Το ποίημα «Καρτερούμεν» του Δημήτρη Λιπέρτη
Το ποίημα «Καρτερούμεν» γράφτηκε από τον Δημήτρη Λιπέρτηστις αρχές του 20ού αιώνα, πιθανότατα μετά το 1910, περίοδο κατά την οποία οΚύπριος ποιητής ανέπτυξε έντονη πατριωτική θεματολογία, εμπνευσμένος από τηνυποδούλωση του νησιού και την ελπίδα της ελευθερίας. Το έργο εντάσσεται σταπατριωτικά του ποιήματα, γραμμένο στην κυπριακή διάλεκτο, και αποτελεί ύμνοστην αντοχή, την προσμονή και την πίστη του κυπριακού λαού για λευτεριά. Τοποίημα περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή με τίτλο Τζυπριώτικα τραούδκια, ηοποία εκδόθηκε σε τέσσερις τόμους από το 1923 έως το 1937.
Ο Λιπέρτης εμπνεύστηκε και έγραψε το «Καρτερούμεν» κατά τηδιάρκεια της βρετανικής κυριαρχίας στην Κύπρο και αντανακλά την εθνική αγωνίακαι το αίσθημα καταπίεσης του κυπριακού Ελληνισμού. Ο Λιπέρτης χρησιμοποιεί τηγλώσσα του λαού για να εκφράσει συλλογικά βιώματα, μιλώντας για έναν «τόπονπον’ καμένος»—σύμβολο της σκλάβας πατρίδας—και για τον «αέρα» και το «φως» τηςμέρας που όλοι καρτερούν, δηλαδή την πολυπόθητη λευτεριά.
Το ποίημα έγινε γνωστό στο ευρύ κοινό, κυρίως λόγω της μελοποίησήςτου από τον συνθέτη Δημήτρη Λάγιο στις αρχές της δεκαετίας του 1990, λίγο πριντον πρόωρο θάνατό του το 1991. Η πρώτη γνωστή εκτέλεση του τραγουδιούπραγματοποιήθηκε το 1994 από τον Γιώργο Νταλάρα, μέσα στο πλαίσιο του έργου τουΛάγιου με τίτλο «Των Αθανάτων». Το τραγούδι σύντομα καθιερώθηκε ως ένα από τασημαντικότερα πατριωτικά άσματα της Κύπρου, συνδέοντας το ηρωικό και λυρικόπνεύμα του ποιήματος με τη συγκινησιακή ένταση της σύγχρονης ελληνικήςμουσικής.
Στο τραγούδι, όμως, παραλείπεται η τελευταία στροφή τουποιήματος η οποία αναφέρεται στον πόθο των κυπρίων – και φυσικά και του ίδιουτου ποιητή – για ένωση της Κύπρου με την μητέρα Ελλάδα:
ΤηνΜανούλλαν μας για πάντα
μιτσιοίμιάλοι καρτερούμεν
για να μας σφιχταγκαλιάσει
τζαινα νεκραναστηθούμεν.
Η τελευταία στροφή παραλείπεται ακόμα και από σύγχρονες αναλύσειςτου ποιήματος (στα σχολεία και αλλού), αλλάζοντας ουσιαστικά το νόημα τουποιήματος και αποκρύπτοντας ουσιαστικά, ότι ο κυπριακός λαός είναι την ένωση μετην Ελλάδα που καρτερά προκειμένου να λυτρωθεί.
Ολόκληρο το ποίημα του Δημητρη Λιπέρτη:
Καρτερούμενμέραν νύχταν
ναφυσήσ' ένας αέρας
στουν τον τόπον πόν' καμένος
τζι ενθωρεί ποττέ δροσιάν,
για να φέξει καρτερούμεν
το φωςτζείνης της ημέρας
ποννά φέρει στον καθέναν
τζαιχαράν τζαι ποσπασιάν.
