Έχει η Αμερική Σχέδιο;

Κατά καιρούς, έρχονται στιγμές κρίσης, που το σύστημα βρίσκεται σε αμηχανία και η συμπαθής τάξη των πολιτικών μας αποτυγχάνει στα καθήκοντά της· είναι τότε που η αστική Δημοκρατία διαπιστώνει σκεφτική ότι ίσως και να αντιμετωπίζει τελικά και κάποια μικρο-αδιέξοδα, όχι σπουδαία πράγματα, μπορεί ας πούμε να απαξιώνεται στα μάτια της πλειοψηφίας, οπότε χάνει τον ρόλο της ως ιδεολογική κατασκευή που κρύβει την εκμεταλλευτική πραγματικότητα. Σε ακραίες περιστάσεις έχει μάλιστα φτάσει μέχρι και την τυπική κατάλυσή της.

Με τον Τραμπ δεν έχουμε φτάσει στην κατάλυση, αλλά οπωσδήποτε με αυτόν στο τιμόνι, η αμερικάνικη δημοκρατία (που τόσο λίγο μοιάζει με δημοκρατία έτσι κι αλλιώς) έχει δει και καλύτερες μέρες. Ο Τραμπ είναι το περίπλοκο αποτέλεσμα πολλών διαφορετικών αιτίων και επικαθορισμών. Από τη μία, είναι και σύμπτωμα μιας τέτοιας στιγμής κρίσης του δημοκρατικού συστήματος που οι προηγούμενες στρατηγικές των ελίτ αποτυγχάνουν, αλλά μαζί είναι και επιταχυντής της κρίσης. Και από την άλλη είναι επίσης το τέλος μιας μακράς πορείας ανασχεδιασμού της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας στις ΗΠΑ προς το αντιδραστικότερο, πορείας που ξεκίνησε ήδη στο κλείσιμο της ταραγμένης δεκαετίας του ‘60, και σκοπό είχε ένα πιο «φιλικό προς τις επιχειρήσεις» μοντέλο. 

Ο Τραμπ είναι λοιπόν τόσο η κατάρρευση του προηγούμενου σχεδιασμού ως προς τη διεθνή θέση των ΗΠΑ, η ήττα του, όσο και ταυτόχρονα η τελική επικράτηση ενός αντιδραστικού σχεδίου για την διακυβέρνηση που, έχοντας πια φτάσει στα όριά του, επιδεικνύει πλέον όλες τις αδυναμίες του και τα αδιέξοδά του. Η αστική δημοκρατία, προκειμένου να διατηρεί ισορροπίες μεταξύ μερίδων του κεφαλαίου κρατώντας και τα προσχήματα απέναντι στις λαϊκές τάξεις, ιστορικά δεν βάζει στο τιμόνι τους ίδιους τους δισεκατομμυριούχους αυτοπροσώπως (εκτός από τον Τραμπ έχουμε κυρίως τον Μασκ), όπως συμβαίνει τώρα στις ΗΠΑ. Είναι μια έκτακτη κατάσταση, κάτι που τονίζεται και από το πως οι πρώτοι μήνες διακυβέρνησης έχουν διεξαχθεί μέσω μιας πρωτοφανούς καταιγίδας προεδρικών διαταγμάτων  (τα προεδρικά διατάγματα ένα δικαίωμα που δίνει το αρχαϊκό σύνταγμα στον με εξουσίες αντιβασιλέα πρόεδρο).

Εξίσου αντίστοιχη με «κατάσταση εξαίρεσης» είναι η απόδοση σχεδόν εν λευκώ εξουσιών πάνω στο δημόσιο στον σκιώδη πρόεδρο Ίλον Μασκ και τον μηχανισμό που αυτός δημιούργησε για την περικοπή δαπανών του δημοσίου. Ο Μασκ να θυμίσουμε, δεν είναι εκλεγμένος, έχει κυριολεκτικά αγοράσει τη θέση για περίπου 250 εκ. δολάρια που έδωσε για την προεκλογική καμπάνια του Τραμπ. Μάλιστα για τον Τραμπ αυτή η ιδιότυπη δημοπρασία δημόσιων λειτουργημάτων είναι κανόνας. Ξέρουμε ότι ένα ιδιωτικό γεύμα μαζί του εκτιμάται στα 5 εκ. δολάρια. Μεγάλη ευκαιρία για σένα, μοναδική μας αναγνώστρια, να συναντηθείς μαζί του και, αφού του εκθέσεις τις απόψεις σου για την παγκόσμια ειρήνη, να κλείσεις και καμιά δουλίτσα, ώστε να αποσβέσεις και τα πέντε μύρια που θα έχεις σκάσει.

