Πρώτη μέρα στο χωριό (Διήγημα)
Όταν είδε πού είχαν φτάσει τα χορτάρια αναρωτήθηκε αν θα ξαναέβλεπε τηναυλή μου όπως ήταν παλιά.
Έβρεξε πολύ φέτος και συνεχόμενα του είπαν στο χωριό.
Η αυλή του ήταν περίπου δύο στρέμματα. Ορεινό χωριό, με ένα μικρό πετρόχτιστοσπιτάκι σαράντα τετραγωνικά στην άκρη αυτής της αυλής, αν μπορούσε να τηνχαρακτηρίσει έτσι. Είχε μόλις φτάσει μετά από ένα οδικό ταξίδι έξι ωρών.Πάρκαρε το αυτοκίνητό του και ήλπιζε πως αυτό που αντίκριζε ήταν μόνο μια μικρήέκταση. Φυσικά έκανε λάθος.
Όλο το πρωί ασχολήθηκε με το εσωτερικό του σπιτιού. Τον έτρωγε αυτό πουυπήρχε εκεί έξω, όμως αν δεν είχε που να μείνει δεν είχε νόημα.
Το μεσημέρι έφαγε κάτι πρόχειρο που είχε πάρει νωρίτερα στο ταξίδι για ναμην ασχοληθεί και με αυτό φτάνοντας. Πού και πού κοιτούσε από το παράθυρο τοχάος που υπήρχε εκεί έξω. Είχε πάρει ήδη δύο τρία τηλέφωνα σε κάποιουςανθρώπους που αναλάμβαναν τέτοιου είδους εργασίες, όμως όλοι τους είχαν γιαπολλές μέρες δουλειά και δεν μπορούσαν να τον εξυπηρετήσουν. Έτσι και με βαριάκαρδιά πήρε την απόφαση ότι το ίδιο απόγευμα θα φορτωνόταν το χλοοκοπτικό τουμηχάνημα και θα ξεκινούσε την καθαριότητα.
Όταν χτύπησε το ξυπνητήρι μετά την απαραίτητη ανάπαυλα, δεν ήθελε ναξυπνήσει με τίποτα. Το ταξίδι και οι πρωινές καθαριότητες τον είχαν καταβάλει,όμως εκείνο το πλέγμα από αγριόχορτα έπρεπε να φύγει όσο το δυνατόνγρηγορότερα. Φόρεσε τη στολή του, τα προστατευτικά γυαλιά και γάντια, έβαλεβενζίνη στο μηχάνημα και βγήκε έξω.
Έκατσε για λίγο σαν πολεμιστής μπροστά στις στρατιές των εχθρών και μάζεψεθάρρος. Έβαλε μπροστά και ξεκίνησε να κόβει τις πρώτες σειρές από χόρτα. Μιαπρώτη σπιθαμή ελεύθερου εδάφους είχε εμφανιστεί. Μια μικρή νίκη στον πόλεμο.
Το σχέδιο του ήταν απλό. Θα πήγαινε περιμετρικά στο οικόπεδό του έτσι ώστενα βρει τον φράχτη. Μόλις θα έφτανε στο τέλος της περιμέτρου, θα ξεκινούσε σανφαντασματάκι στο Pacman να«τρώει» λίγο λίγο τα χόρτα μέχρι πίσω στο σπίτι του.
Ξεκίνησε από τη δεξιά μεριά και άρχισε να προχωράει. Ενώ στην αρχή του ήτανπιο εύκολο, όσο πήγαινε προς τα μέσα, τα πράγματα δυσκόλευαν. Τα αγριόχορταείχαν μπλεχτεί μεταξύ τους και με κάποια βάτα που είχαν ξεπηδήσει και όλα μαζίζόριζαν λίγο παραπάνω το μηχάνημα. Εκείνο συνέχισε να γουργουρίζει δυνατά, ενώπέρα από τη σκόνη και τα χιλιάδες μικρά κομματάκια χόρτων που πετάγονταν πάνωτου, το άρωμα της βενζίνης τον είχε κάνει να ζαλιστεί. Αναρωτιόταν γιατί ότανμικρός του άρεσε τόσο πολύ να μυρίζει την βενζίνη όταν ο πατέρας του πήγαινε μετο αμάξι στο βενζινάδικο για ανεφοδιασμό.
