Η πιο όμορφη απ” ολες.
Μια φορά κι έναν καιρό, στην πιο ψηλή κορυφή του κόσμου, υπήρχε ένα βασίλειο. Εκεί ζούσε ο βασιλιάς της βροχής και αυτός ήταν υπεύθυνος για το νερό που έπεφτε και πότιζε την γη και τα πλάσματα της. Γέμιζε τις πηγές και τα ποτάμια, δρόσιζε το χορτάρι και ξεδιψούσε όλων των λογιών τα ζώα, μα και τους ανθρώπους.
Ήταν πολυχρονεμένος και πολλές φορές, λόγω της ηλικίας του, γινόταν κακότροπος και γκρινιάρης. Όταν θύμωνε, άδειαζε τα χάλκινα πιθάρια του, που ήταν γεμάτα με νερό, μονομιάς στη γη, προκαλώντας πλημμύρες και κατακλυσμούς. Τα ποτάμια φούσκωναν και οι κοιλάδες γέμιζαν νερό και οι άνθρωποι έτρεχαν να σωθούν απ την μανία του. Άλλες φορές, που ο γέρος βασιλιάς δεν είχε κέφια, γινόταν πολύ τσιγκούνης με το νερό του και δεν το άφηνε να πέσει με αποτέλεσμα η γη να ξεραίνεται και τα πλάσματα της να υποφέρουν από δίψα. Ευτυχώς όμως ήταν λίγες εκείνες οι φορές που το κακό γινόταν. Συνήθως έβρεχε όταν έπρεπε, και σταματούσε όταν είχε βρέξει αρκετά.
Εκείνο τον καιρό, που ήταν άνοιξη για τους ανθρώπους, ο βασιλιάς της βροχής, που τον έλεγαν γερό Βρόχη, στεκόταν στον πιο ψηλό πύργο του παλατιού του και κοιτούσε κάτω, στη γη. Όλα ήταν όμορφα. Τα δάση ήταν πράσινα, τα ποτάμια φιδογύριζαν σαν ασημένιες κορδέλες εδω κι εκεί και οι λίμνες άστραφταν στο φως του ήλιου. Τα ζώα έτρεχαν ελεύθερα και οι άνθρωποι έκαναν τις δουλειές τους όπως εκείνοι ήξεραν.
«Για στάσου όμως» είπε ξαφνικά στον εαυτό του. «Τι όμορφο πλάσμα είναι αυτό;»
Και ήταν πολύ όμορφο αλήθεια. Ήταν μια νέα κοπέλα.
Τα μαλλιά της ήταν στο χρώμα της γης που σαν τα έβλεπε το φως του ήλιου γινόταν χάλκινα και φλογισμένα ενώ τα μάτια της, άστραφταν σαν κοιτούσε ψηλά. Ο γέρος βασιλιάς ενθουσιάστηκε γιατί πρώτη φορά έβλεπε τόση ομορφιά και τότε στην καρδιά του ξύπνησαν συναισθήματα που ποτέ ξανά δεν είχε νιώσει. Η μοναξιά και η αγάπη, που για πρώτη φορά ένιωθε και δεν μπορούσε να ονοματίσει, του τρύπησαν την καρδιά σαν δίκοπο μαχαίρι.
Τότε κάθισε κάτω και σκέφτηκε.
«Θα κατέβω, θα την βρω και θα την πάρω μαζί μου» είπε στον εαυτό του και χωρίς να το πολυσκεφτεί ανέβηκε επάνω σε ένα άρμα από σύννεφα και κατέβηκε στη γη. Σαν έφτασε πάνω απ το σπίτι της, είδε κρυμμένος μέσα απ τα σύννεφα του, πως ζούσε με τον πατέρα της. Καλλιεργούσαν την γη τους και ζούσαν από αυτή με πολλές δυσκολίες, αλλά κάθε μέρα προσπαθούσαν, και έτσι κυλούσε η ζωή τους. Κατέβηκε απ το άρμα του, μεταμφιέστηκε σε άρχοντα που είχε χάσει τον δρόμο του και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού. Τους βρήκε στο μεσημεριανό τραπέζι κι εκείνοι, φτωχοί μα φιλόξενοι, τον έβαλαν και κάθισε μαζί τους. Του έδωσαν να φάει και να πιει από αυτά που είχαν και αφού τέλειωσαν, η κόρη τους άφησε για να πάει στις δουλειές της. Έτσι, ο γέρος αγρότης και ο μεταμφιεσμένος βασιλιάς, έπιασαν την κουβέντα. Τότε ο βασιλιάς της βροχής βρήκε την ευκαιρία και μίλησε.
«Για την φιλοξενία, το φαί και το κρασί, θέλω να σε ευχαριστήσω» είπε. «Πες μου τι θες κι εγώ θα στο δώσω.»
«Δεν χρειάζεται να μου δώσεις τίποτα» του είπε ο γέρο αγρότης.
«Την κόρη σου, πως την λένε;» ρώτησε ο βασιλιάς.
«Την λένε Όμορφη μιας και ρωτάς, γιατί όμορφη είναι, όσο καμιά.»
«Έχεις δίκιο» είπε ο βασιλιάς «Όμορφη, όνομα και πράγμα. Άκου πως έχει το πράγμα. Αφού λοιπόν δεν θέλεις να σου δώσω κάτι για αντάλλαγμα θα διαλέξω εγώ για σένα.»
«Δεν είναι ανάγκη να το κάνεις αλλά αφού το θέλεις τόσο, διάλεξε.»
«Θα πάρω την κόρη σου για γυναίκα μου γιατί ομορφότερη δεν είδαν τα μάτια μου ποτέ. Μαζί μου θα ζει σαν βασίλισσα.»
Ο πατέρας, τα έχασε. Ήταν μεγάλος στην ηλικία ο μουσαφίρης, σκέφτηκε. Άρχοντας μπορεί να ήταν, ήταν όμως γέρος, σαν κι εκείνον, μόνο καλή δεν ήταν μια ανταπόδοση σαν κι αυτή. Τότε ο πατέρας απάντησε.
«Έχω την μονάκριβη μου και άλλον κανέναν στον κόσμο αυτό. Ξέρω πως μια μέρα θα διαλέξει την ζωή της και θα φύγει μακριά, γιατί έτσι είναι η ζωή. Καλό θα ήταν όμως να διαλέξει από μόνη της τον δρόμο, και τον άνθρωπο για να την συντροφεύει. Δεν σου δώσαμε απ το φαί και το κρασί μας για να μας δώσεις αντάλλαγμα, παρά το κάναμε απ την καλή μας την καρδιά. Με το συμπάθιο αλλά δεν μπορώ να δεχτώ το αντάλλαγμα σου.»
Τότε, ο γέρος βασιλιάς θύμωσε με την απάντηση αυτή. Έτσι, πέταξε από πάνω του την μορφή που είχε πάρει και παρουσιάστηκε μπροστά στο γέρο αγρότη με όλο του το μεγαλείο.
