Έπεσε το χέρι του γροθιά πάνω στο τιμόνι, έτσι κόρναρε, με γροθιές, το θεωρούσε πιο αποτελεσματικό. Υπήρχαν κορναρίσματα και κορναρίσματα, άλλα είναι κοφτά και ευγενικά σαν ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο, άλλα σπασμωδικά σαν να συλλαβίζουν το ά-ντε-τι-πε-ρι-μέ-νεις, το δικό του όμως ήταν μια άγρια κραυγή.
Είχε αργήσει και οδηγούσε στη λεωφόρο νευρικά. Έριχνε και ένα ψιλόβροχο από αυτό που αφαιρεί από τους οδηγούς τη φαιά ουσία. Φρέναρε το αυτοκίνητο απότομα στα φανάρια και προσπερνούσε τα άλλα αυτοκίνητα άγαρμπα. Ένας παππούς, πεζός, τον κοίταξε τρομαγμένος σε μια διάβαση. Φορούσε ένα μπουφάν με κουκούλα και επειδή δεν έβλεπε πλάγια, ευτυχώς, έστριψε ολόκληρο το σώμα του προς την κατεύθυνσή του και μαρμάρωσε. Τότε, σαν να μαλάκωσε και εκείνος, μεγάλος άνθρωπος σκέφτηκε και χαμήλωσε ταχύτητα.
Ήταν ένα μουντό απόγευμα Κυριακής, η πιο καταθλιπτική ώρα της εβδομάδας που το μόνο που θέλεις είναι να σου προσφέρουν ένα καταφύγιο, να μπεις και να βγεις πρωινό Δευτέρας. Αντί γι’ αυτό, εκείνος πήγαινε στη μάνα του αποφασισμένος...
https://www.bookpress.gr/prodimosieus...