Τα Νόμπελ Ειρήνης, τα κανόνια και τα βλήματα
Ο υπογραφόμενος είχε στον στρατό έναν μονιμά αρχιλοχία που πήγαινε για σύνταξη και ο οποίος ύστερα από μακρά και ένδοξη θητεία στο μπουκάλι, παρουσίαζε τα πρώτα συμπτώματα Αλτσχάιμερ. Οι φαντάροι τον έλεγαν «Μπόφορς» επειδή πολύ συχνά του άρεσε στα καλά καθούμενα να λέει ότι «τα αντιαεροπορικά, αν δεν είναι Μπόφορς, δεν κάνουν τίποτα».
Τα μπόφορς δεν έχουν σχέση ούτε με τον ναύαρχο Μποφόρ (Beaufort, προφέρεται Μπόφορτ), που έβγαλε την ομώνυμη κλίμακα, τα μποφόρια που λέμε, ούτε με τον πρόγονό του τον Δούκα του Μπόφορτ που πέθανε μυστηριωδώς στο Ηράκλειο το 1669, με τραγικό αποτέλεσμα να καταντήσει παρατονισμένη λεωφόρος, η Δουκός Μποφόρ. Η ιστορία της σουηδικής βιομηχανίας Bofors (που αρχικά λεγόταν Boofors) είναι πολύ ενδιαφέρουσα, ειδικά από τη στιγμή που συνδέεται με τους απόγονους του Όλοφ Νομπέλιους (1655–1707), πατριάρχη της μεγάλης οικογένειας. Αυτός πήρε το όνομά του από το χωριό Östra Nöbbelöv της Σκάνιας, δηλαδή της νοτιότερης επαρχίας της Σουηδίας (που κανονικά λέγεται Skåne και προφέρεται Σκόονε), με πρωτεύουσα το Μάλμε. Από το Σκόνε είναι και ο επιθεωρητής Wallander (που παραδόξως προφέρεται Βαλάντερ), αν τον έχετε ακουστά. Ο εφευρετικός Όλοφ παντρεύτηκε την Wendela Rudbeck (αδελφή μεγάλου εφευρέτη και επιστήμονα) και μετακόμισε στη Στοκχόλμη.
Οι απόγονοί τους, αφού ξε-λατίνησαν το όνομά τους κάνοντάς το Νομπέλ (και όχι Νόμπελ), επέρωτο να βάλουν και αυτοί το λιθαράκι τους στην ιστορία του καπιταλισμού. Για παράδειγμα, ο Ιμάνουελ Νομπέλ ο νεότερος, θα ανακάλυπτε τις θαλάσσιες νάρκες, έναν περιστροφικό τόρνο και το κόντρα πλακέ ενώ μοντάρισε και τις πρώτες ατμομηχανές στα πολεμικά πλοία του Τσάρου. Ο Λούντβιχ Νομπέλ, γιος του Ιμάνουελ, θα γινόταν ένας από τους πλουσιότερους πετρελαιάδες του κόσμου εκμεταλλευόμενος το Μπακού και το Τουρκμενιστάν. Κατασκεύασε τον πρώτο αγωγό πετρελαίου και προώθησε τη χρήση ντιζελοκίνητων τάνκερ. Επίσης είχε για χρόνια τη μεγαλύτερη βιομηχανία εξοπλισμών στη ρωσική αυτοκρατορία, όπλα της οποίας αντιμετώπισαν αργότερα και οι μπολσεβίκοι.

Κι έτσι φτάνουμε στον Άλφρεντ Νομπέλ, επίσης γιο του Ιμάνουελ, που γεννήθηκε το 1833. Ο μικρός Άλφρεντ είχε μάθει να μιλάει 6 γλώσσες, είχε γράψει ποίηση στα αγγλικά και ένα σουηδικό δράμα σε 4 πράξεις με ηρωίδα μια Ιταλίδα κοντέσα (δράμα το οποίο δεν εκδόθηκε παρά το 2003) και αρίστευσε στη Χημεία, χωρίς να έχει πάει σχολείο ή πανεπιστήμιο: γιατί ο μικρός Άλφρεντ σπούδασε στο σπίτι, στην Αγία Πετρούπολη όπου ζούσε η οικογένεια. Από μικρή ηλικία ταξίδεψε πολύ ακολουθώντας το φιλειρηνικό του όνειρο (και τις πολυσχιδείς επιχειρηματικές του δραστηριότητες). Πήγε στις ΗΠΑ για να μαθητεύσει κοντά στον κατασκευαστή του πρώτου τεθωρακισμένου πλοίου, στο Παρίσι για να δουλέψει με τον εφευρέτη της νιτρογλυκερίνης, είχε διασχίσει πολλές φορές τη Ρωσία λόγω της οικογενειακής επιχείρησης που προμήθευε τον Τσάρο με οπλισμό. Αργότερα θα έμενε για χρόνια στη Γερμανία και τη Γαλλία, χώρες στις οποίες διατηρούσε εργοστάσια όπλων, ενώ τη ζωή του την τέλειωσε ειρηνικά στο Σαν Ρέμο. Τότε μεν οι γιατροί έλεγαν ότι πέθανε από άγχος οφειλόμενο σε υποχονδρία, αφού παραπονιόταν για πολλά χρόνια για πονοκεφάλους και στηθάγχη, αλλά παρά τις εξετάσεις δεν είχαν βρεθεί αιτίες για τα συμπτώματα. Σήμερα δεν είναι λίγοι αυτοί που λένε ότι πέθανε δηλητηριασμένος από τη νιτρογλυκερίνη με την οποία ασχολήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Δυστυχώς, δεν θα μάθουμε ποτέ.