Το ενδιαφέρον είναι ότι τους ακροκεντρώους Ευρωπαίους δεν τους σοκάρισαν τα παραπάνω όσο η τάση προσέγγισης με την Ρωσία και η δήλωση βούλησης τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία. Δεν βοήθησε εδώ η λεκτικά πολύ επιθετική στάση απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους. Έτσι πολύ μελάνι έχει χυθεί για την στρατηγική που εκπροσωπεί ο νέος πρόεδρος της μεγάλης και φίλης χώρας, σε μια συζήτηση που κυμαίνεται μεταξύ δύο άκρων: από την μια οι αναλυτές βλέπουν μια νέα επιθετικότητα με στόχο την Κίνα, εξ ου και η ειρήνευση με Ρωσία, ώστε η υπερδύναμη να επικεντρωθεί στον πραγματικό της αντίπαλο· από την άλλη, το άλλο άκρο βλέπει απομονωτισμό. Είναι η λεγόμενη στρατηγική της αναδίπλωσης, του κλεισίματος της υπερδύναμης στα σύνορά της, ή έστω στο ημισφαίριό της και επομένως της απόσυρσής της από την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Μπορεί να είναι κι έτσι, 100 μέρες στην εξουσία δεν είναι αρκετές για ξεδίπλωμα κοτζάμ στρατηγικής ώστε να μπορούμε να έχουμε βεβαιότητες -αν και θα σπεύσουμε να σημειώσουμε εδώ ότι η υποχώρηση (ή αναδίπλωση) δεν είναι στρατηγική. Στην καλύτερη περίπτωση είναι μια τακτική κίνηση προς υποστήριξη κάποιας ευρύτερης στρατηγικής: αναδιπλώνουμε τις δυνάμεις μας σε κάποιο σημείο του μετώπου (πχ Ρωσία) προκειμένου να χτυπήσουμε σε ένα άλλο σημείο, πιο σημαντικό (Κίνα), το οποίο θα μας οδηγήσει στην νίκη -επομένως οι στρατηγικοί μας στόχοι δεν έχουν αλλάξει, αλλάζει απλώς η τακτική μας.

Αλλά πιο συχνά η υποχώρηση είναι απλώς ήττα. Οι εχθρικές δυνάμεις έχουν καταβάλει τις δικές μας και υποχωρούμε. Σε αυτήν την περίπτωση το δικό μας σχέδιο έχει καταρρεύσει και μπορούμε μόνο να ελπίζουμε στο έλεος του αντιπάλου. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να υπάρξει στρατηγική της ήττας, υπάρχουν μόνο η τακτική ήττα και η στρατηγική ήττα. Η υποχώρηση ποτέ δεν είναι στοιχείο στρατηγικής, είναι μόνο έμπρακτη και εκ των υστέρων αναγνώριση των σφαλμάτων μιας στρατηγικής, είτε αυτά μπορούν να διορθωθούν (τακτική ήττα) ή όχι (τρεχάτε ποδαράκια μου).

Η Υπερ(α)δύναμη Ευρώπη

Οι γνώμες που ακούγονται τελευταία από το Ευρωκέντρο για «προδοσία» και «εγκατάλειψη» της Ευρώπης από τις ΗΠΑ που φεύγουν και μας αφήνουν μόνους εμάς τους Ευρωπαίους είναι (δυστυχώς) φαντασίες και φληναφήματα. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε ίσως να συμβεί σε ένα απώτερο μέλλον, αλλά είναι εντελώς αδύνατο να συμβεί μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια -εκτός αν η εταιρική Αμερική αποφασίσει να αυτοτραυματιστεί σοβαρά. Ο λόγος είναι απλός: τα λεφτά.

Σκεφτείτε πόση φασαρία έγινε για την συμφωνία που θα έκλεινε (ή θα κλείσει;) ο Τραμπ με τον Ζελένσκι για τα «στρατηγικά ορυκτά» της Ουκρανίας. Το ύψος της συμφωνίας θα ήταν της τάξης των 500 δις δολαρίων και θα αφορούσε ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα – υποθέτουμε μερικών δεκαετιών, μιλάμε άλλωστε για ορυκτά. (Αφήνουμε εδώ στην άκρη το γεγονός ότι η Ουκρανία δεν διαθέτει τέτοια ορυκτά σε ποσότητες που να δικαιολογούν το νούμερο της συμφωνίας.) Θυμηθείτε πόσος θόρυβος, πόσα πήγαινε έλα χρειάστηκαν και πόσο αυτή η συμφωνία αποτελεί τμήμα μιας υποτιθέμενης στρατηγικής: η Αμερική θα κέρδιζε σε βάθος χρόνου 500 δισ.

