Σπάζοντας Πράγματα στη Δουλειά: Με αφορμή ένα βιβλίο

Ποια είναι η εκτίμησή σας για το απώτερο μέλλον; Πώς θα είναι να ζεις σε κάτι αιώνες; Δύο ελαφρώς διαφορετικές απαντήσεις μπορούν να δοθούν. Η μία, η αισιόδοξη ας πούμε, είναι ότι οι εξελίξεις στην τεχνολογία θα επιτρέψουν όλες οι αναγκαίες αλλά βαρετές κι επίπονες εργασίες να γίνονται από μηχανές ώστε οι άνθρωποι να μπορούμε απερίσπαστοι να ασχολούμαστε με ό,τι μας ενδιαφέρει περισσότερο στη ζωή, σε έναν κόσμο αφθονίας και δημοκρατίας, μια τεχνο-ουτοπία. Η δεύτερη απάντηση είναι ότι οι εξελίξεις στην τεχνολογία πηγαίνουν όλο και περισσότερο σε ένα μέλλον παρακολούθησης από το κράτος, καταστολής, όλο και χειρότερων συνθηκών ζωής, οικολογικής καταστροφής και ενεργειακής υπερκατανάλωσης όπου θα μας κυβερνά η τεχνητή νοημοσύνη -και εξάλλου, ποιο απώτερο μέλλον, αφού θα μας κηρύξουν τον πόλεμο και θα μας αφανίσουν τα ρομπότ αύριο-μεθαύριο. Όπως βλέπουμε, οι δύο απαντήσεις διαφέρουν μόν ως προς το ότι η δεύτερη είναι μια ιδέα λιγότερο αισιόδοξη.

Ανεξάρτητα από το τι θα γίνει (το μέλλον μόνο θα δείξει), το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι όλοι βασίζουμε τις προσδοκίες μας για τις κοινωνικές εξελίξεις πάνω στις προσδοκίες μας για το που θα κινηθεί η τεχνολογία. Δεν είναι κάπως παράδοξο αυτό; Μήπως η τεχνολογία δεν είναι (όπως λέει και η λέξη) ένα τεχνικό ζήτημα; Γιατί περιμένουμε να έχει τέτοια επίδραση στο κοινωνικό μέλλον;

Ποιος γράφει την ιστορία

Λέμε συνήθως πως την ιστορία την γράφουν οι νικητές. Υπάρχει βέβαια και το ερώτημα του τι γίνεται με τις συγκρούσεις που δεν έχουν τελειώσει, που διαρκούν, που η εξέλιξή τους είναι η ίδια η ιστορία.

Η θεμελιώδης, καθοριστική και συνεχής σύγκρουση εδώ και δυόμιση αιώνες που υπάρχει καπιταλισμός είναι αυτή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, που θα ‘λεγε και ο γέρο Μαρξ. Είναι μια σύγκρουση που δεν γίνεται να λήξει εντός του καπιταλισμού: το κεφάλαιο δεν μπορεί να απαλλαγεί από την εργασία επειδή την χρειάζεται για να υπάρχει· η εργασία δεν χρειάζεται το κεφάλαιο, αλλά δεν έχει καταφέρει να απαλλαγεί από αυτό και έτσι συνεχίζει να κυβερνάται από αυτό.