«Είμαι βασιλιάς!» φώναξε «Είμαι αυτός που φέρνει την βροχή στη γη και σε μένα οφείλετε τις σοδειές σας. Παρουσιάστηκα μπροστά σου σαν άνθρωπος και δεν μου δίνεις αυτό που θέλω. Αν δεν μου την δώσεις, στάλα νερό δεν θα ξαναπέσει στη γη σου. Θα στεγνώσει και θα γίνει πέτρα. Ούτε χορταράκι δεν θα ξαναβγεί μέχρι να πάρω αυτό που θέλω. Μπορώ ακόμα να ρίξω όλο το νερό επάνω σου, και τότε να πνίγουν οι σοδειές σου και να σαπίσουν. Ακόμα κι αν φύγεις από αυτή τη γη και βρεις άλλη, εγώ από εκεί πάνω θα σε βλέπω και πάλι το ίδιο θα συμβεί. Ίσως ύστερα από αυτό αλλάξεις γνώμη.»
Ο γέροντας φοβήθηκε πολύ και δεν είχε λόγια. Έξω είχε σκοτεινιάσει ο ουρανός και άστραφτε ο τόπος όλος απ την οργή του γερό Βρόχη.
«Αν μου την δώσεις για γυναίκα μου, θα ζήσει μια ζωή πλούσια, κι εσύ θα δεις τις σοδειές σου περισσότερες από ποτέ, γιατί θα φροντίζω τα χώματά σου περισσότερο και πλούσιος θα γίνεις. Απάντησε μου λοιπόν.» είπε.
Αφού ο πατέρας σκέφτηκε λίγο, απάντησε.
«Μεγάλωσα την κόρη μου όσο πιο σωστά μπορούσα. Πάντα της έλεγα να παίρνει σωστές αποφάσεις και να κάνει πράγματα που αγαπά. Έτσι και τώρα. Θα αφήσω την κόρη μου να αποφασίσει αν θέλει να περάσει την υπόλοιπη ζωή της μαζί σου. Στην περίπτωση που αρνηθεί όμως, αν είσαι όπως λες αυτός που φέρνει την βροχή τότε κάνε ότι θες.»
Έτσι ο πατέρας φώναξε την κόρη του κι εκείνη ήρθε. Σαν έμαθε πως έχει το πράγμα πολύ στεναχωρήθηκε. Δεν ήθελε να περάσει την ζωή της με ένα γέρο βασιλιά, μακριά απ τον πατέρα της που πολύ τον αγαπούσε. Φοβήθηκε όμως πως θα κρατούσε τον λόγο του και τότε σίγουρα θα πεινούσαν μέσα σε λίγους μήνες.
«Δέχομαι να γίνω γυναίκα σου μα να ξέρεις πως όχι γιατί σε αγαπώ.» του είπε «Φρόντισε να κρατήσεις τον λόγο σου όμως, γιατί αλλιώς θα με χάσεις. Αν όπως λες το βασίλειο σου βρίσκεται στο πιο ψηλό βουνό τότε εγώ θα πέσω από εκεί πάνω.»
«Θα κρατήσω τον λόγο μου και θα το δεις από εκεί ψηλά.» της είπε. «Θα με αγαπήσεις με τον καιρό και θα βλέπεις την γη του πατέρα σου να δίνει πλούτη που ποτέ ξανά δεν είδες. Θα σου δώσω μια μέρα χρόνο να καθίσεις μαζί του και να τον χαιρετήσεις. Δεν χρειάζεται να πάρεις μαζί σου τίποτα μιας και όλα υπάρχουν στο βασίλειο μου. Χρυσοκέντητα φουστάνια και παπούτσια, διαμάντια για τα μαλλιά σου και χρυσάφι για το λαιμό σου. Αύριο, ώρα σαν κι αυτή, θα έρθω να σε πάρω.» είπε τέλος και έφυγε και ο ουρανός φώτισε ξανά.
Η όμορφη κόρη ήταν στενοχωρημένη όλη εκείνη την μέρα και την επόμενη, αλλά δεν το έδειξε μέχρι που έφτασε η ώρα και ο γερό Βρόχης φανερώθηκε με το άρμα του. Πίσω του πετούσαν πουλιά, εκείνα που χορεύουν στον ουρανό όταν η βροχή έρχεται. Έφτασε στην γη φορώντας το στέμμα του που ήταν καμωμένο από πετράδια και πολύτιμα μέταλλα και πήρε απ το χέρι την Όμορφη. Την ανέβασε στο άρμα του και έφυγαν για το βασίλειο του που βρισκόταν στην κορυφή του βουνού, που ήταν κυκλωμένη απ τα σύννεφα.
Σαν έφτασαν, έβαλε τους υπηρέτες του να την φροντίσουν, να την ντύσουν με τα πιο καλά υφάσματα και να την στολίσουν με τα πιο όμορφα πετράδια για να την κάνουν χαρούμενη. Η Όμορφη όμως, μόνο χαρούμενη δεν ήταν, παρά ένιωθε ένα βάρος στην καρδιά όπως επίσης και στο σώμα με όλα αυτά που κουβαλούσε. Μακριά φορέματα και ψηλά παπούτσια, σκληρά πετράδια στο κεφάλι και βαρύ χρυσάφι στο λαιμό. Ο γερό Βρόχης που ήταν και μουσικός, έριχνε σταγόνες βροχής και ο ήχος που έβγαινε ήταν όμορφος και ταυτόχρονα παιχνιδιάρης, σαν τον ήχο της ψιχάλας που πέφτει στη γη. Η Όμορφη όμως δεν χαιρόταν ακόμα, και φρόντιζε να δείχνει την δυσαρέσκεια της για πολύ καιρό, και αυτό νευρίασε πολύ το βασιλιά.
«Γιατί δεν είσαι χαρούμενη;» την ρώτησε. «Δεν σου φτάνουν τα δώρα και η καλή ζωή; Πόσο ακόμα θα είσαι λυπημένη;»
«Κάθε μέρα που θα πέρνα λυπημένη θα είμαι» είπε η Όμορφη «γιατί σου είπα απ την πρώτη στιγμή πως θα έρθω μαζί σου όχι από αγάπη, μα από φόβο.»
«Τότε λοιπόν θα σε κλειδώσω στο δωμάτιο σου και δεν θα σε αφήσω να βγεις από εκεί μέχρι να με αγαπήσεις.» είπε θυμωμένος και έδωσε διαταγή να την κλειδώσουν στο δωμάτιο της και να μην μπορεί να βγει από εκεί. Για την Όμορφη όμως δεν είχε καμιά διαφορά γιατί και πριν, φυλακισμένη ένιωθε. Το μόνο που της έδινε παρηγοριά ήταν πως κάθε μέρα στεκόταν και κοιτούσε απ το παράθυρο της κάτω, τη γη του πατέρα της. Ο βασιλιάς της βροχής είχε κρατήσει τον λόγο του και οι σοδειές ήταν πλούσιες, πιο πλούσιες από πότε. Όμως για να την τιμωρήσει που δεν τον αγαπούσε, έριξε σύννεφα μπροστά απ το παραθύρι της και δεν μπορούσε πια να δει τίποτα.
Ο γέρος αγρότης είχε σοδειές και κέρδιζε χρήματα πολλά, όμως ένιωθε πολύ πιο φτωχός από πρώτα. Συχνά κοιτούσε τον ουρανό για ώρες μήπως και δει την όμορφη κόρη του, αλλά τα μάτια του δεν έφταναν ως εκεί.
Μια μέρα, εκεί που καθόταν στενοχωρημένος, πέρασε ο Άνεμος από πάνω του και τον είδε. Τον λυπήθηκε και κατέβηκε να τον ρωτήσει τι κακό τον βρήκε.
Φορούσε άσπρα ρούχα και τα γένια του ήταν μακριά και γκρίζα όπως και τα μαλλιά του. Κατέβηκε χαμηλά και χαιρέτησε τον γέρο αγρότη.