Ας δούμε τώρα ποιοι επένδυσαν και πόσο στις ΗΠΑ μόνο το 2023. Κατά σειρά μεγέθους επενδύσεων, οι πέντε πρώτες χώρες που επένδυσαν κεφάλαια στις ΗΠΑ ήταν Ολλανδία, Ην. Βασίλειο, Ιαπωνία, Καναδάς και Γερμανία. Το συνολικό ποσό που επένδυσαν οι πέντε αυτές χώρες ήταν  5.5 τρισ. δολάρια, 11 φορές το πιθανολογούμενο ποσό της συμφωνίας με την Ουκρανία, αλλά αυτό μέσα σε μία μόνο χρονιά. Αντίστοιχα, πάντα το 2023, οι πέντε πρώτες χώρες που οι ΗΠΑ εξήγαν κεφάλαια, έκαναν δηλαδή επενδύσεις σε αυτές, ήταν κατά σειρά το Ην. Βασίλειο, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία και ο Καναδάς. Το συνολικό ποσό που εξήγαν σε αυτές τις πέντε μόνο χώρες ήταν 6.5 τρισ. δολάρια, 13 φορές το ποσό της συμφωνίας με την Ουκρανία.  Αν και τα κεφάλαια αυτά δεν πήγαν πάντα σε παραγωγικές επενδύσεις (το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία και η Ιρλανδία είναι βασικά φορολογικοί παράδεισοι και διεθνή πλυντήρια για τις πολυεθνικές), εντούτοις α. τα ποσά είναι κολοσσιαία και β. Ακόμα και φοροαποφυγή να είναι δεν έχει σημασία, είναι λεφτά αμερικάνικων πολυεθνικών. Απολύτως καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να διακυβεύσει τέτοια ποσά. 

Παρατηρήστε ότι οι χώρες αυτές είναι ακριβώς οι χώρες που ο Τραμπ απειλεί με δασμούς και κυρώσεις (μαζί με την Κίνα αλλά και το σύμμαχο Μεξικό, που είναι κι αυτό στόχος αμερικάνικων επενδύσεων), για να γίνει καθαρό ότι όλα αυτά δεν είναι παρά ένα θορυβώδες θέατρο κακής ποιότητας που αφορά την μερική διαπραγμάτευση καλύτερων μεριδίων για τις αμερικάνικες εταιρίες και όχι το τέλος της σχέσης Ευρώπης και ΗΠΑ ή τη διάλυση του ΝΑΤΟ.

Ειδικά το ΝΑΤΟ τώρα, είναι επίσης δύσκολο να διαλυθεί, πάλι για οικονομικούς, εκτός από γεωστρατηγικούς λόγους. Ο λόγος που μια χώρα θα αγοράσει όπλα από τις ΗΠΑ είναι η αγορά εγγυήσεων ασφαλείας από αυτές. Η Φινλανδία δεν προτίμησε τα αμερικανικά F35 αντί για τα πολύ φτηνότερα Σουηδικά αεροσκάφη SAAB Gripen για λόγους τεχνολογικής υπεροχής, όσο για λόγους ενσωμάτωσης στο ΝΑΤΟ και αμερικάνικης προστασίας. Αντιστρόφως, τα αμερικανικά όπλα είναι πανάκριβα αλλά είναι το κυριότερο βιομηχανικό προϊόν που εξάγουν οι ΗΠΑ. Μια διάλυση του ΝΑΤΟ θα ήταν υπαρξιακό πρόβλημα για την αμερικανική πολεμική βιομηχανία, αφού αυτή θα έχανε τον καλύτερο πελάτη της μετά την Μέση Ανατολή. Δεδομένου τώρα ότι στην τελευταία τουλάχιστον δύο εξαιρετικοί πελάτες, το Ισραήλ και η Αίγυπτος, πληρώνουν τα όπλα τους μέσω της αμερικανικής βοήθειας, άρα είναι δωρεάν, η Ευρώπη γίνεται ξαφνικά ένας πολύτιμος «σύμμαχος» που πληρώνει η ίδια τα όπλα της.