Η επικράτηση του κεφαλαίου σημαίνει κάποια πράγματα για το πώς νοηματοδοτούνται στο διαρκές παρόν τα ιστορικά γεγονότα. Ένα καλό παράδειγμα είναι οι Λουδίτες. Όπως μάθαμε στο σχολείο, αυτοί ήταν μια μυστική σέχτα οπισθοδρομικών εργατών στην Βρετανία γύρω στο 1810-1820, που κατάστρεφαν μηχανήματα επειδή φοβόντουσαν την τεχνολογία και τις αλλαγές που αυτή φέρνει. Ευτυχώς όμως, οι Λουδίτες νικήθηκαν και έτσι όλοι επωφεληθήκαμε από την τεχνολογική πρόοδο. Στο κάτω κάτω, αν η τεχνολογία προκαλεί κάποια ανεργία (την λεγόμενη και τεχνολογική), αυτή είναι προσωρινή ενώ γρήγορα οι δουλειές που χάθηκαν αντικαθίστανται από άλλες καλύτερες, πιο ξεκούραστες και καλύτερα αμειβόμενες. Οι μηχανές αντικαθιστούν την σκληρή χειρονακτική εργασία με πολύ πιο ξεκούραστες δουλειές. Πχ εκατοντάδες υφαντές σε χειροκίνητους αργαλειούς αντικαταστάθηκαν από λίγους ατμοκίνητους αργαλειούς που ενώ έχουν πολύ μεγαλύτερη παραγωγή, θέλουν μόνο λίγους εργάτες να τους επιβλέπουν. Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν νέες δουλειές για εργάτες στα εργοστάσια κατασκευής αργαλειών, νέες θέσεις εργασίας στο εμπόριο υφασμάτων, υπήρξε άνοιγμα γενικά του εμπορίου και «μεγάλωμα της πίτας», είχαμε δηλαδή αύξηση του προϊόντος και των εισοδημάτων γενικά, αλλά και βελτίωση των συνθηκών ζωής λόγω των φτηνών και ποιοτικών υφασμάτων και ρούχων, ενώ οι υφαντές που απολύθηκαν, γρήγορα απασχολήθηκαν σε άλλες, καλύτερα πληρωμένες δουλειές. Μόνο θετικές εξελίξεις έφερε η τεχνολογία, αντίθετα με τον μεσαίωνα που ήθελαν να ξαναφέρουν οι Λουδίτες.

Όπως συχνά συμβαίνει με τις κυρίαρχες, συμβατικές αφηγήσεις που αφορούν καταστατικούς κοινωνικούς μύθους, έτσι και το παραπάνω αφήγημα είναι ψευδές, ή πιο σωστά είναι η εικόνα της κυρίαρχης τάξης της εποχής για το κίνημα των Λουδιτών. Για τις κυρίαρχες τάξεις και την ιστορία που γράφουν, κάθε απεργία είναι σαμποτάζ, κάθε αντίσταση είναι πράξη καταστροφής και αντίσταση στην πρόοδο, κάθε διαμαρτυρία είναι εμπόδιο στην αγορά και το ελεύθερο χέρι της, πράξη ανελευθερίας και σκοταδισμού. Ακόμα και σήμερα λχ, οι πορείες στο κέντρο της πόλης είναι «καταστροφικές για το εμπόριο», «εμποδίζουν την ελευθερία των οδηγών» και άρα πρέπει να κατασταλούν βίαια -και αυτό ανεξάρτητα από τα αιτήματά τους. Οσο για τις απεργίες, ας μην μιλήσουμε καλύτερα.

Οι Λουδίτες δεν ήταν τεχνοφοβικό ή οπισθοδρομικό κίνημα, και δεν ήθελαν να φέρουν τον «μεσαίωνα». Οι Λουδίτες ήταν το πρώτο οργανωμένο εργατικό κίνημα της ιστορίας. Απαιτούσαν καλύτερους μισθούς, είχαν την περηφάνια της τάξης τους και πολύ συνειδητά εκβίαζαν τα αφεντικά με το όπλο της απεργίας για να πετύχουν τα αιτήματά τους· ακριβώς όπως και σήμερα, έτσι και τότε η απεργία ήταν εκβιασμός, «ή μας πληρώνεις ή οι μηχανές σταματάνε». Ακόμα περισσότερο, είχαν καταλάβει, κάτι που οι πρώιμοι ουτιπικοί σοσιαλιστές θεωρητικοί της εποχής δεν είχαν ακόμα κατανοήσει, ότι ο σκοπός των νέων τεχνολογιών δεν είναι πρώτα και κύρια η αύξηση της παραγωγής και του κέρδους αλλά η πειθάρχηση της εργασίας: με κάπως πιο μοντέρνα ορολογία, θα λέγαμε ότι ο εργοστασιάρχης με το πιο πειθαρχημένο εργατικό δυναμικό έχει τη δυνατότητα να αποσπά περισσότερη υπεραξία (είτε απόλυτη ή σχετική), άρα έχει μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους και επίσης καλύτερη θέση στον ανταγωνισμό με τους συναδέλφους του.  Οι μηχανές είναι ένα εκπληκτικό εργαλείο για την διάσπαση του εργατικού σώματος και την με σχεδόν μαγικό τρόπο αύξηση της υπεραξίας.