«Γεια και χαρά σου άνθρωπε» είπε.
Ο γέρο αγρότης σάστισε και φοβήθηκε, μιας και θυμόταν πως τελευταία φορά που είχε τέτοιο μουσαφίρη, του στοίχησε ακριβά.
«Τι θέλεις από μένα; Δεν έχω να δώσω τίποτε άλλο» είπε απογοητευμένος νομίζοντας πως και αυτός θα του ζητήσει κάτι σε αντάλλαγμα να μην του καταστρέψει την σοδειά. «Κόρη πια δεν έχω, πάρε την σοδειά μου και σκόρπα την αν θες. Λίγο με νοιάζει πια.
«Δεν ήρθα εδώ να πάρω τίποτε από εσένα γέροντα» είπε ο Άνεμος με την απαλή του φωνή.
«Τότε; Τι σε έφερε ως εδω» είπε ο αγρότης.
«Σε είδα από ψηλά να κάθεσαι μαραζωμένος. Τι κακό σε βρήκε;»
Έτσι, ο γέροντας του είπε πως έχουν τα πράγματα, για τον βασιλιά της βροχής και την κόρη του, την Όμορφη.
«Α τον μπαγάσα τον γέρο βασιλιά. Ώστε έτσι έχουν τα πράγματα ε;» είπε.
«Έτσι είναι.» απάντησε ο γέροντας και έσκυψε το κεφάλι του «Γι αυτό κι εγώ είμαι λυπημένος.»
«Θα πάω εγώ να στην φέρω πίσω» είπε ο Άνεμος και ο γέροντας αναθάρρεψε.
«Αλήθεια; Θα το κάνεις αυτό για μένα;»
«Θα το κάνω. Γιατί δεν ήταν καθόλου ευγενικό αυτό που έκανε ο γέρο Βρόχης. Κάποιος πρέπει να τον βάλει στη θέση του. Πολλές είναι οι φορές, που με την κακοτροπιά του αναστατώνει τον κόσμο. Θα πάω λοιπόν να του πω δυο λόγια. Εμένα θα με ακούσει γιατί είμαστε συγγενείς.»
«Σε ευχαριστώ πολύ» είπε ο γέροντας και έπεσε στα πόδια του να τον ευχαριστήσει.
«Σήκω επάνω» του είπε ο Άνεμος «και να σαι χαρούμενος από εδώ και στο εξής, γιατί θα σου την φέρω την όμορφη κόρη σου ξανά. Σου το υπόσχομαι! Πάω τώρα να πετάξω ως επάνω.» είπε και αφού έδωσε ένα σάλτο, έφυγε φυσώντας μανιωμένος.
Όταν έφτασε στην πιο ψήλη κορυφή του κόσμου, μπήκε στο παλάτι και βρήκε τον συγγενή του να κάθετε στον θρόνο του.
«Προς τι η επίσκεψη σου Άνεμε;» ρώτησε ο βασιλιάς της βροχής που ήταν κακόκεφος. «Καιρό έχεις να με επισκεφτείς. Πες μου λοιπόν γρήγορα γιατί έχω και δουλειές.»
«Ήρθα να σε ορμηνεύσω» του είπε ο Άνεμος.
«Και για πιο λόγο ήρθες να το κάνεις αυτό;»
«Γιατί κρατάς, παρά την θέληση της, στο παλάτι σου την Όμορφη. Τι πράγματα είναι αυτά; Πέρασα απ τον δύστυχο πατέρα της, που κάθε μέρα μαραζώνει εξαιτίας σου, και μου τα είπε όλα. Αυτή δεν είναι συμπεριφορά από έναν βασιλιά σαν κι εσένα. Δεν σου φτάνει που απ την παραξενιά σου ταλαιπωρείς τον κόσμο με τις βροχές και τις ανομβρίες σου; Τώρα βρήκες άλλο τρόπο να παιδεύεις τους ανθρώπους;»
«Κι εσένα τι λόγος σου πέφτει;» απάντησε θυμωμένος ο βασιλιάς και ο τόπος άρχισε να σκοτεινιάζει και να βροντά με αστραπές.
«Αν εσύ είσαι ο βασιλιάς της βροχής εγώ είμαι ο βασιλιάς Άνεμος. Να τι λόγος μου πέφτει» είπε και μέσα στο βασίλειο άρχισε να φυσά δυνατά, τόσο δυνατά που τα μαύρα σύννεφα έφυγαν μαζί με την βροχή και τις αστραπές. Ο βασιλιάς της βροχής φοβήθηκε, γιατί ο Άνεμος ήταν πιο δυνατός από εκείνον.
«Θα πάρω την Όμορφη και θα την επιστρέψω στον πατέρα της.» είπε και φύσηξε ακόμα πιο δυνατά, τόσο δυνατά που ο βασιλιάς της βροχής έκλεισε τα μάτια από φόβο.
«Πάρε την λοιπόν.» είπε «Έτσι κι αλλιώς ποτέ της δεν με αγάπησε παρά τα όσα της έδωσα και ποτέ δεν θα με αγαπήσει ότι κι αν κάνω. Ήταν λάθος μου που την έφερα στο βασίλειο μου τελικά.»
Έτσι, έδωσε διαταγή να ξεκλειδώσουν το δωμάτιο της και να την αφήσουν να φύγει. Σαν έφεραν μπροστά του την Όμορφη, της έδωσε υπόσχεση πως θα άφηνε ήσυχο τον γέρο αγρότη και τη γη του. ο Άνεμος όμως την είδε και μαγεύτηκε απ την ομορφιά της. Κατάλαβε γιατί ο βασιλιάς της βροχής θαμπώθηκε και την αγάπησε. Δεν είπε τίποτε όμως, παρά την πήρε μαζί του και πέταξαν μακριά. Όχι όμως για το σπίτι της που βρισκόταν κάτω στην γη. Την κρατούσε στα χέρια του σφιχτά, φυσούσε γρήγορα αλλά δεν έλεγε να κατέβει προς την γη. Τότε η Όμορφη κατάλαβε πως ο Άνεμος κορόιδεψε τον βασιλιά της βροχής, και τον φοβέρισε για να την πάρει αυτός μαζί του, στο δικό του βασίλειο και όχι στον πατέρα της.
Ύστερα από κάμποση ώρα έφτασαν στο παλάτι του Ανέμου που βρισκόταν κι αυτό σε μια άλλη ψηλή κορυφή του κόσμου. Ο Άνεμος την άφησε απ την αγκαλιά του και εκείνη του μίλησε.
«Νόμιζα πως θα με πας στο σπίτι μου, γι αυτό δεν με πήρες από το βασίλειο της βροχής;»
«Ναι» απάντησε ο Άνεμος «κουράστηκα όμως και πρέπει να ξαποστάσω. Δεν είναι και λίγο να γυρνάς τον κόσμο φυσώντας από εδώ και από εκεί! Ξεκουράσου κι εσύ, και σύντομα θα σε πάρω στον πατέρα σου.»
Έτσι, ο Άνεμος την άφησε, και έδωσε διαταγή στους υπηρέτες του να την φροντίσουν, να της δώσουν να φάει και να πιει όπως επίσης και να της φορέσουν ρούχα απαλά και ελαφρά σαν το αέρι. Και έτσι έγινε.