Οι ΗΠΑ όχι μόνο δεν είναι σε θέση να διαλύσουν το ΝΑΤΟ, αλλά είναι υποχρεωμένες να το επεκτείνουν, ενώ κάθε σοβαρή αυτονόμηση της Ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας, όπως φωνάζουν τώρα οι ευρω-κλόουν από την φον ντερ Λάιεν μέχρι τον Μακρόν, θα ήταν αδύνατη επειδή θα κατάστρεφε την αμερικάνικη πολεμική βιομηχανία. Οι μεγαλοστομίες του Μασκ («το ΝΑΤΟ εξάντλησε τη χρησιμότητά του») είναι αντίστοιχου τύπου χαζομάρες με τους λεονταρισμούς των Ευρωπαίων που υπόσχονται λαγούς με πετραχήλια στην Ουκρανία, λαγούς που δεν μπορούν να παραδώσουν.

Το βασικό πρόβλημα της Αμερικής με το ΝΑΤΟ είναι ότι λόγω της μείωσης της πραγματικής οικονομικής επιφάνειας των ΗΠΑ, η συμμαχία είναι πια πολύ ακριβή στην συντήρηση και θέλουν να μοιραστούν τα έξοδα με τους συμμάχους, κάτι που θυμίζουμε ήταν στοιχείο και της πρώτης προεδρίας Τραμπ. Όταν οι Ευρωπαϊκές χώρες αυξήσουν το ποσοστό του ΑΕΠ που δίνουν για όπλα και όλα θα είναι μέλι γάλα.

Αμυντικές δαπάνες Ελλάδας, ΗΠΑ και Ε.Ε. ως ποσοστό του ΑΕΠ. Πηγή: Παγκόσμια Τράπεζα

Από όλη αυτή την ιστορία το μόνο που θα συμβεί θα είναι η αύξηση των προϋπολογισμών άμυνας της Ευρώπης. Έτσι κι αλλιώς οι προϋπολογισμοί άμυνας αυξάνονται τα τελευταία χρόνια. Όσο για μας, κρίση ξεκρίση, λιτότητα ή όχι, η Ευρώπη έχει πολύ δρόμο ακόμα για να μας φτάσει στις στρατιωτικές δαπάνες…

Κίνα; Ρωσία; Ποια Κίνα και Ρωσία;

Και φτάνουμε στο λεγόμενο «αντίστροφο κόλπο Κίσινγκερ». Η αναφορά στον (υπερ)τιμημένο με νόμπελ ειρήνης εγκληματία πολέμου, έχει να κάνει με την συμφωνία του 1972 μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, συμφωνία που υποτίθεται ήταν έργο του Κίσινγκερ προσωπικά (εντάξει, δεν ήταν). Λοιπόν, η συμφωνία υποτίθεται ότι, φέρνοντας την Κίνα κοντά στον διεθνή ηγεμόνα, αποδυνάμωσε την ΕΣΣΔ, με αποτέλεσμα αυτή να καταρρεύσει δύο δεκαετίες αργότερα.
Αφήνοντας στην άκρη αυτή τη μυθολογία, υποτίθεται ότι ο Τραμπ (ή τέλος πάντων αυτοί που τον κοουτσάρουν) προσπαθεί να κάνει το αντίθετο κόλπο: να φέρει τη Ρωσία κοντά στις ΗΠΑ, διασπώντας τους BRICS και αποδυναμώνοντας την Κίνα. Στοιχείο υπέρ αυτής της ανάγνωσης είναι το γεγονός ότι η Ρωσία του Πούτιν, από την πρώτη στιγμή που αυτός ανέλαβε την εξουσία ήθελε καλές σχέσεις και με την Ευρώπη και με τις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι η Ρωσία είναι μια καλή καπιταλιστική χώρα με κάποιες μικρές ιδιοτροπίες -και ποιος δεν έχει τις μικρές δικές του τρέλες άλλωστε; Για ένα διάστημα βρήκε ένα περιβάλλον αμοιβαίας κατανόησης με την Γερμανία, στην οποία έστελνε για χρόνια το φτηνό φυσικό της αέριο. Αυτά διακόπηκαν με τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά, λέει αυτή η άποψη, αν κάνουμε επίθεση φιλίας στην Ρωσία θα είναι εύκολο να ξαναφέρουμε την διψασμένη για αγνό καπιταλισμό χώρα στην αγκαλιά της Δύσης.

