Γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας / Σίνγκερ – Ευσταθία Π. (Τρία Έπσιλον)

Με ένα στόμα γεμάτο θαλασσινό αλάτι στο «Γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας», η Ευσταθία Π. τοποθετεί ήδη με τον τίτλο μια χειρονομία υπομονής μέσα σε έναν χώρο αστάθειας: τα χέρια που δημιουργούν, δουλεύουν, δίνουν. Τρία «δ» πριν το «ε», «ε» για «εκεί όπου δυσκολεύεται κανείς ακόμη και να σταθεί».

Βελόνα, βαμβάκι, κορδόνι και συρματόπλεγμα αποκτούν ιδιαίτερο βάρος εξαιτίας όλων των διαφορετικών δεσιμάτων: την εργασία, την προσωπική μνήμη, τον εγκλεισμό. Η γλωσσική διαδοχή τους, επιτρέπει στην πολιτική βία και στην ιδιωτική απώλεια να συναντηθούν, αφήνοντας ανοιχτές τις διαφορές ανάμεσα στις εμπειρίες.

Η αναγνώστρια κρατάει τις συνδέσεις: η παρουσία των ενηλίκων κάνουν χώρο για το ανησυχητικό παράλογο και η παρουσία των παιδιών για το παιχνίδι σε κάθε τόπο. Έτσι διατηρείται η αταξία όσων συμβαίνουν και βιώνονται ταυτόχρονα. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ίσως βρίσκεται στη δυσπιστία απέναντι στην ίδια την αναπαράσταση της φρίκης: η γλώσσα πλησιάζει τον πόνο χωρίς να τον τακτοποιεί σε μια μόνο οικεία και  αναγνωρίσιμη εικόνα – άρα ποίηση για όλους.

Η γραφή πάνω και κάτω από τη θάλασσα, μέσα από λαϊκή μυθολογία και σε σημεία παλαιότροπη αφήγηση, ξαφνιάζει και συγκινεί με τις απότομες μεταβάσεις: ανοίγουν τρύπες σε όσα δεν (θαέπρεπενα) τρυπιούνται, γεμίζουν οι λίστες σουπερ μάρκετ, λίστες τόπων, προσώπων και πολέμων, άνθη φουντώνουν στα πιο απίθανα σάρκινα μέρη, ενώ επικρατεί η ρομαντική ιδέα πως το σκοτεινό πλαίσιο γύρω από τον έρωτα δεν θα τον ορίσει –

Με γαζωμένα δάχτυλα επανέρχεται  η Ευσταθία Π. και η Σίνγκερ υφαίνει τις σωματικές μεταβάσεις· ώμοι γίνονται βουνά, ο αγαπημένος σύννεφο και θάλασσα, ενώ ανάμεσα στις ονειρικές μεταμορφώσεις επιμένουν οι καθημερινές λεπτομέρειες με το δέρμα που γερνά και τα μαλλιά που ασπρίζουν. Αυτή η γειτνίαση προσδίδει στην τρυφερότητα χρονικό βάθος, όπου η αγάπη περιλαμβάνει την αναμονή, τον κοινό ύπνο, τα σημάδια της ηλικίας.

Πλέον βρισκόμαστε πάνω και κάτω από την άσφαλτο, με έναν αστικό ελιγμό στην Πατησίων, που η ποιήτρια έφερε από τη θάλασσα· σε σημεία το δάσος της αρκούδας γεμίζει μπετό, σα το λακανικό ουρμπανιστικό σώμα. Σε αυτές τις κυριολεκτικές και μεταφυσικές διαδρομές παραμένει η αφήγηση ταγμένη στην ανάγκη για οικειότητα, η οποία κάθεται ήσυχα ακριβώς δίπλα στην επίγνωση του κόστους της. Η τρυφερότητα παραμένει εκτεθειμένη στην αδιαφορία, στη φθορά και στην πιθανότητα να μη βρει αντίκρισμα – αυτή τη φορά βαθιά εντός μιας περίεργης μητρόπολης.

1 like ·   •  0 comments  •  flag
Share on Twitter
Published on October 02, 2026 06:30
No comments have been added yet.