Οι μέρες περνούσαν και η Όμορφη ρωτούσε συνέχεια τον Άνεμο πότε θα την κατεβάσει στη γη, εκείνος όμως συνεχώς έλεγε πως έχει τις δουλειές του που δεν το αφήναν σε ησυχία, και απέφευγε να της απαντήσει. Τότε η Όμορφη κατάλαβε πως ήταν για άλλη μια φορά φυλακισμένη μες τα πλούτη και την καλοπέραση, χωρίς καθόλου χαρά. Ο Άνεμος κάθε μέρα της έφερνε αρώματα από γιασεμιά και τις νύχτες ευωδιές από νυχτολούλουδα και ήταν πιο ευγενικός από τον γέρο βασιλιά της βροχής. Δεν είχε όμως κρατήσει την υπόσχεση του απέναντι στον πατέρα της Όμορφης.
Μια μέρα, είδε την όμορφη που έκλεγε και εκείνος την πλησίασε.
«Μα γιατί κλαις;» την ρώτησε «Δεν είσαι ευτυχισμένη εδώ; Μήπως κάποιος απ τους υπηρέτες μου δεν σου φέρθηκε καλά; Δεν σου αρέσει το φαί και το πιοτό; Μήπως οι ευωδιές που σου φέρνω κάθε μέρα και νύχτα δεν είναι του γούστου σου; Πες μου Όμορφη να χαρείς.»
«Είσαι καλός και ευγενικός μαζί μου» του είπε «και παράπονο για την φιλοξενία σου δεν έχω ούτε ένα. Με κρατάς φυλακισμένη όμως κι εσύ.» του είπε «Τι να τα κάνω όλα αυτά αν δεν είμαι ελεύθερη;»
«Μα ελεύθερη είσαι.» της απάντησε ο Άνεμος.
«Όχι δεν είμαι» είπε η Όμορφη.
«Δεν σε περιόρισα ποτέ όλον αυτό τον καιρό που σε φιλοξενώ, γιατί παραπονιέσαι;»
«Γιατί θέλω να κάνεις αυτό που είπες, και να με πας στον πατέρα μου. Δεν θέλω πλούτη και υπηρέτες, μόνο την ζωή που είχα, στο σπίτι μου και στον γέρο πατέρα μου.»
«Ώστε αυτό είναι το μόνο που ζητάς;»
«Ναι, μόνο αυτό και άλλο κανένα.»
«Το παλάτι μου έχει αποκτήσει ομορφιά από τότε που σε έφερα, κι εγώ τέτοιο καρδιοχτύπι ποτέ ξανά δεν έχω νιώσει. Είναι τέτοια η ομορφιά σου, που κατάφερε να μαγέψει ακόμα κι εμένα, τον Άνεμο, που ποτέ δεν φυσά εκεί που δεν πρέπει και είναι δίκαιος πάντα. Αλλοίμονο Όμορφη, δεν μπορώ να σε αφήσω να φύγεις με ελαφριά την καρδιά.»
«Δεν θα με πας στον πατέρα μου;» ρώτησε η Όμορφη.
«Ξέρω πως δεν είναι σωστό να σε κρατώ εδω παρά την θέληση σου, μα είναι πέρα απ τις δυνάμεις μου να σε αφήσω να φύγεις χωρίς να προσπαθήσω να με αγαπήσεις και να γελάσεις ξανά, έστω και λίγο.»
«Δεν θα το καταφέρεις Άνεμε.» είπε η κοπέλα «Όσο κι αν προσπαθήσεις αγάπη από μένα δεν θα έχεις ούτε το γέλιο μου.»
«Θα το δεις λοιπόν πως θα τα καταφέρω!» είπε ο Άνεμος και έδωσε διαταγή στους υπηρέτες του να μην την αφήσουν απ τα μάτια τους και να μην της χαλάσουν χατίρι σε ότι ζητήσει.
«Φέρτε της ότι τραβά η όρεξη της» είπε ο Άνεμος στους υπηρέτες του. «Φέρτε τα πιο ωραία και φρέσκα άνθη, μέλι, καρπούς, φρούτα και κόκκινο κρασί. Ράψτε τα πιο όμορφα ρούχα για την Όμορφη αν εκείνη τα ζητήσει, και κατασκευάστε κορώνα για το κεφάλι της καμωμένο από το πιο καθαρό χρυσάφι που έχει δώσει ποτέ η γη. Στολίστε το με σμαράγδια, ρουμπίνια και ότι άλλο της κάνει κέφι. Τρέξτε όλοι σας!» φώναξε «Κάντε ότι σας είπα. Το μόνο που απαγορεύω είναι να μείνει μόνη της ακόμα κι αν το ζητήσει. Πάντα θα βρίσκεται κάποιος δίπλα της να την προσέχει και να της κάνει συντροφιά».
Έτσι λοιπόν, η Όμορφη δεν έμεινε μόνη της από εκείνη την μέρα και ύστερα. Όπου πήγαινε, ένας φρουρός θα βρισκόταν δίπλα της όλη μέρα και όλη νύχτα, και κάποιες ώρες της ημέρας, ένας παραμυθάς την ψυχαγωγούσε λέγοντας της ωραίες ιστορίες. Κάποιες άλλες φορές την φρόντιζαν οι υπηρέτριες του Άνεμου. Την έντυναν με τα πιο όμορφα ρούχα και την έλουζαν στα πιο όμορφα αρώματα που ο Άνεμος κουβαλούσε από την άκρη της γης, και οι αέρηδές του, περνούσαν μέσα απ τις χαραμάδες φτιάχνοντας γλυκείες μουσικές για χάρη της. Της έκαναν όλα τα χατίρια, που αλήθεια είναι πως λίγα ήταν, μιας και η Όμορφη σπάνια ζητούσε κάτι ούτε και μιλούσε πολύ. Και η ζωή της συνεχίστηκε έτσι για πολύ καιρό μέχρι που ο Άνεμος κατάλαβε πως ότι κι αν έκανε, η όμορφη κοπέλα δεν θα γελούσε ούτε και θα χαιρόταν ποτέ, όσα καλά κι αν της προσφέρει. Νευρίασε και στεναχωρήθηκε γι αυτό, και κάθισε σε ένα απ τα μπαλκόνια του φυσώντας εκεί φουρκισμένος.
Εν το μεταξύ ο γέρο πατέρας της περίμενε και περίμενε, τίποτα όμως δεν γινόταν. Ούτε ένα μικρό αεράκι δεν περνούσε από εκεί να του πει που βρισκόταν η κόρη του, ούτε καν ψιχάλα δεν έπεφτε να ρωτήσει. Μόνο ο Ήλιος στεκόταν κάθε μέρα από πάνω του και τον έβλεπε. Μια μέρα λοιπόν, εκεί που καθόταν με το κεφάλι σκυφτό, ο Ήλιος του μίλησε.
«Γεια και χαρά σου άνθρωπε» του είπε και ο γέροντας αμέσως σήκωσε το κεφάλι του να δει ποιος του μιλούσε αλλά δεν είδε κανέναν εκεί τριγύρω.
«Σήκωσε το κεφάλι σου ψηλά και θα με δεις.» ακούστηκε η φωνή. Έτσι ο γέροντας σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε ψηλά. Ο Ήλιος στεκόταν και του μιλούσε, αλλά ο γέροντας κάλυψε τα μάτια του γιατί δεν άντεχε το φως του.
«Δεν αντέχω να σε βλέπω» του είπε «Είναι δυνατό το φως σου Ήλιε, και τα μάτια μου δεν αντέχουν.»