Θεωρητικά, δεν είναι αδύνατο να συμβεί ένα τέτοιο σενάριο, αλλά είναι αντικειμενικά πολύ δύσκολο πλέον να συμβεί. Πριν 20 χρόνια η Ρωσία ασμένως θα δεχόταν μια τέτοια συνεννόηση, το είχε ζητήσει η ίδια. Χρειαζόταν αγορές για τα πετρέλαια και τα αγροτικά της προϊόντα, ενώ η βιομηχανία της χρειαζόταν τεχνολογίες που μπορούσε να παράσχει η Δύση. Ο πόλεμος και οι κυρώσεις έχουν αναπροσανατολίσει τη Ρωσία προς την Κίνα. Οι αγωγοί αερίου που συνδέουν τις δύο χώρες δεν είναι εύκολο να ανατιναχτούν (όπως ο Nord Stream), ενώ η Κίνα μπορεί να δώσει πολύ περισσότερη τεχνολογία στην Ρωσία από τις ΗΠΑ. Η μετάβαση της Ρωσίας στην «σωστή» πλευρά θα ήταν πλέον πάρα πολύ ακριβή για την χώρα, και σίγουρα οι ΗΠΑ μαζί με την Ευρώπη δεν θα μπορούσαν να την χρηματοδοτήσουν.

Αλλά ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι όντως αυτή είναι η στρατηγική του Τραμπ, και πάλι δεν μπορούμε να πούμε ότι την εκφράζει καλά. Τα διαρκή μπρος-πίσω και τα αντιφατικά μηνύματα αν και ενδεικτικά μιας δικής του αντίληψης περί deal, σε καμιά περίπτωση δεν είναι στρατηγική. Τη μία απειλεί και τα δύο μέρη να τα βρουν γιατί αλλιώς θα επέμβει· μετά λέει ότι φταίει ο Ζελένσκι και θα υποστεί τις συνέπειες· αργότερα απειλεί τον Πούτιν που συνεχίζει να σφυροκοπά την Ουκρανία. Και στο τέλος καταφέρνει να ξεστομίσει ακόμα και αυτό: «Πρέπει να ξέρω αν η Ουκρανία θέλει να σταματήσει αυτόν τον πόλεμο ή όχι. Αν δεν θέλει, τότε εμείς φεύγουμε». Μα για την ειρήνη που θα την πετύχαινε με ένα τηλεφώνημα δεν καιγόταν; Τι θέλει επιτέλους;

Όσο για την Κίνα την ίδια, η στρατηγική σύγκρουσης με αυτήν δεν οφείλεται στον Τραμπ. Τέθηκε με πολύ σαφείς όρους, όπως πάντα συμβαίνει με τα στρατηγικά δόγματα, το 2011 από τον (επίσης τιμημένο με νομπέλ ειρήνης εγκληματία πολέμου) Μπαράκ Ομπάμα. Ήταν το λεγόμενο Pivot to Asia και ακολουθήθηκε για χρόνια από τις ΗΠΑ. Ανεξάρτητα από την επιτυχία του ή μη (σπόιλερ: μη), ο αμερικάνος πρόεδρος που έκανε ό,τι μπορούσε για να το υπονομεύσει ήταν ο ίδιος ο Τραμπ στην πρώτη θητεία του, όταν το 2017 απέσυρε τη χώρα από την «Συνεργασία του Ειρηνικού», μια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών που δημιουργήθηκε στα πλαίσια του Pivot to Asia, που συμμετείχαν οι 12 σημαντικότερες οικονομίες του μεγάλου ωκεανού. Είναι πολύ, πολύ, πολύ δύσκολο να κατανοήσει κανείς πώς θα μπορέσουν οι ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν την Κίνα αν δεν την έχουν πρώτα περικυκλώσει οικονομικά.

Αντίθετα, η προσήλωση του Τραμπ στην οικονομική επέκταση της αμερικάνικης επιχείρησης σημαίνει μάλλον ότι οι ΗΠΑ σύντομα θα ξεχάσουν επιθετικές κινήσεις και δασμούς και θα επιζητήσουν ενεργά φιλικές σχέσεις  με την Κίνα ώστε και τις πολύ μεγάλες (και κερδοφόρες) αμερικανικές επενδύσεις να προστατεύσουν, αλλά και κινεζικά κεφάλαια να προσελκύσουν.

Όσο για τον στρατιωτικό τομέα, η τεράστια και διαρκής αύξηση των ένοπλων δυνάμεων της Κίνας, η ταχύτατη επέκταση της αεροπορίας με τελευταίας τεχνολογίας αεροσκάφη και drones, η σημαντικότατη επέκταση του ναυτικού (κάθε χρόνο η Κίνα προσθέτει το ισοδύναμο ολόκληρου του  γαλλικού ναυτικού στον στόλο της) σημαίνουν ότι η Αμερική δεν έχει ουσιαστικές δυνατότητες στρατιωτικής επέμβασης στα χωρικά ύδατα της Κίνας. Επομένως, αυτή τη στιγμή οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν κανένα οικονομικό ή στρατιωτικό όπλο που να είναι ικανό να υποτάξει την Κίνα, εκτός φυσικά από πυρηνικά, τα οποία όμως έχουν τη δυσάρεστη παρενέργεια να εξασφαλίζουν την αμοιβαία καταστροφή.