Οι Λουδίτες ήξεραν ότι οι μηχανές αντικαθιστούσαν εργασία υψηλής ειδίκευσης (και άρα καλοπληρωμένη) με ανειδίκευτη, κακοπληρωμένη και όχι μόνιμη εργασία. Η μηχανή είναι κατασκευασμένη πάνω στο μοτίβο των κινήσεων που κάνει ο εργάτης, «κλέβει» και υλοποιεί την πείρα και αντιγράφει τις κινήσεις του πεπειραμένου εργατικού χεριού, πολλαπλασιάζοντάς τες εκατοντάδες, χιλιάδες φορές, κάνοντάς το αυτόματα, από μόνη της σχεδόν: είναι «νεκρή εργασία». Ο εργαζόμενος που επιβλέπει την μηχανή δεν χρειάζεται να έχει πίσω του την γνώση του τεχνίτη που αντικαθιστά η αυτόματη μηχανή· η δουλειά του είναι στοιχειώδης, να αντικαταστήσει το νήμα όταν τελειώσει, να μεταφέρει το έτοιμο ύφασμα στο κατάλληλο ράφι κλπ, επομένως η απόλυσή του είναι πολύ πιο εύκολη, η αμοιβή του πολύ μικρότερη και η πειθαρχία του εγγυημένη. Οι Λουδίτες απαιτούσαν οι δουλειές που καταργούνταν να αντικαθίστανται με άλλες, εξίσου καλά πληρωμένες, άμεσα.

Τα σαμποτάζ στα οποία κατέφευγαν σπάνια ήταν καταστροφικά, δεδομένου ότι δεν ήθελαν να χάσουν τις δουλειές τους. Συνήθως ήταν απλώς το σβήσιμο του κεντρικού καζανιού παραγωγής ατμού του εργοστασίου, το οποίο δεν ήταν μόνιμη ζημιά, απλώς έπαιρνε μέρες για να ξανανάψει. Η πλήρης καταστροφή ήταν σπάνια και συνέβαινε μόνο σε ακραίες περιπτώσεις. Η καταστροφή των μηχανών δηλαδή δεν ήταν τεχνοφοβία, αλλά πόλεμος με το αφεντικό. Το γεγονός φαίνεται και από την ίδια τη λέξη: Υποτίθεται ότι το «σαμποτάζ» προέρχεται από τα σαμπό (τα φτηνά ξυλοπάπουτσα των γάλλων εργατών) που αυτοί πέταγαν στα γρανάζια της μηχανής για να την μπλοκάρουν ώστε να πέσουν οι ρυθμοί δουλειάς. Αν δεν είναι αλήθεια, είναι καλά ειπωμένο, αφού η λέξη με τα χρόνια πήρε την έννοια της μυστικής, ύπουλης πολεμικής πράξης που έχει σήμερα, μια έννοια που ταιριάζει με την οπτική της κυρίαρχης τάξης για την απεργία: μια ύπουλη, εγκληματική πράξη που την κάνουν τεμπέληδες που τους ταΐζει το αφεντικό τους. Κάθε σταμάτημα της μηχανής είναι ένα πισώπλατο μαχαίρωμα του ευεργέτη από τους ευεργετούμενους, σκοταδιστές που δεν πιστεύουν στην επιστήμη και την πρόοδο.