«Την νύχτα που η δουλειά μου θα έχει τελειώσει, θα σε επισκεφτώ» είπε ο ‘Ήλιος «Να με περιμένεις.»
«Θα σε περιμένω» είπε ο γέρο αγρότης.
Και η μέρα, ώρα με την ώρα, έφυγε.
Τότε ο Ήλιος, αφού έδωσε την θέση του στο φεγγάρι και τα αστέρια, ανέβηκε στο άρμα του, που ήταν φτιαγμένο από χρυσάφι και φωτιά, και κατέβηκε στη γη. Τα άλογα που το έσερναν ήταν μεγάλα και άγρια, με μια ομορφιά που δεν την έβρισκες πουθενά στη γη των ανθρώπων. Η χαίτη τους ήταν πύρινες γλώσσες ενώ τα μάτια τους γυάλιζαν σαν το κάρβουνο το αναμμένο. Ο Ήλιος ήρθε και στάθηκε μπροστά απ τον γέροντα φορώντας στέμμα πύρινο και φορεσιά που δύσκολα μάτι ανθρώπου καταλάβαινε απ τη κλώστη είχε υφανθεί. Στο χέρι του κρατούσε σκήπτρο που έλαμπε σαν άστρο και όπου τα σανδάλια του πατούσαν, το έδαφος καιγόταν στη στιγμή, σαν όμως άλλαζε το βήμα του, η καμένη γη γέμιζε χρυσά και κόκκινα λουλούδια. Ο γέροντας και πάλι δυσκολευόταν να τον αντικρύσει, τόσο λαμπερός ήταν που κάλυψε τα μάτια του με τον πήχη του χεριού του.
«Σε βλέπω καιρό τώρα γέροντα που κάθεσαι εδω και μαραζώνεις. Τι είναι αυτό που σου στέρησε την χαρά σου;»
«Αχ» είπε ο γέροντας «που να στα λέω. Άσε με να χαρείς γιατί μου φτάνει που έχω έναν πόνο και τον κουβαλώ κάθε μέρα στην καρδιά.»
«Τότε μοιράσου τον μαζί μου» είπε ο Ήλιος «Που ξέρεις, ίσως μπορώ να σε βοηθήσω.»
«Ίσως» είπε ο γέροντας. «Εσύ που είσαι ο Ήλιος ίσως και να μπορέσεις, γι αυτό θα σου πω πως έχει το πράγμα.»
Και τότε άρχισε να του λέει την ιστορία του. Μίλησε για την ομορφιά της κόρης του και για τον βασιλιά της βροχής. Είπε για την επίσκεψη του και όλα όσα έγιναν με αυτόν. Ύστερα του μίλησε για τον Άνεμο και την υπόσχεση του πως θα φέρει πίσω την κόρη του. Ο γέροντας όμως είπε πως ακόμα περιμένει τον Άνεμο, αλλά αυτός άνεμος έγινε και χάθηκε.
«Να λοιπόν γιατί κάθομαι εδω κάθε μέρα με μαύρη την καρδιά μου. Αυτή είναι η ιστορία μου αφού ήθελες να μάθεις.»
«Ώστε έτσι λοιπόν» είπε ο Ήλιος.
«Έτσι είναι» απάντησε ο γέροντας.
«Δεν το περίμενα αυτό απ τον Βροχερό. Θα έπρεπε να χει περισσότερο μυαλό στην ηλικία του. Και ο Άνεμος όμως, κάτι μου λέει πως δεν κράτησε την υπόσχεση του. θα πάω λοιπόν να μάθω τι έχει συμβεί. Όπου κι αν βρίσκεται η κόρη σου εγώ θα στην φέρω γέροντα, γιατί δεν είναι σωστό να γίνονται αυτά. Φεύγω τώρα να προλάβω γιατί έχω να ξημερώσω κιόλας»
«Να πας στο καλό» είπε ο γέροντας και ευχαρίστησε τον Ήλιο.
Τότε, εκείνος ανέβηκε στο άρμα του, φώναξε δυνατά στα άλογα του και εκείνα χρεμέτισαν άγρια και άρπαξαν φωτιά. Ο Ήλιος πέταξε μακριά και χάθηκε μέχρι που να πεις κύμινο. Έτσι, επισκέφτηκε τον βασιλιά της βροχής και τον είδε που καθόταν στο θρόνο του, λυπημένος και συνάμα ζοχαδιασμένος που είχε χάσει την Όμορφη. Γύρω του και επάνω του σύννεφα μαύρα, βροχή και αστραπές.
«Γεια και χαρά σου Βροχερέ» είπε ο Ήλιος «Που βρέχεις τούτον τον καιρό έκτος από τον θρόνο σου; Έχω να ακούσω νέα σου κάμποσο, τι σου συμβαίνει και κάθεσαι μες την ίδια σου της βροχή λες και τα χάλκινα πιθάρια σου έσπασαν μονομιάς;»
«Εκείνο που μου συνέβη είναι δουλειά δική μου» απάντησε εκείνος «Κάνε μου τη χάρη και άσε με στην ησυχία μου τώρα γιατί όρεξη καμιά δεν έχω.»
«Μωρέ μπράβο ευγένεια» είπε ο Ήλιος. «Έτσι υποδέχεσαι τον συγγενή σου γερό παράξενε; Μην μπαίνεις στον κόπο όμως, γιατί ξέρω τι σε βρήκε.»
«Και τι ξέρεις δηλαδή» απάντησε ο Βροχερός και ένας κεραυνός άστραψε. «Για πες μου εσύ που όλα τα βλέπεις από εκεί πάνω;»
«Ξέρω πως μαγεύτηκες απ την ομορφιά μιας κόρης των ανθρώπων, άμοιρε γερό ξεκούτη. Ξέρω πως την πήρες και την έφερες εδω παρά την θέληση της χωρίς εκείνη να σε αγαπά. Ξέρω και για τον Άνεμο, που ήρθε να την πάρει. Έδωσε υπόσχεση στον πατέρα της να την γυρίσει πίσω.»
«Ε, και λοιπόν; Δεν γύρισε; Γιατί ήρθες ως εδω, να με κοροϊδέψεις για το πάθημα μου; Γέλα όσο θες Ήλιε, εσύ που όλα τα γνωρίζεις και όλα τα βλέπεις.» είπε ο Βροχερός φουρκισμένος και έριξε ένα χαλάζι μεγάλο σαν καρύδι.
«Έλα όμως γερό ξεκούτη που δεν τα βλέπω όλα, μήτε τα γνωρίζω. Γι αυτό ήρθα ως εδω, να σε ρωτήσω.»
«Και τι θες να ρωτήσεις; Πες μου γρήγορα γιατί έχω και δουλειές να κάνω.»
«Άκου σε με λοιπόν και σταμάτα να βρέχεσαι και να αστραφτοκοπανιέσαι.» είπε ο Ήλιος. «Η Όμορφη ποτέ δεν γύρισε στο σπιτικό της ούτε στον πατέρα της. Κάτι μου λέει πως ο Άνεμος μαγεύτηκε κι εκείνος απ την ομορφιά της. Κάτι μου λέει πως δεν κράτησε την υπόσχεση του.» είπε ο Ήλιος.
«Ώστε έτσι λοιπόν» φώναξε ο Βροχερός. «Την πήρε από μένα και την κράτησε για τον εαυτό του. Α τον παλιοψεύτη!» φώναξε ο Βροχερός και εκεί να δεις τι έγινε. Βροχή, χαλάζι, κεραυνοί και αστραπές, όλα μονομιάς.