Κάποια στιγμή είδε επιτέλους μπροστά του τον φράχτη. Από πίσω δεν φαινόταντίποτα. Κανονικά υπήρχε ένας χωματόδρομος, όμως και η εξωτερική μεριά τουφράχτη δεν είχε καλύτερη τύχη από την εσωτερική. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε κάνεινα φτάσει εκεί, όμως ήταν μια σημαντική νίκη. Θα συνέχιζε προς τα αριστερά γιανα πάει παράλληλα. Ήταν πλέον πιο εύκολο. Κοίταξε τη μεσινέζα στην κεφαλή τουχλοοκοπτικού. Φαινόταν να χρειάζεται αλλαγή. Είχε λίγη ακόμα, όμως σίγουρα σελίγο θα έπρεπε να σταματήσει πάλι. Είχε ήδη μετανιώσει που δεν είχε αγοράσειαυτόματη κεφαλή, όπως είχε κάνει ένας φίλος του. Γύρισε για να πάει για τηναλλαγή.
Όμως το μονοπάτι που με τόσο κόπο είχε ανοίξει δεν ήταν εκεί.
Στην αρχή κοίταξε με απορία.
Μάλλον μπερδεύτηκα.
Κοίταξε τριγύρω ψάχνοντας το σημείο που είχε καθαρίσει. Προφανώς είχεστρίψει λάθος. Κι όμως με εξαίρεση το πλέγμα πίσω του, δεν υπήρχε πουθενάσημείο που να υποδείκνυε πως μόλις είχε καθαρίσει.
Ήταν περισσότερο τσαντισμένος παρά μπερδεμένος σε εκείνη τη φάση.Προσπάθησε να καταλάβει τι έκανε λάθος. Αποφάσισε να γυρίσει προς τα πίσω. Είχεακόμα λίγη μεσινέζα στο μηχάνημα, επομένως μπορούσε να ανοίξει το μονοπάτι.Ίσως στο τέλος να πέρασε κάποια συστάδα και με το που έκανε το πρώτο κόψιμο ναέβλεπε μπροστά του τον δρόμο που είχε καθαρίσει.
Ξεκίνησε και πάλι να δουλεύει το μηχάνημα. Εκείνο συνέχισε να γουργουρίζεικαι να δουλεύει μπροστά του ανοίγοντας δρόμο. Το μονοπάτι δεν εμφανιζόταν όμως.Έτσι αποφάσισε να διαγράψει έναν κύκλο στο σημείο που ήταν με κέντρο τον ίδιοκαι να αρχίσει να τον επεκτείνει σε κάθε κατεύθυνση με σκοπό να αποκαλύψει τοσημείο. Συνέχισε να ανοίγει δρόμο μέχρι που ένας κυκλικός δίσκος με διάμετροπερίπου τέσσερα μέτρα είχε δημιουργηθεί γύρω του. Για κάποιον λόγο το μυαλό τουπήγε στα αγρογλυφικά που έβλεπε κατά καιρούς σε διάφορες ιστοσελίδες καισκέφτηκε πόση τέχνη θα ήθελε να φτιάξει κάποιος ένα σχήμα μέσα στο πουθενά ότανο ίδιος δεν μπορούσε να βρει ούτε το μονοπάτι που μόλις είχε δημιουργήσει.
Το πρόβλημα ήταν ότι ακόμα και έτσι το μονοπάτι δεν ήταν πουθενά. Σκέφτηκενα περάσει τον φράχτη του από την εξωτερική μεριά και έτσι να βγει στονχωματόδρομο. Το πρόβλημα ήταν πως ο φράχτης του ήταν ψηλός. Δύο μέτρα και χωρίςκάτι να πιαστεί ώστε να περάσει από πάνω. Φυσικά δεν είχε μαζί του κάποιοεργαλείο να κόψει τον φράχτη. Δεν χρειαζόταν. Ούτε το κινητό του. Θα έκοβε απλάχόρτα στον κήπο.
Και διψάω γαμώτο.