Γιατί Μισείς τη Δουλειά σου;

Και βέβαια, αυτή η αυτοεικόνα του αφεντικού είναι πολλαπλά λανθασμένη, αλλά για έναν λόγο παραπάνω: αντίθετα με την κυρίαρχη αφήγηση, τις καλύτερες συνθήκες ζωής δεν τις επιφέρει η είσοδος αυτοματισμών και νέων τεχνολογιών, η «τεχνική πρόοδος», αλλά η διαμόρφωση κατάλληλων κοινωνικών συνθηκών διαβίωσης και υγιεινής ύστερα από πάλη των αποκάτω. Οι βιομηχανικές πόλεις σε Βρετανία και ΗΠΑ, χρόνια μετά την βιομηχανική επανάσταση ήταν πραγματικά κολαστήρια, με φρικτές συνθήκες ζωής, πολύ χειρότερες από τις συνθήκες στα προβιομηχανικά χωριά στα οποία είχαν γεννηθεί οι εργάτες εκείνοι. Αλλά το ίδιο συμβαίνει ακόμα σήμερα στα γιγαντιαία εργοστάσια του Μπαγκλαντές, όπου γίνεται ουσιαστικά το σύνολο της παραγωγής ποιοτικών βαμβακερών υφασμάτων που μας ντύνουν, εδώ στη Δύση, φτηνά. Οι αγρότισσες και τα παιδιά τους που δουλεύουν εκεί ζουν σε χειρότερες συνθήκες από αυτές που άφησαν στα χωριά τους -και αναγκάστηκαν να φύγουν από αυτά  επειδή αυτές καταστρέφονται συστηματικά από το κράτος, αναγκάζοντας τους αγρότες να αναζητήσουν πληρωμένη δουλειά στις πόλεις και στα εργοστάσια. Πάνε δέκα χρόνια πια που ο αστικός πληθυσμός της γης έχει ξεπεράσει τον αγροτικό, με τεράστιες ροές αγροτών να ταξιδεύουν «εθελοντικά» στις μεγαπόλεις του τρίτου κόσμου. Η ωμή βία του κεφαλαίου ξεκινά με τον «εθελοντικό» ερχομό του εργάτη στην αγορά: εκεί ανταλλάσσει «ελεύθερα» την εργατική του δύναμη με μισθό, ύστερα από «ελεύθερη» διαπραγμάτευση με το κεφάλαιο (το οποίο βέβαια είναι όντως ελεύθερο να διαμορφώνει την τιμή). Η μαγεία της ελευθερίας του Κεφαλαίου εν δράσει. 

Η ίδια η έννοια της προόδου, της κίνησης προς ένα μέλλον όλο και «καλύτερο», «ανώτερο» από το παρελθόν, είναι έννοια που δημιουργείται μαζί με τον καπιταλισμό. Η «κοινωνική» πρόοδος είναι αντανάκλαση της διαρκούς πορείας της τεχνολογίας προς όλο και περισσότερη αυτοματοποίηση, της δίψας του κεφαλαίου για καινούργιες μηχανές, για «καινοτομία»: κινητήρας αυτής της διαδικασίας προς τα «εμπρός» δεν είναι κάποια εγγενής τάση του ανθρώπου προς την βελτίωση του  πολιτισμού ή το πνεύμα της προόδου, αλλά η δίψα του κεφαλαίου για εισαγωγή νέων αυτοματισμών, νέων μηχανών, που θα μπορούν να υποτάσσουν αποτελεσματικότερα την εργασία στα συμφέροντά του. Η δίψα αυτή φέρνει μαζί της και τη διαρκή αύξηση της παραγωγής, προσφέρει δηλαδή κάποιους από τους υλικούς όρους για την όποια βελτίωση των συνθηκών ζωής -αλλά η τελευταία δεν είναι αυτόματη, δεν γίνεται μόνη της. Αν ήταν, τότε όχι μόνο οι παραγκουπόλεις εκμετάλλευσης της εργασίας στον τρίτο κόσμο θα ήταν ανθρώπινες και όχι οι φυλακές κολασμένων ψυχών που είναι, αλλά και όσο πιο ψηλά στην αλυσίδα των αυτοματισμών βρισκόμασταν, αυτομάτως τόσο καλύτερες θα ήταν οι συνθήκες ζωής. Και όμως, η ηγέτιδα δύναμη του δυτικού κόσμου έχει ένα χαμηλό προσδόκιμο ζωής, ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό αστέγων και τεράστιο πρόβλημα με τα ναρκωτικά. Όχι μόνο αυτό: τις τελευταίες λίγες δεκαετίες, παρά την είσοδο και νέων αυτοματισμών (υπολογιστές, ίντερνετ, Τεχνητή Νοημοσύνη κλπ), το προσδόκιμο ζωής στις ΗΠΑ έπεσε, δείχνοντας ότι οι συνθήκες αντί να βελτιωθούν, χειροτέρευσαν.