«Που την έχει Βροχερέ; Πες μου.» είπε ο Ήλιος και άστραψαν τα μάτια του.
«Που αλλού εσύ νομίζεις;» Στο δικό του το παλάτι. Εκεί θα την έχει ο μπαγάσας.»
«Τότε πάω εκεί να τον βρω και να του πω δυο λόγια. Θα πάρω την όμορφη κόρη και θα την επιστρέψω στον γέρο πατέρα της.»
Τότε όμως, ο βασιλιάς της βροχής έβαλε τα γέλια. Όχι γέλια χαράς αλλά πικρά γέλια.
«Γιατί γελάς γέρο Βρόχη;» ρώτησε ο Ήλιος «Τι σου φάνηκε αστείο;»
«Θέλω να δω εσένα όταν θα φτάσεις εκεί και αντικρίσεις την όμορφη κόρη των ανθρώπων» του είπε. «Να σε δω να την πηγαίνεις πίσω και τίποτε άλλο στον κόσμο.»
«Και γιατί το λες αυτό;»
«Γιατί η ομορφιά της είναι τέτοια που δύσκολα θα σταθείς στα λογικά σου. Σαν την κρατήσεις απ το χέρι, θα ξεχάσεις υποσχέσεις που έδωσες, και όλα τ άλλα.»
«Αυτό το λες εσύ γερό ξεκούτη, γιατί εγώ είμαι ο Ήλιος, και ξέρω πως δεν υπάρχει ομορφιά σαν αυτή που λες εσύ.»
«Να πας τότε να το δεις μόνος σου» είπε και γέλασε για τελευταία φορά. «Άδειασε μου τώρα τη γωνιά Ήλιε. Άσε με να βρέχομαι και να αστραποχτυπιέμαι και άντε να δεις αυτό που σου λέω. Δίκιο έχεις, δεν τα βλέπεις όλα από εκεί πάνω.»
Έτσι ο Ήλιος ανέβηκε στο άρμα του και έφυγε γρήγορα για το παλάτι του Ανέμου. Όταν έφτασε, εκείνος καθόταν και φυσούσε θυμωμένος στο πιο ψηλό του μπαλκόνι. Ο Ήλιος κατέβηκε απ το άρμα του και χαιρέτησε τον Άνεμο.
«Γεια και χαρά σου Άνεμε, εσύ που τον κόσμο όλο γυρίζεις. Κουράστηκες και είπε να ξαποστάσεις; Τι στέκεσαι εδω μονάχος;»
«Γεια σου κι εσένα Ήλιε. Πως κι από εδω;» είπε ο Άνεμος ανήσυχος.
«Ήρθα να σου κάνω επίσκεψη άλλα σε βρίσκω κακόκεφο. Τι φταίει και ο νους σου έχει σκοτεινιάσει;»
«Και τι σε νοιάζει εσένα;» απάντησε νευριασμένος ο Άνεμος «Λογαριασμό θα σου δώσω; Πες μου τι θέλεις γιατί έχω και δουλειές.»
«Μωρέ τι σε έπιασε και μου μιλάς έτσι;» είπε ο Ήλιος.
«Τίποτα δεν με έπιασε, και όλα μου φταίνε. Άλλα που να ξέρεις εσύ από δαύτα;»
«Έλα όμως που ξέρω παλιό κατεργάρη!» φώναξε ο Ήλιος, και ο Άνεμος αμέσως μαζεύτηκε γιατί τον φοβόταν τον Ήλιο. Ήταν πιο δυνατός από εκείνον και σαν ύψωσε την φωνή του, ο Άνεμος σκιάχτηκε.
«Για πες μου λοιπόν! Που κρατάς την Όμορφη, την κόρη του ανθρώπου;»
Παρά τον φόβο που είχε όμως για τον Ήλιο, είχε και άλλον έναν, εκείνον πως θα χάσει την Όμορφη και δεν θα την ξαναέχει.
«Και τι σε νοιάζει εσένα. Έμαθες για την ομορφιά της και ήρθες να την πάρεις; Φύγε μακριά και μην ξαναπατήσεις το φλογερό πόδι σου στο σπίτι μου.»
Ο Ήλιος όμως φανέρωσε ένα μεγάλο μέρος της δύναμης του και τότε ο Άνεμος φοβήθηκε ακόμα περισσότερο. Τέτοια ήταν η ζέστη που βγήκε απ το φλογισμένο σκήπτρο του Ήλιου, που η πέτρες στα ανάκτορα του Άνεμου ράγισαν και οι ασημένιες κολόνες του κόντεψαν να λιώσουν.
«Φτάνει!» φώναξε ο Άνεμος και φύσηξε όσο πιο δυνατά μπορούσε για να διώξει την λαύρα απ το παλάτι του. «Σταμάτα Ήλιε να χαρείς. Σταμάτα και θα στην φέρω αφού το θες.» και έτσι, έδωσε διαταγή στους υπηρέτες του να φέρουν την Όμορφη εκεί.
Όταν εκείνη έφτασε, ο Άνεμος έσκυψε το κεφάλι του και γονάτισε μπροστά στην ομορφιά της. Φορούσε φόρεμα από μετάξι και σανδάλια στολισμένα με οπάλια. Τα χάλκινα μαλλιά της ανέμιζαν σαν φλόγες και τα μάτια της έλαμπαν στο φως του Ήλιου, περισσότερο και απ το πολυτιμότερο πετράδι που έβγαλε ποτέ η γη. Ήρθε και στάθηκε εκεί χωρίς να πει μια λέξη.
«Ώστε εσύ είσαι η Όμορφη» είπε ο Ήλιος και σταμάτησε να λάμπει τόσο, γιατί μπροστά στο φως του, η Όμορφη, δεν μπορούσε να κρατήσει τα μάτια της πολύ ώρα ανοιχτά, κι εκείνος ήθελε να βλέπει την λάμψη τους και να την θαυμάσει.
«Εγώ είμαι» του είπε εκείνη.
«Μην στενοχωριέσαι κόρη, γιατί τα βάσανα σου τέλειωσαν σήμερα. Θα σε πάρω εγώ ο ίδιος και θα σε πάω στον πατέρα σου, γιατί έτσι πρέπει.»
Η Όμορφη αναθάρρεψε και ένα χαμόγελο χάραξε τα χείλη της και ο Άνεμος το είδε.
«Αλήθεια μου λες Ήλιε; Θα με πας στο σπίτι μου και στον γέρο πατέρα μου;»
«Εκεί θα σε πάω» της είπε. «Έλα τώρα. Πολύ κάθισες μακριά από εκείνα που αγαπάς παρά την θέληση σου. Όσο για σένα Άνεμε, κοιτά να καθίσεις φρόνιμος και κράτα τα αερικά σου μακριά απ το σπίτι και τις σοδιές του γέρου πατέρα της.»
«Δεν σκόπευα να κάνω ποτέ κακό» είπε ο Άνεμος «Ούτε και τώρα που χάνω την ομορφιά της.» ύστερα στράφηκε στην Όμορφη. «Προσπάθησα να σε κάνω να με αγαπήσεις άλλα δεν τα κατάφερα. Προσπάθησα να σου δώσω γέλιο, μα μόνο στο άκουσμα του σπιτιού σου και του πατέρα σου γέλασες. Πήγαινε λοιπόν Όμορφη» είπε τέλος ο Άνεμος. Και αφού είπε αυτά, γύρισε την πλάτη του και έφυγε.
