίκα του. Εκείνος ήταν ψηλός και φορούσε μπότες, χοντρό σακάκι και καπέλο που ακόμα ήταν πασπαλισμένο με χιόνι. Το πρόσωπο του καλυπτόταν με γένια και τα μάτια του γυάλιζαν από χαρά. Η γυναίκα του, ντυμένη κι εκείνη με ένα βαρύ φόρεμα και γάντια στα χέρια, ήρθε και στάθηκε δίπλα του. Ήταν νέα και όμορφη, με καλοσυνάτο πρόσωπο, ρόδινα απ το κρύο μάγουλα και χαμογελαστό στόμα.


Ήταν δυο νέοι άνθρωποι πολύ αγαπημένοι. Ζούσαν μακριά απ την πόλη, σε ένα μικρό μα όμορφο σπίτι στην εξοχή στις όχθες μιας λίμνης. Ήταν αγρότες και οι δυο τους, σεβαστοί στον υπόλοιπο κόσμο και εργατικοί πολύ. Η ζωή όμως δεν τους είχε χαρίσει παιδιά και έτσι αποφάσισαν να επισκεφτούν το μέρος εκείνο, να χαρίσουν στον εαυτό τους ένα παιδί, και στο παιδί μια οικογένεια.


«Να» είπε η νεαρή γυναίκα στην Νεφέλη δίνοντας της ένα πακέτο τυλιγμένο με κορδέλα «Αυτά είναι δικά σου, είτε αποφασίσεις να έρθεις μαζί μας είτε όχι. Να τα φοράς γιατί κάνει κρύο εκεί έξω. Όσο θα το σκέφτεσαι πάρε και αυτό, είναι όλο δικό σου. Είναι χριστουγεννιάτικο γλυκό, φτιαγμένο απ τα χέρια μου. Αν έρθεις μαζί μας θα σε μάθω να φτιάχνεις κι εσύ, όπως και άλλα πολλά.»


Η Νεφέλη τα πήρε δειλά στα χέρια της και ύστερα από ένα καλοσυνάτο νόημα της αδελφής Μαρίας ανέβηκε στο δωμάτιο της, ώστε να μπορέσει να ανοίξει το δώρο της και να σκεφτεί με την  ησυχία της. Η Νεφέλη το ακούμπησε στο κρεβάτι και έλυσε την κόκκινη κορδέλα με χαρά. Ήταν το πρώτο δώρο που έπαιρνε στην ζωή της!  Μέσα στο κουτί ήταν ένα πολύ όμορφο φόρεμα, γυαλιστερά παπούτσια και ένα κόκκινο σκουφί. Ξαφνικά, καθώς κοιτούσε και δεν πίστευε στα μάτια της, άκουσε ένα γλυκό τιτίβισμα και ύστερα τον ζωηρό χτύπο φτερών! Μα ήταν το σπουργίτι! Εκείνο που κοιμόταν μέσα στο κουτί απ τα παπούτσια!  Εκείνο πέταξε προς το παράθυρο και στάθηκε επάνω στο παλιό κομοδίνο. Η Νεφέλη στην στιγμή άνοιξε το κουτί με το γλυκό και με αργές κινήσεις, πλησίασε και έδωσε ένα κομματάκι στον φτερωτό της φίλο. Εκείνο έφαγε απ το χέρι του κοριτσιού μέχρι που χόρτασε και ύστερα χτύπησε τα φτερά του χαρούμενα.


«Ώστε λοιπόν δεν ήταν όλα ένα όνειρο» είπε και χαμογέλασε το κορίτσι. Άνοιξε το παράθυρο και ο κρύος πρωινός αέρας μπήκε μέσα. Η Νεφέλη άπλωσε τα χέρια της και έβαλε απαλά το πουλί με τις παλάμες της. Εκείνο την τσίμπησε ελαφρά κι εκείνη γέλασε.


«Να επισκεφτείς το καινούριο μου σπίτι» του είπε «εκείνο δίπλα στην λίμνη. Θα έχει πολλά ψίχουλα για σένα και όλα τα πουλιά.» Το σπουργίτι τιτίβισε σαν σε απάντηση και η Νεφέλη το άφησε να φύγει.


Αυτά τα Χριστούγεννα, η Νεφέλη δεν θα ήταν μόνη της. Θα στόλιζε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, και θα άκουγε τα κάλαντα. Πάνω απ όλα όμως, από εδώ και στο εξής θα είχε την δική της οικογένεια.


Θα ήταν τα πρώτα της Χριστούγεννα.


 •  0 comments  •  flag
Share on Twitter
Published on December 21, 2015 03:05
No comments have been added yet.


Μιχάλης Κουρούβανης's Blog

Μιχάλης Κουρούβανης
Μιχάλης Κουρούβανης isn't a Goodreads Author (yet), but they do have a blog, so here are some recent posts imported from their feed.
Follow Μιχάλης Κουρούβανης's blog with rss.