Ο Υπνοβάτης – Μαργαρίτα Καραπάνου
Κανείς δεν σε προετοιμάζει για το φαινόμενο Καραπάνου, πρέπει να βαπτιστείς και καλύτερα να μη το λιβανίζεις το ζήτημα, απευθείας η Κασσάνδρα και ο Λύκος. Μετά από κάτι τέτοιο βέβαια, θεωρείς πως έχεις μπολιαστεί με αρκετά αντισώματα για να αντέξεις κάτι άλλο καραπανικό. Στον Υπνοβάτη μού κατέστη ξεκάθαρο, πως το πιο δηλητηριώδες στοιχείο της είναι η θλίψη που περιβάλει τα βιβλία της, θλίψη εξυπνάδας και ευαισθησίας.
Μάλιστα διάβασα κείμενα και σχόλια που έκαναν αρνητικό λόγο για την ωμότητα και την αγριάδα και πραγματικά απορώ. Θα λέγατε στον σεισμόπληκτο να μην αστειεύεται για τους σεισμούς; Το σκληρό της χιούμορ είναι που τεντώνει το σχοινί της ανθρώπινης κατάστασης και δίνει πνοή σε κάθε αλλοπρόσαλλή ιδέα της. Αφού σοκαριστεί κανείς, το σκέφτεται ήρεμα και συνειδητοποιεί πως εκεί είναι το ευτυχές πρόβλημα: η Καραπάνου δεν αστειεύεται καθόλου. Είναι το παιδί που κανείς δεν σκοπεύει να σηκώσει και έτσι πασαλείβεται χαριτωμένα με τα αίματα. «σκληρό» – ναι, προφανώς είναι σκληρή. Η σκληρότητα είναι η παραμορφωμένη ευαισθησία που διασκεδάζει τον εαυτό της, εφόσον το ‘χει πάρει απόφαση πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο για κείνη. Η Κ και ο Λ παραμένει νούμερο ένα στην καρδιά μου, αλλά ο Υπνοβάτης ήταν πολύ πολύ καλός και άντε τώρα να συνεχίσουμε τη ζωή μας.
Οι άνθρωποί του Υπνοβάτη υπάρχουν ανάμεσα στην πραγματικότητα, στο όνειρο και στην παραίσθηση: μια μου φαίνονταν αλλόφρονες και επικίνδυνοι, μια ανησυχούσα και λυπόμουν για το καημένο τους το μυαλό, μια έμοιαζαν απλώς μεθυσμένοι. Αυτό το διαρκώς μετακινούμενο στοιχείο, το εκνευριστικό καραβάνι της ΜΚ που λειτουργεί σα χίλιους καθρέφτες, θυμίζει κάθε συζήτηση που χει μέσα λαμπρές επιφοιτήσεις μέχρι να ‘ρθει η κούραση και να μη βγάζει νόημα κανείς.
Ο Θεός, λοιπόν, κουρασμένος και απογοητευμένος από το ανθρώπινο είδος, αποφασίζει να του στείλει έναν καινούργιο Μεσσία- όχι πια κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν δική του, αλλά κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν των ίδιων των ανθρώπων. Και τον δημιουργεί ξερνώντας πάνω σ’ ένα ελληνικό νησί. Ο νέος αυτός Μεσσίας είναι ο Μανώλης, ένας όμορφος μπάτσος, γλυκός και σχεδόν αθώος στην όψη, που κινείται μέσα στον κόσμο σαν υπνοβάτης και πίσω του αφήνει βία, φόνους και εξαφανίσεις. Ναι, ο κατακλυσμός του Νόε, τα Σόδομα και Γόμορρα, οι πληγές της Αιγύπτου & η τιμωρία του Κορέ.
Το ανώνυμο νησί είναι μια Βαβέλ με ντόπιους που λένε «οι ντόπιοι είναι χειρότεροι», ευφάνταστοι ξένοι – καρικατούρες αλλά και όχι, ημίμουρλοι καλλιτέχνες που δεν μπορούν να δημιουργήσουν, άνθρωποι που ερωτεύονται αλλά και πλήττουν, επιθυμούν να επιθυμούν και επιθυμούν να υποφέρουν. Η Καραπάνου δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να τους εξηγήσει, αλλά λατρεύει το στυλ, συνεπώς δεν την ενοχλεί να τους αφήνει ελλιπείς και να παραδίδει στον αναγνώστη απλά εντυπώσεις. Και τι εντυπώσεις!
Όταν ακούω αυτό το χαζούβλιακο «γράψε γι’ αυτό που ξέρεις» μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι γιατί υπονοείται πως υπάρχει εναλλακτική. Το κοριτσάκι από την Κ και τον Λ ξεφυτρώνει και δίνει διαρκώς στους Υπνοβάτες μασημένες εκφράσεις από τα τραπέζια των μεγάλων που καθόταν ως παιδί. Οι εντυπώσεις που μας δίνει μας βάζουν σε μια τρομερά ανίσχυρη θέση. Οι μεγάλοι που γελούν έναςθεόςξέρειγιατί, και κλαίνε και υστεριάζουν και μεθοκοπάνε, θυμώνουν και μετά γλωσσοφιλιούνται. Το παιδικό βλέμμα επαγρυπνεί μπροστά στους υπνοβάτες, ως γιγάντια αφηγηματική δύναμη και αυτή είναι η ανατριχίλα και ο φόβος – οι λεγόμενοι φόνοι είναι απλά η μεζούρα της ΜΚ που μετράει την έκταση της ιστορίας της και οι καρφίτσες με τις οποίες τρυπάει το υφαντό της.
Επόμενη στάση (όταν και όποτε) rien ne va plus.