Ο Τραμπ έχει βέβαια επιβάλλει επιπλέον δασμούς στην Κίνα. Το μέτρο όχι μόνο είναι αβέβαιης αποτελεσματικότητας (είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα βλάψουν την Κίνα λιγότερο από τις ίδιες τις ΗΠΑ) αλλά είναι και εξαιρετικά ανώδυνο σε σχέση με τους σκληρούς περιορισμούς που είχε επιβάλει η προηγούμενη κυβέρνηση. Άρα, το μέτρο θα πρέπει -ίσως- να αντιμετωπιστεί ως διαπραγματευτικό χαρτί. Σίγουρα δεν αποτελεί καινούργια στρατηγική έναντι της χώρας. Αν ο Τραμπ έχει μια νέα στρατηγική κατά της Κίνας, την κρατάει καλά κρυμμένη…

Το Εσωτερικό Μέτωπο

Όσο κι αν εμάς μας ενδιαφέρει κυρίως η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, παραδοσιακά τα πολιτικά πράγματα της χώρας προσδιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά από την εσωτερική πολιτική. Και εκεί την πρωτοβουλία την έχει ο σκιώδης πρόεδρος Μασκ, ο οποίος δεν εφαρμόζει κάποια νέα στρατηγική αλλά απλώς κάνει ακόμα περισσότερες από τις ίδιες παλιές καλές κινήσεις (που τις ξέρουμε κι εμείς από τους δικούς μας σωτήρες), ακολουθώντας μιαν αντιδραστική αντεπανάσταση που ξεκίνησε την δεκαετία του 70: ιδεολογικός λόγος για περικοπές στο δημόσιο με αντίστοιχες ιδιωτικοποιήσεις, έμφαση στο χρηματιστήριο,  «μείωση» του κράτους (όχι όμως στην «ασφάλεια», δηλαδή την αστυνόμευση) κλπ. Φυσικά ο σκοπός δεν είναι το «μικρότερο» ή «επιτελικό» κράτος, το αντίθετο. Μέχρι τώρα οι  περικοπές, παρά τη δημοσιότητα, είναι εκπληκτικά μικρές, αφού αφορούν μόνο μικρά κοινωνικά προγράμματα που δεν συγκρίνονται σε μέγεθος με την άμυνα και την ασφάλεια. Για την ακρίβεια στους πρώτους δύο μήνες του 2025, το δημόσιο όχι μόνο δεν μίκρυνε, αλλά αντίθετα μεγάλωσε και λίγο. Ο λόγος που υπάρχει το DOGE (η υπηρεσία της οποίας ηγείται ο Μασκ και που ψάχνει για σπατάλες του δημοσίου) είναι καθαρά ιδεολογικός.

Όμως όλα αυτά έχουν γίνει με έναν περίεργα πρόχειρο και αυτοσχεδιαστικό τρόπο: μόνο την προηγούμενη εβδομάδα, ο Τραμπ υπέγραψε δασμούς για Καναδά και Μεξικό·  την επόμενη μέρα υπέγραψε μια εξαίρεση για τις αυτοκινητοβιομηχανίες· κατόπιν καθυστέρησε γενικά την εφαρμογή δασμών για έναν μήνα και στο τέλος είπε ότι παρόλα αυτά θα έβαζε δασμούς στην καναδική ξυλεία και τα γαλακτοκομικά. Είναι επίσης γνωστές οι προχειρότητες που αφορούν λάθος αναγνώσεις όπως ας πούμε το κόψιμο σπατάλης 8 δις δολαρίων, το οποίο αποδείχτηκε ότι αφορούσε 8 εκατομμύρια κλπ.