Την Μανούλλαν μας για πάντα
μιτσιοίμιάλοι καρτερούμεν
για να μας σφιχταγκαλιάσει
τζαινα νεκραναστηθούμεν.
Στο ποίημα του ο ποιητής δεν υιοθετεί τόνο απελπισίας, αλλάελπίδας· το μήνυμα είναι ότι ακόμη και μέσα στη δοκιμασία, η ψυχή του λαούπαραμένει άγρυπνη και προσηλωμένη στην εθνική αποκατάσταση. Η «Μανούλλα» που «καρτερούμεν»«για να μας σφιχταγκαλιάσει» προσωποποιεί την Πατρίδα, τη μητέρα Ελλάδα, πουαναμένεται να «νεκραναστήσει» τα παιδιά της.
Η χρήση της κυπριακής διαλέκτου («τζι», «εν», «ποσπασιάν»)προσδίδει αυθεντικότητα και λαϊκότητα στο ποίημα, ενισχύοντας τη συλλογικήταύτιση. Το ποίημα είναι ρυθμικό, με τετράστιχα και πλούσια αρχαϊκήμουσικότητα. Αναδεικνύει τη δύναμη της απλής, προφορικής ποίησης να εκφράζει ταβαθύτερα εθνικά αισθήματα του κυπριακού λαού.
Το «Καρτερούμεν» αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικάπατριωτικά ποιήματα της Κύπρου, συμβολίζοντας την αδιάκοπη προσμονή γιαελευθερία και την ακατάβλητη ψυχή του λαού. Η διαχρονικότητά του φαίνεται καιαπό το γεγονός ότι μελοποιήθηκε από τον Δημήτρη Λάγιο και τραγουδήθηκε σεσύγχρονες εποχές, ιδίως μετά την τουρκική εισβολή του 1974, αποκτώντας νέασυγκινησιακή βαρύτητα.
Σύντομο βιογραφικό σημείωμα
Ο Δημήτρης Λιπέρτης (1866-1937) ήταν σημαντικόςΕλληνοκύπριος ποιητής, γνωστός για τη συμβολή του στην ανάδειξη της κυπριακήςδιαλέκτου στην ποίηση Ελληνοκύπριος ποιητής.Γεννήθηκε το 1866 στη Λάρνακα και σπούδασε αγγλικά και γαλλικά στην Αδελφότητατων Ιησουιτών και στο Αμερικανικό Κολλέγιο της Βηρυτού. Αργότερα παρακολούθησεμαθήματα φιλοσοφίας και λογοτεχνίας στη Νάπολη και ως ακροατής θεολογίας στοΠανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ παράλληλα εργάστηκε σε διάφορες κυβερνητικές θέσειςκαι ως δάσκαλος.
Άρχισε να εκδίδει ποιητικές συλλογές το 1891 με την«Χαλαρωμένη Λύρα» που είχε επιρροές από τον ρομαντισμό του 19ου αιώνα, καισυνέχισε με τις συλλογές «Στόνοι» (1899) και τα «Τζιυπριώτικα τραούδκια»(1923-1937), γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο, με τονισμένη την εξιδανίκευση τηςαγροτικής ζωής και τη λαϊκή παράδοση της Κύπρου. Δίδαξε γαλλικά σε σχολεία τηςΚύπρου, όπως στο Παγκύπριο Γυμνάσιο και την Αγγλική Σχολή Λευκωσίας, καιυπηρέτησε ως διευθυντής σε σχολική μονάδα στη Λεμύθου.
Η ποίησή του επηρεάστηκε από το ρομαντικό κλίμα και τονελληνικό 19ο αιώνα, ενώ διακρίθηκε για το ηθογραφικό της στοιχείο και τοδιδακτικό περιεχόμενο. Τιμήθηκε με τον γαλλικό τίτλο Officier d’ Academie. ΟΛιπέρτης πέθανε το 1937 στη Λευκωσία, αφήνοντας σημαντική ποιοτική παρακαταθήκηστην κυπριακή λογοτεχνία και πολιτ