Προσπάθησε να προσανατολιστεί. Ήταν απόγευμα και ο ήλιος ταξίδευε δυτικά.Όταν ξεκίνησε να κόβει τον είχε κατάματα, άρα αν ήθελε να επιστρέψει θα έπρεπενα τον έχει στην πλάτη του. Γύρισε προς την κατεύθυνση εκείνη. Το μηχάνημα δενείχε να του δώσει άλλη μεσινέζα. Δεν μπορούσε να κόψει πλέον τίποτα. Ευτυχώςήταν ντυμένος καλά από πάνω μέχρι κάτω γιατί τελικά θα έπρεπε να χωθεί σταχόρτα και να πάει προς το σπίτι του.
Άρχισε να χώνεται και να προχωράει όλο και πιο δύσκολα. Κάποια αγκάθιαδιαπερνούσαν τη στολή του και τον τραυμάτιζαν σε χέρια και πόδια. Ένιωθεφαγούρα στο κεφάλι του ενώ ο ιδρώτας έπεφτε μέσα στα μάτια του και τα έκανε νατσούζουν.
Όμως είχε εκνευριστεί απίστευτα. Μόλις έβγαινε θα σταματούσε. Θα έπαιρνετηλέφωνο να του βρουν έναν άνθρωπο, οποιονδήποτε - κι ας έπαιρνε τα διπλά απότους άλλους - να κάτσει να κάνει τη δουλειά. Είχε έρθει να ξεκουραστεί όχι να κόβειχόρτα.
Συνέχισε με απελπισία. Το σπίτι δεν ήταν πουθενά εκεί κοντά.
Έλα τώρα! Πώς είναι δυνατόν;
Άρχισε να τραβάει τα χόρτα με μανία. Προχωρούσε συνεχώς έχοντας στο μυαλότου πως ο ήλιος πρέπει να παραμείνει πίσω του. Όμως περπατούσε πόσο; Ένατέταρτο; Είκοσι λεπτά; Θα έπρεπε να έχει βγει από τα όρια του οικοπέδου του,όχι απλά να έχει βρει το σπίτι του.
Τι σκατά συμβαίνει;
Η απελπισία είχε αρχίσει να φωλιάζει στην ψυχή του. Από κάποιο σημείο καιμετά άρχισε να μην σκέφτεται. Άρχισε να σπρώχνει άτακτα μέσα στα χόρτα προς οποιαδήποτεκατεύθυνση. Μετά από λίγο άρχισε να φωνάζει. Ήλπιζε σε ένα θαύμα. Κανείς δενπερνούσε τέτοια ώρα από το σπίτι του.
«Βοήθεια!»
Βοήθεια τι; Ανταπάντησε στονεαυτό του. Βοήθεια χάθηκα στην αυλή μου;
Συνέχισε να φωνάζει ενώ έψαχνε διέξοδο. Κάποια στιγμή σταμάτησε. Κοίταξετον ήλιο. Αναρωτιόταν πόση ώρα έμενε τελικά μέχρι να δύσει. Πόση ώρα είχεπεράσει που στριφογυρνούσε μέσα στα χόρτα του σπιτιού του. Του ίδιου του τουσπιτιού.
Ξαφνικά ακούστηκε ήχος στα δεξιά. Κάτι σύρθηκε μέσα στα χόρτα.
«Ποιος είναι εκεί;»
Το σύρσιμο συνέχισε να ακούγεται. Σκέφτηκε πως το χειρότερο σενάριο θα ήτανένα αγριογούρουνο. Όχι ένα φίδι, ένα αγριογούρουνο. Αν του επιτεθεί δεν έχειελπίδες. Προσπάθησε να μείνει σιωπηλός. Αν ήταν άνθρωπος σίγουρα θα φώναζε τοόνομα του, ή στην τελική αν είχε χαθεί θα φώναζε κι αυτός για βοήθεια (ναι στομυαλό του ήδη ήταν απόλυτα λογικό να χάνονται άνθρωποι στην αυλή του).
Ο ήχος απομακρύνθηκε λίγο ακόμα. Έμεινε σιωπηλός λίγο ακόμα και μετάξεκίνησε πάλι να περνάει μέσα από τα χόρτα. Είχε γδαρθεί σε εκατό σημεία αλλάήταν το τελευταίο πράγμα που τον ενδιέφερε. Ο ήλιος συνέχιζε την καθοδική τουπορεία. Σκεφτόταν πόσο εξαρτημένος ήταν από το κινητό και παρόλα αυτά πως τοείχε ξεχάσει πάνω στο τραπέζι την ώρα που έβγαινε έξω. Σχεδόν μειδίασε με τηντραγική ειρωνεία του πράγματος. Τη μόνη φορά που του ήταν απαραίτητο δεν τοείχε μαζί του. Προς υπεράσπισή του βέβαια θα έκοβε απλά λίγα χόρτα.