«Έλα Όμορφη» είπε ο Ήλιος και άπλωσε το χέρι του. «Πάμε τώρα στον πατέρα σου.»
Η Όμορφη, γεμάτη χαρά κρατήθηκε απ το ζεστό χέρι του Ήλιου για να ανεβεί στο άρμα, τότε όμως ο Ήλιος ένιωσε μια άλλη ζεστασιά, που πήγε και φώλιασε κατευθείαν στην καρδιά του. Και ο Ήλιος μαγεύτηκε απ την ομορφιά της.
Σαν φώναξε στα άλογα του, εκείνα χλιμίντρισαν άγρια και το πύρινο άρμα πέταξε μακριά και με δύναμη. Η Όμορφη δεν ένιωθε δυσάρεστη ζέστη όμως, γιατί ο Ήλιος σταμάτησε να καίει όπως πρώτα. Δεν ήθελε να την πληγώσει με την λαύρα του. Δυστυχώς όμως, για άλλη μια φορά, η Όμορφη κατάλαβε πως ούτε αυτός την πήγαινε στο σπίτι της. ο Ήλιος χτυπούσε δυνατά στον αέρα το καμουτσίκι του και φώναζε στα άλογα του, με αποτέλεσμα εκείνα να σέρνουν το άρμα όλο και πιο ψηλά στον ουρανό.
Έτσι έφτασαν στο δικό του βασίλειο που βρισκόταν ακόμα πιο ψηλά και απ τα σύννεφα. Κρατώντας την συνέχεια απ το χέρι, της έδειξε όλο του το παλάτι. Χωρίς αμφιβολία ήταν το πιο όμορφο, γιατί είχε για ταβάνι τον ουρανό και τα άστρα, οι κολόνες που το στερέωναν ήταν φιλντισένιες και τα πατώματα στρωμένα με μαλαματένιες πλάκες. Οι υπηρέτες του έλαμπαν και κουβαλούσαν στα χέρια τους όλα τα καλούδια, ενώ βιολιά και κρύσταλλα γέμιζαν τον χώρο με την πιο όμορφη μουσική. Η Όμορφη όμως δεν μπορούσε να χαρεί τίποτε απ όλα αυτά γιατί τα ανθρώπινα μάτια της δεν άντεχαν τόσο φως και λάμψη. Ύστερα έδωσε στην Όμορφη το πιο όμορφο δωμάτιο που ήταν καμωμένο από τα πιο λαμπρά διαμάντια και το πιο αστραφτερό χρυσάφι.
«Όλα αυτά είναι δικά σου» της είπε «Όλα, αρκεί να με αγαπήσεις.»
Τότε η Όμορφη μαράζωσε ξανά και δεν της έκανε καρδιά ούτε τα μάτια της να ανοίξει. Ο Ήλιος όμως δεν μπορούσε να καταλάβει την στενοχώρια της. Και οι μέρες περνούσαν ξανά με την όμορφη κόρη να βρίσκεται φυλακισμένη μες τα πλούτη και την ομορφιά, χωρίς όμως να χαίρεται ούτε για μια στιγμή.
Ο πατέρας της, κάτω στη γη περίμενε, αλλά η Όμορφη δεν φαινόταν πουθενά. Για να γυρίσει ο Ήλιος, έλεγε στον εαυτό του, θέλει πολύ δουλειά, αλλά καθώς οι μέρες περνούσαν έπεσε πάλι στην θλίψη. Τότε ο Άνεμος πέρασε από εκεί και τον είδε και σαν να μην έφτανε αυτός, να σου και ο βασιλιάς της βροχής. Κατέβηκαν και στάθηκαν από πάνω του. Τότε ήταν που ο γερό αγρότης τους είδε και θέριεψε ο θυμός του. Ύψωσε την γροθιά του στον αέρα και φώναξε.
«Τι θέλετε πάλι από μένα; Εσύ μου πήρες την κόρη μου μακριά και με το ζόρι, ανάθεμα εσένα και την βροχή σου!» είπε στο γέρο Βρόχη. «Κι εσύ Άνεμε που ποτέ να μην με επισκεφτείς ξανά, την πήρες και την κράτησες για σένα. Που είναι η υπόσχεση σου λοιπόν; Που είναι η κόρη μου;»
Και οι δυο τους έσκυψαν το κεφάλι γιατί είδαν την πίκρα που χάρισαν στο γέρο άνθρωπο και κατάλαβαν το λάθος τους.
Τότε ο Άνεμος μίλησε πρώτος.
«Για το κακό που σου κάναμε άνθρωπε συγχώρα μας. Η ομορφιά της κόρης σου όμως είναι τέτοια, που μας μάγεψε, αλήθεια.»
Ύστερα ο βασιλιάς της βροχής μίλησε κι εκείνος.
«Εγώ φταίω για όλα, πρώτος απ όλους. Τα λόγια δεν θα φέρουν πίσω την Όμορφη, ούτε και η μετάνοιά μας. Πες μας άνθρωπε, τι είναι αυτό που θα σε έκανε να ξεχάσεις τον πόνο σου; Πες το κι εγώ θα το κάνω.»
«Κι εγώ» είπε ο Άνεμος «Κι εγώ ότι μου πεις θα κάνω.»
Τότε ο γέροντας θυμωμένος και λυπημένος, αλλά χωρίς να νιώθει φόβο μίλησε.
«Αν θέλετε να μου φέρετε πίσω την χαρά μου, φέρτε μου πίσω την θυγατέρα μου. Μόνο η ομορφιά και η ζεστή καρδιά της θα πάρει την θλίψη μου μακριά. Θέλω όταν φύγει από εμένα και τούτο το σπίτι, να το κάνει γιατί εκείνη το επέλεξε και αγάπησε πραγματικά, όχι με το ζόρι. Αυτό θέλω από εσάς και τίποτε άλλο. Να μου φέρετε πίσω την μονάκριβη μου. Αν δεν μπορείτε να το κάνετε, τότε χαθείτε από τα μάτια μου αυτή τη στιγμή. Εσύ γέρο βασιλιά της βροχής να μην βρέξεις ποτέ ξανά την γη μου, ή αν θέλεις άδειασε τα πιθάρια σου και πνίξε την. Μαζί με την γη και τα σπάρτα μου πνίξε κι εμένα, γιατί πια δεν με ενδιαφέρει.
Όσο για σένα Άνεμε, σήκω και φύσα όπου σου καπνίσει και μην ξαναπεράσεις από εδώ. Άσε τα φυτά μου να πεθάνουν και μην ξανακουβαλήσεις την γύρη τους απ το ένα άνθος στο άλλο. Τα δέντρα θα πεθάνουν και τα λουλούδια θα χαθούν, αλλά εμένα δεν με νοιάζει γιατί θα έχω πεθάνει πρώτος. Αυτά είχα να σας πω και τίποτε άλλο. Τώρα φύγετε και πηγαίνετε να μου την φέρετε αλλιώς χαθείτε για πάντα από εδώ.»
Έτσι, χωρίς να πουν κουβέντα, ο βασιλιάς της βροχής και ο Άνεμος πέταξαν μακριά, ο ένας στο άρμα του από σύννεφα και ο Άνεμος καβάλα στους αέρηδές του. Ύστερα από ώρα, και με πολύ κόπο έφτασαν στο βασίλειο του Ήλιου που βρισκόταν πολύ μακριά και οι φιλντισένιες του κολόνες ακουμπούσαν την στέγη του ουρανού.