Επιπλέον είναι ευρύτερα γνωστό ότι η άτυπη θέση του Μασκ ως αντ’ αυτού έχει προκαλέσει σοβαρές τριβές στην ίδια τη κυβέρνηση. Το σοβαρότερο ως τώρα περιστατικό αφορά τον καβγά του Μασκ με τον ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο, έναν από τους λίγους κάπως σοβαρούς υπουργούς, για το ότι δεν μπορούν να γίνονται περικοπές με τέτοιο τρόπο ειδικά σε τομείς αναγκαίους για την κρατική λειτουργία.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στα κρυπτονομίσματα. Ο Τραμπ κατά καιρούς είχε εκφράσει την αντίθεσή του σε αυτά. Το καλοκαίρι του 2024 όμως, διάφοροι μεγιστάνες του χώρου αποφάσισαν να χρηματοδοτήσουν σοβαρά την εκστρατεία του, αγοράζοντας την αλλαγή της γραμμής. Έτσι ο Τραμπ, μία μέρα πριν την ορκωμοσία του, ίδρυσε το δικό του κρυπτονόμισμα (για την ακρίβεια είναι meme coin, αλλά μην μπούμε σε λεπτομέρειες), ονόματι $TRUMP.  Το κρυπτο αυτό, αφού εκτοξεύτηκε την πρώτη μέρα στα 60 δολάρια, κατόπιν κατέρρευσε (όπως ήταν αναμενόμενο) στα 11 ως 12 δολάρια. Τα κορόιδα που έδωσαν τα λεφτά τους δεν πρόκειται να τα πάρουν ποτέ πίσω, ενώ ο Τραμπ και οι συν αυτώ έβγαλαν μερικά εύκολα δισεκατομμύρια.

Τώρα, επειδή αυτή η κίνηση δεν άρεσε στους βαρόνους των κρύπτο, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα ιδρύσει ένα ειδικό αποθεματικό των ΗΠΑ ειδικά για τέτοια «νομίσματα». Η κίνηση αυτή είναι εντελώς ακατανόητη. Τα κρύπτο ως τώρα έχουν βρει μόνο τρεις εφαρμογές: απάτες για κορόιδα, σαν αυτή του $TRUMP, που λέγονται και «τράβηγμα χαλιού»· ανώνυμες μεταφορές χρημάτων για φοροδιαφυγή και τέλος ξέπλυμα και καθαρά εγκληματικές δραστηριότητες. Επίσης είναι τρομερά ασταθή. Γιατί η χώρα που έχει τον απόλυτο έλεγχο του κυριότερου αποθεματικού και εμπορικού νομίσματος του πλανήτη να θέλει να δώσει τα λεφτά της για να διακρατήσει κρύπτο; Προφανώς επειδή αυτό βολεύει τους βαρόνους των κρύπτο και χρηματοδότες του Τραμπ. Η υπόθεση αυτή βρωμάει, όπως βρωμάει και η πολύ παρόμοια υπόθεση με κρύπτο που αυτή τη στιγμή «ταλαιπωρεί» την αδελφή ψυχή του Τραμπ, τον Μιλέι στην Αργεντινή, ο οποίος πρόσφατα και αυτός υποστήριξε ένα κρύπτο με προφανή σκοπό να «φάει» λεφτά από κορόιδα.

Τέλος, μια σημαντική περιπλοκή στο πώς λειτουργεί η κυβέρνηση είναι η ίδια η απόδοση σοβαρών αρμοδιοτήτων απευθείας στον Μασκ. Αυτό δεν είναι μόνο περιπλοκή λόγω της θεσμικής ικανότητάς του να παρέμβει ειδικά για το προσωπικό του συμφέρον (λχ κόβοντας κονδύλια από την ΝΑΣΑ, ή σταματώντας την επιδότηση του επίγειου ίντερνετ, κάτι που θα προωθήσει το δορυφορικό του ίντερνετ κλπ), ούτε με το ότι μάλλον θα κοιτάξει να υπονομεύσει τους ανταγωνιστές του. Ο Μασκ εκπροσωπεί ένα είδος βιομηχανικού κεφαλαίου που πολύ επιθετικά κυριάρχησε στην οικονομική ζωή της υπερδύναμης τα τελευταία χρόνια, τις «νέες τεχνολογίες» που βασικά είναι αποτέλεσμα των πιο επιθετικών Venture Capitals. Είναι σαφές ότι γύρω από αυτές έχει ήδη χτιστεί μια φούσκα, το μόνο θέμα είναι πότε αυτή θα σκάσει, όχι αν. Ο κίνδυνος σκασίματος της φούσκας μαζί με το γεγονός ότι σε αυτές ακριβώς τις τεχνολογίες οι Κινέζοι φαίνονται να ανταγωνίζονται ή και να ξεπερνούν τους Αμερικάνους αυξάνει τις αβεβαιότητες, την ίδια ώρα που ο Τραμπ έχει προκαλέσει ένα είδος χαοτικής κατάστασης. Η ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα (Atlanta FED NOW) προβλέπει για τους επόμενους μήνες μια σοκαριστική βουτιά του ΑΕΠ. Αν όντως έρχεται τέτοια βαθιά ύφεση, οι περικοπές δεν θα την βοηθήσουν. Το μόνο σίγουρο σε όλη αυτή την κωμικοτραγική υπόθεση; για μια ακόμα φορά θα την πληρώσουν οι φτωχότεροι.