«Σπάζοντας πράγματα στη δουλειά. Οι λουδίτες ήξεραν γιατί μισείς τη δουλειά σου»

Με αυτά τα θέματα ασχολείται το βιβλίο του Γκάβιν Μιούλερ με τον παραπάνω τίτλο, βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής και που μετάφρασαν οι Γιώργος Καλαμπόκας και Αντώνης Φάρας. Ένα βιβλίο που δεν ασχολείται με τους Λουδίτες παρά μόνο στο πρώτο κεφάλαιό του, καλώντας μας να τους δούμε ως ακριβώς το πρώτο κεφάλαιο σε μια μακρά ιστορία αντιστάσεων, που μπορεί να ξεκινάει από τους ατμοκίνητους αργαλειούς του 19ου αιώνα, αλλά φτάνει μέχρι την απόπειρα αντικατάστασης ειδικευμένης εργασίας από τεχνητή νοημοσύνη στις μέρες μας. Σε κάθε στάδιο αυτής της ιστορίας, η τεχνολογία αντί να μας βοηθάει να δουλεύουμε λιγότερο, μας αυξάνει τα ωράρια, αντί να μειώνει τη δυσκολία, την αυξάνει. Όλο και περισσότερες ώρες δουλειάς, για όλο και λιγότερα λεφτά, σε όλο και χειρότερες συνθήκες.

Όπως λέει ο ίδιος ο Μιούλερ στο βιβλίο, η τεχνολογία «μας υποχρεώνει να δουλεύουμε περισσότερο, περιορίζει την αυτονομία μας, μας ξεγελά και μας διχάζει όταν οργανωνόμαστε για να αντισταθούμε.» Παρ’ όλα αυτά δεν έχουν λείψει από την ιστορία των εργατικών αγώνων αυτοί στην αριστερά που επιχείρησαν να προσεταιριστούν την τεχνολογία, που βρήκαν σε αυτήν τον ουδέτερο παράγοντα που μπορεί το κίνημα να χρησιμοποιήσει αυτούσιο: Για πολλούς μαρξιστές, «το θέμα δεν είναι η ίδια η τεχνολογία, αλλά ποιος την ελέγχει, η εργασία ή το κεφάλαιο. Και για κάποιους από αυτούς η τεχνολογία, ακόμα και όταν βρίσκεται στα χέρια των καπιταλιστών, είναι ευλογία για τον σοσιαλισμό, καθώς δημιουργεί συνθήκες ριζοσπαστικού μετασχηματισμού ακριβώς κάτω από τη μύτη των αφεντικών. Αυτό σημαίνει ότι ένα σοσιαλιστικό κίνημα πρέπει να αντιμετωπίζει την  τεχνολογική ανάπτυξη ως κάτι θετικό, ακόμα κι αν αυτή επιφέρει αρνητικές συνέπειες βραχυπρόθεσμα».