Έκατσε ανακούρκουδα να αναλογιστεί τις επιλογές του.
Δεν είχε καμία.
Έπρεπε να συνεχίσει μέχρι να βρει την έξοδο.
Ξαφνικά μια σκέψη έλαμψε στο μυαλό του με τρόπο που του θύμισε εκείνη τηλάμπα που άναβε πάνω από τα κεφάλια των κινούμενων σχεδίων.
Στην αυλή του υπήρχε ένας στύλος της ΔΕΗ με φως πάνω. Όταν θα νύχτωνε τοφως θα άναβε. Θα ήταν ο φάρος που χρειαζόταν για να προχωρήσει μέχρι το σπίτι.Ειδικά μες στο σκοτάδι θα ήταν πανεύκολο. Έκατσε κάτω ανασαίνοντας καλύτερα.
Ο ήλιος έπεσε και δεν άργησαν να φανούν τα πρώτα αστέρια. Δεν ήξερε καιπολλά από αστέρια, μπορούσε να ξεχωρίσει καμία φορά τη μεγάλη άρκτο, αλλά μέχριεκεί. Εκείνη τη στιγμή δεν τον ένοιαζε και ιδιαίτερα ο νυχτερινός ουρανός. Έψαχνετο τεχνητό φως της ανθρωπότητας που θα τον λύτρωνε. Κι αυτό εμφανίστηκε τησωστή ώρα, λίγο μετά τη δύση του φυσικού φωτός.
Σηκώθηκε και άρχισε να προχωράει προς τα εκεί. Πήγαινε αργά γιατί τοσκοτάδι τον δυσκόλευε να βλέπει που πατάει. Τα χόρτα του φαίνονταν πιο πυκνά προςτο σημείο που περπατούσε. Όσο προχωρούσε τόσο ένιωθε τα κλαδιά και τα χόρταγύρω του να πολλαπλασιάζονται. Το βήμα του είχε γίνει βαρύ. Από κάποιο σημείοκαι μετά ένιωσε να σέρνει τα χέρια και τα πόδια του με δυσκολία. Το φωςφαινόταν πιο κοντά, όμως δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο. Συνειδητοποίησε κάτι καιο τρόμος ενεργοποιήθηκε μέσα του. Τα χόρτα είχαν τυλιχθεί γύρω από τα πόδια καιτα χέρια του. Ήταν δεμένος με αυτά.
Μα πώς είναι δυνατόν;
Προσπάθησε να βγει, μα ένιωσε να σφίγγουν γύρω από τους καρπούς του.
Έμοιαζαν να είναι ζωντανά. Άρχισε και πάλι να φωνάζει. Τα κλαδιά τοντράβηξαν προς το έδαφος. Ήταν πλέον σαν ζωντανά πλοκάμια. Ούρλιαζε για βοήθεια.
Ένα σύρσιμο ακούστηκε πάλι και τον έκανε να σταματήσει.
Κάτι έπαιζε μαζί του. Ήταν εκεί πίσω από τα χόρτα και τον παρακολουθούσεόλη την ώρα. Περίμενε μέχρι να ακινητοποιηθεί. Είχε πέσει στην παγίδα.
Πίσω από τα χόρτα το σύρσιμο δυνάμωσε. Ένιωσε να έρχεται από παντού γύρωτου. Μπροστά του εμφανίστηκε μια μεγάλη σκοτεινή φιγούρα. Δεν μπορούσε νακαταλάβει τι ήταν. Ένας συριγμός ακολούθησε την εμφάνιση του. Έμοιαζε μετεράστια αράχνη.
Εγώ ήθελα να κόψω μόνο τα χόρτα και να ξεκουραστώ.
Ήταν η τελευταία σκέψη που έκανε.
Πίσω στο σπίτι το κινητό του αναβόσβηνε. Κάποιος καλούσε συνεχώς να μάθειπού βρίσκεται.