Ο Ήλιος τότε του είδε, και αφού ανέβηκε στο πύρινο άρμα του έτρεξε να τους προϋπαντήσει.
«Τι θέλετε εδώ εσείς;» τους είπε και φλόγισε. «Ποτέ ως τώρα δεν έχετε έρθει μέχρι το βασίλειό μου. Γυρίστε πίσω πριν πληγωθείτε απ την φωτιά μου που όλα τα καίει.»
Τότε ο Άνεμος μίλησε.
«Αυτό που λες δεν γίνεται Ήλιε»
«Και γιατί όχι;» απάντησε ο Ήλιος.
Τότε μίλησε ο Βροχερός.
«Γιατί από λάθος δικό μας η όμορφη κόρη βρίσκεται στο βασίλειό σου. Δεν στο είπα πως θα μαγέψει κι εσένα; Να λοιπόν που έλεγα αλήθεια, γιατί αν όχι, τώρα εκείνη θα βρισκόταν εκεί που πρέπει, στο σπίτι της με τον γέρο πατέρα της. Η θέση της δεν είναι δίπλα μας, ούτε στο γεμάτο υγρασία βασίλειό μου, ούτε στο ανεμοδαρμένο σπίτι του Ανέμου. Όσο για το δικό σου σπιτικό, που δεν χωρά αμφιβολία πως είναι το πιο πλούσιο και όμορφο, αμφιβάλω αν η Όμορφη θα μπορέσει να το χαρεί, μιας και η λάμψη του είναι τέτοια, που ανθρώπινο μάτι δεν αντέχει να αντικρύσει.»
Τότε ο Ήλιος φάνηκε να μαλακώνει και κατάλαβε πως οι δυο συγγενείς του είχαν δίκιο. Ύστερα όμως θυμήθηκε την θέρμη στην καρδιά του, αυτήν που ένιωσε σαν άγγιξε τα χέρι της Όμορφης, και άλλαξε γνώμη.
«Όχι» είπε «Θα μείνει εδώ μαζί μου κι εγώ θα την έχω σαν βασίλισσα. Θα της δώσω χρόνια πολλά σαν δώρο και η ομορφιά της ποτέ δεν θα χαθεί, ούτε για μια στιγμή.»
«Δεν είναι αυτή η μοίρα των ανθρώπων Ήλιε.» είπε ο Άνεμος. «Άφησε την να ζήσει ελεύθερη ξανά.»
«Όχι» φώναξε ο Ήλιος «Την θέλεις για σένα. Δεν στη δίνω!»
«Βαλε μυαλό γερό Ήλιε» φώναξε ο Βροχερός. «Εμένα λες γερό ξεκούτη, μα κι εσύ δεν πας πίσω. Άκου αυτό που λέμε και άσε την Όμορφη να πάει πίσω στον πατέρα της.»
«Φύγετε από μπροστά μου και οι δυο, αλλιώς θα θυμώσω και τότε θα σας κάψω.»
Και έτσι λοιπόν ξεκίνησε η διαφωνία μεταξύ τους. Κουβέντα στην κουβέντα, ήρθαν και πιάστηκαν στα χέρια και οι τρεις. Ο Βροχερός έριχνε νερό με το τουλούμι και ο Άνεμος άνοιξε το σακούλι του. Όλοι οι αέρηδες ξεχύθηκαν και μάνιωσαν! Ο Ήλιος άστραφτε όλο και πιο πολύ, τόσο που η ζέστη ήταν αφόρητη.
Ο ουρανός γέμισε φως, αστροπελέκια, νερό και ατμούς πηχτούς. Μια νικούσε ο Ήλιος μια ο Άνεμος και μια ο γερό Βρόχης. Πολεμούσαν ο ένας τον άλλον και πάνω στη φούρια τους δεν υπολόγιζαν το κακό που συνέβαινε πάνω και κάτω τους. Η γη, μια έβρεχε μια φυσούσε και μια καιγόταν απ τον Ήλιο. Ο ουρανός μια έσπαγε και φώναζε και μια σκοτείνιαζε σιωπηλός. Πολεμούσαν για μέρες ολόκληρες και νύχτες ακόμα. Η πλάση όλη είχε χάσει την σειρά της.
Η Όμορφη καθόταν λυπημένη και κοιτούσε την μάχη που έδιναν οι τρεις τους χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτε. Όμως η στιγμή που και οι τρεις κουράστηκαν να τσακώνονται έφτασε, και αφού στάθηκαν για λίγο, είδαν την συμφορά που προκάλεσαν με τα καμώματά τους.
«Δεν είναι συμπεριφορά αυτή» φώναξε ο Άνεμος «Κοιτάξτε τι προκαλέσαμε με τον θυμό και πάνω στην τρέλα μας. Αν δεν σταματήσουμε αμέσως, τότε δεν θα μείνει τίποτε για εμάς να φροντίζουμε, ούτε και θα έχει μείνει έργο μας να θαυμάζουμε, μήτε θα χαιρόμαστε τη γη που τόσα χρόνια κτίζουμε.»
«Συμφωνώ κι εγώ» είπε ο Βροχερός ξεφυσώντας κουρασμένος και πονεμένος. «Ας σταματήσουμε την συμφορά τώρα που είναι καιρός, γιατί στο τέλος τίποτε όρθιο δεν θα μείνει.»
Ο Ήλιος στο τέλος μίλησε.
«Μα την αλήθεια, τη τρέλα είναι αυτή που θέριευσε μέσα μου; Εγώ είμαι ο Ήλιος και δεν θα έπρεπε να φέρομαι έτσι. Τι κακό μεγάλο μας βρήκε; Γι αυτό το κακό είμαστε και οι τρεις υπεύθυνοι και πιο πολύ εγώ.»
«Λοιπόν» είπε ο Άνεμος «Τι προτείνεις Ήλιε; Τι πρέπει να κάνουμε τώρα;»
«Το δίχως άλλο πρέπει να επιστρέψουμε την Όμορφη πίσω το σπίτι της, εκεί που ανήκει. Εγώ όμως κουβαλώ τόση ντροπή μέσα μου που δεν τολμώ να πάω.»
«Και η δική μου η ντροπή δεν είναι λιγότερη Ήλιε» είπε ο Βροχερός. «Μήτε εγώ μπορώ να πάω».
Ύστερα μίλησε και ο Άνεμος.
«Αν εσείς νιώθετε ντροπή, εγώ νιώθω άλλη τόση. Έδωσα υπόσχεση στον πατέρα της πως θα την επιστρέψω μα δεν το έκανα. Μήτε εγώ μπορώ να πάω πίσω.»
Τότε κάθισαν κάτω και σκέφτηκαν, και ύστερα από λίγο την βρήκαν τη λύση. Μόνιασαν οι τρεις τους, και αφού δούλεψαν σωστά, έφτιαξαν ένα μεγάλο ουράνιο τόξο. Ήταν γεμάτο χρώματα που έλαμπαν και μπλέκονταν μεταξύ τους. Την μια του άκρη την τοποθέτησαν στην πόρτα του δωματίου που βρισκόταν η Όμορφη, και την άλλη την έριξαν κάτω στη γη, εκεί που βρισκόταν το σπίτι της. Ύστερα αφού θαύμασαν το έρ
Μιχάλης Κουρούβανης's Blog
- Μιχάλης Κουρούβανης's profile
- 6 followers