Πρόκειται περί λάθους. Ο θεμελιώδης χαρακτήρας της τεχνολογίας δεν είναι η βελτίωση των συνθηκών ζωής. Για παράδειγμα, οι φαρμακευτικές εταιρίες δεν παλεύουν για την υγεία μας, οι αυτοκινητοβιομηχανίες δεν νοιάζονται για την ευκολία στην μετακίνηση και οι «πράσινες» εταιρίες δεν δίνουν πεντάρα για το καλό του περιβάλλοντος. Οι νέες τεχνολογίες εισάγονται παντού και πάντα με αποκλειστικό σκοπό την αντικατάσταση ειδικευμένης εργασίας με ανειδίκευτη, άρα την αύξηση του κέρδους του κεφαλαίου. Επομένως είναι αναγκαία η αυστηρή κριτική στα προϊόντα της και όχι η πανηγυρική αποδοχή τους. «Για όσους εκμεταλλεύονται εργαζόμενους, η τεχνολογική ανάπτυξη οδηγεί σε  τεράστια συσσώρευση πλούτου και συνεπώς εξουσίας. Με τη σειρά της, η τεχνολογία μειώνει την  αυτονομία των εργαζομένων -την ικανότητά τους να οργανώνονται για να αγωνίζονται ενάντια  στους εκμεταλλευτές τους. Στερεί από τους ανθρώπους την αίσθηση ότι μπορούν να ορίζουν οι ίδιοι τη ζωή τους, ότι στον κόσμο τους τους όρους τούς θέτουν οι ίδιοι».

Αυτός είναι ο λόγος που ο συγγραφέας ρητά έχει ως έναν στόχο «να κάν[ει] τους μαρξιστές λουδίτες.  […] Ανασύρω μέσα από τη μαρξιστική θεωρία ένα νήμα της σκέψης που ανάγεται στον ίδιο τον Μαρξ για να καταδείξω ότι ο λουδισμός  είναι, από διανοητική σκοπιά, συμβατός με τον μαρξισμό. […] Το επιχείρημά μου συνοψίζεται στο εξής: Για να είναι κανείς καλός μαρξιστής, πρέπει επίσης να είναι λουδίτης».

Αλλά γιατί αυτό; Επειδή, αντίθετα από όσα λένε οι διάφοροι απολογητές του κυρίαρχου λόγου, ζούμε σε μια εποχή με λουδιτικό, άρα αντρεπτικό, δυναμικό, όπως εξηγεί ο συγγραφέας στο τελευταίο, εκτεταμένο, δείγμα γραφής που θα δώσουμε από το βιβλίο: «Θέλω να κάνω τους ανθρώπους που επικρίνουν την τεχνολογία μαρξιστές.  Αν, όπως υποστήριξε ο Μαρξ, οι κυρίαρχες ιδέες μιας κοινωνίας είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης της, τότε η τεχνολογική αισιοδοξία θα πρέπει πράγματι να είναι στο απόγειό της. Κι όμως οι  δισεκατομμυριούχοι μας και τα τσιράκια τους στα καλά πανεπιστήμια γκρινιάζουν πάρα πολύ. Το χαζοχαρούμενο αβαντάρισμα, από την πλευρά τους, τονίζει το  γεγονός ότι η τεχνολογική αισιοδοξία όσων δεν διαθέτουν και τόσο αστρονομικά μέσα βιοπορισμού βρίσκεται σε ύφεση. Στρεφόμαστε όλο και περισσότερο εναντίον των τεχνολογιών που κατακλύζουν την εργασία και  τον ελεύθερο χρόνο μας, και νομίζω ότι εδώ υπάρχουν σπουδαίες πολιτικές δυνατότητες,  μόνο  όμως αν αυτή η προοπτική συνδεθεί με μια ευρύτερη κριτική του κοινωνικού και οικονομικού  συστήματος στο οποίο ζούμε, του καπιταλισμού».

– – – – – –

Το βιβλίο του Γκάβιν Μιούλερ «Σπάζοντας πράγματα στη δουλειά. Οι λουδίτες ήξεραν γιατί μισείς τη δουλειά σου» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής σε μετάφραση  Γιώργου Καλαμπόκα και Αντώνη Φάρα. Το βιβλίο θα παρουσιαστεί την Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου στις 7 μ.μ.  στο Match Point, Αινιανός 1 στο Πεδίο Άρεως.

 •  0 comments  •  flag
Share on Twitter
Published on February 26, 2025 03:04
No comments have been added yet.


Δημήτρης Λένης's Blog

Δημήτρης Λένης
Δημήτρης Λένης isn't a Goodreads Author (yet), but they do have a blog, so here are some recent posts imported from their feed.
Follow Δημήτρης Λένης's blog with rss.