Πρώτα Συμπεράσματα

Σε μια διαμάχη, η χειρότερη στρατηγική είναι να μην έχεις στρατηγική. Και αυτό επειδή όταν ο αντίπαλός σου κάνει αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες κινήσεις, όταν δεν κρατάει μια κάποια σταθερή στάση και πότε είναι φιλικός και πότε επιθετικός, τότε αναγκαστικά τον αντιμετωπίζεις κρατώντας την πιο σκληρή αμυντική γραμμή και αντεπιτίθεσαι στην πρώτη ευκαιρία ώστε να εκμεταλλευτείς την αδυναμία του να σκεφτεί καθαρά.

Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν, ως προς το κύριο θέμα μας, την εξωτερική πολιτική, για την ώρα η δεύτερη θητεία Τραμπ δεν έχει δείξει κανένα στοιχείο συνεκτικής στρατηγικής για το ούτως ή άλλως αναδιαμορφωμένο διεθνές πεδίο. Η πρωτοβουλία των κινήσεων εξακολουθεί να είναι στα χέρια των αντιπάλων των ΗΠΑ, οι σύμμαχοί της εξακολουθούν να είναι ζαλισμένοι, ενώ οι ως τώρα ενδεικτικές κινήσεις του ήταν όλες αμυντικές κινήσεις υποχώρησης και όχι επιθετικές. Το τελευταίο θα μπορούσε μεν να αναγνωστεί και ως τακτική υποχώρηση προκειμένου να ετοιμαστούν άλλες κινήσεις, αν είχε εκφραστεί κάποιο σχέδιο έστω και ως γενική ιδέα. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο από υποθέσεις τρίτων («στόχος είναι η Κίνα»), υποθέσεις που για την ώρα δεν υποστηρίζονται από την οικονομική πραγματικότητα.

Η μία και μόνη σταθερή ποσότητα είναι η άνευ όρων υποστήριξη της γενοκτονίας στην Γάζα (αν και υπάρχουν φήμες ακόμα και για μυστικές συνομιλίες με τη Χαμάς). Η εκεχειρία που επέβαλε ο νέος πρόεδρος ήταν ένα διάλειμμα που το χρειαζόταν και το καταπονημένο από τις επιχειρήσεις Ισραήλ. Είναι απολύτως βέβαιο ότι εντός των επόμενων εβδομάδων ο Νετανιάχου θα δώσει το πράσινο φως για συνέχιση των εχθροπραξιών. Για την ώρα είναι εξίσου καθαρό ότι θα έχει την πλήρη στήριξη του Τραμπ. Ούτε αυτό είναι νέα στρατηγική ή αναδιάταξη της προηγούμενης. Είναι απλώς εμμονική συνέχιση της προηγούμενης στρατηγικής, όταν είναι πλέον καθαρό ότι η στρατηγική αυτή ορίζοντά της έχει μόνο την εξόντωση μέχρι και του τελευταίου Παλαιστίνιου.

Η συνολική εικόνα είναι περισσότερο αυτή μιας στα τυφλά πορείας στο έδαφος της κατάρρευσης του στρατηγικού σχεδίου που διαμόρφωνε τη στάση του αμερικάνικου κράτους σε όλη την προηγούμενη περίοδο, μαζί με μια πρωτότυπη ιδιωτικοποίηση  όχι μόνο πλευρών λειτουργίας του κράτους (που είναι το τυπικό νεοφιλελεύθερο σχήμα των ιδιωτικοποιήσεων), αλλά και της ίδιας της κυβέρνησης, με εκποίηση των κυβερνητικών θέσεων ή των αποφάσεων της κυβέρνησης στον πλειοδότη. Ποτέ στο παρελθόν η παγκόσμια πολιτική δεν ήταν τόσο επικίνδυνα γελοία…

 •  0 comments  •  flag
Share on Twitter
Published on March 13, 2025 23:00
No comments have been added yet.


Δημήτρης Λένης's Blog

Δημήτρης Λένης
Δημήτρης Λένης isn't a Goodreads Author (yet), but they do have a blog, so here are some recent posts imported from their feed.
Follow Δημήτρης Λένης's blog with rss.