Η ενασχόληση με τη χημεία φαίνεται ότι οφειλόταν σε ένα απωθημένο σχετικό με τα πυροτεχνήματα. Πρόκειται για μια πρωτότυπη θεωρία που προσφέρει επισήμως σήμερα το «Κ» στη διεθνή επιστημονική κοινότητα, μια θεωρία η οποία εξηγεί επιτέλους πλήρως τις κύριες εφευρέσεις του Άλφρεντ, δηλαδή τη δυναμίτιδα, τη ζελατινοδυναμίτιδα και βέβαια την άκαπνη πυρίτιδα. Και αν η δυναμίτιδα χρησιμοποιήθηκε για χρόνια για ειρηνικούς σκοπούς (εξορύξεις, μεγάλα χωματουργικά και τα σχετικά), κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα είχε ασχοληθεί με τα υπόλοιπα εκρηκτικά (και τα κανόνια που τα συνοδεύουν) με τα οποία ασχολήθηκε ο Άλφρεντ, αν δεν είχε κάποιο κόλλημα με τα πυροτεχνήματα. Είχε επίσης άλλες 350 πατέντες στο όνομά του, πάρα πολλές από αυτές σχετιζόμενες με εκρηκτικά και όπλα. Παραδόξως, καμία από αυτές δεν σχετίζεται με τη διασημότερη συνεισφορά της Σουηδίας στον παγκόσμιο πολιτισμό, τα σουηδικά κεφτεδάκια (köttbullar, προφέρεται κέτμπιλαρ), τα οποία μπορείτε να προμηθευτείτε και από το γνωστό σουηδικό κατάστημα για να προπονηθείτε στο τένις. Χωρίς αυτά, αμφιβάλλουμε αν ο Μπιόρν Μποργκ (προφέρεται κάπως σαν Μπόρι) θα είχε κατακτήσει 11 γκραν σλαμ.
Λοιπόν, ο Άλφρεντ Νομπέλ το 1894, όντας ήδη ζάπλουτος, αγόρασε μια μικρή σιδηρουργία που έφτιαχνε ατσάλι για όπλα (το σουηδικό ήταν το καλύτερο ατσάλι του κόσμου τότε). Η εταιρία είχε ξεκινήσει ως βασιλική σιδηρουργία το 1669 και ονομαζόταν Boofors, αλλά αργότερα έχασε ένα «ο» (Bofors, προφέρεται Μπούφορς, τι να πει κανείς, δύσκολη γλώσσα τα σουηδικά), ιδιωτικοποιήθηκε και απέκτησε και ένα χυτήριο. Το χυτήριο αυτό αγόρασε ο Νομπέλ και μέσα σε λίγα χρόνια η εταιρία θα μετατρεπόταν σε έναν γίγαντα, παραγωγό κανονιών, εκρηκτικών και πολεμικού εξοπλισμού, αυξάνοντας πολύ την περιουσία του Άλφρεντ. Ο τελευταίος ασφαλώς θα αγόρασε την Μπόφορς επειδή, όπως υποθέσαμε, του άρεσαν οι δυνατοί κρότοι και οι λάμψεις και όχι επειδή ήταν ένας πολεμοκάπηλος που ακολουθούσε την παλιά, ευγενική οικογενειακή παράδοση του διεθνούς εμπορίου όπλων. Όταν πέθανε είχε στην κατοχή του πάνω από 90 διαφορετικές εταιρίες που ασχολούνταν με εκρηκτικά και εξοπλισμούς, όντας, όπως είναι προφανές, ένας ένθερμος ειρηνιστής.
Υπάρχει ένας ανεπιβεβαίωτος θρύλος σχετικά με αυτόν. Το 1888, όταν ο Άλφρεντ ζούσε μόνιμα στο Παρίσι, πέθανε ο αδελφός του ο Λούντβιχ, ο επίσης ζάπλουτος πετρελαιάς και πολεμοκάπηλος. Μια γαλλική εφημερίδα, λέει ο θρύλος, μπέρδεψε τα αδέρφια και κυκλοφόρησε με τίτλο « Πέθανε ο Έμπορος του Θανάτου», αναφερόμενη στον Άλφρεντ. Σοκαρισμένος αυτός που είδε το πώς τον βλέπει το γενικό κοινό, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την περιουσία του για να κάνει κάτι καλό. Μετά από ενδελεχή έρευνα αγοράς, αποφάσισε να αναγνωρίσει τα επιτεύγματα «αυτών που είχαν συνεισφέρει το μέγιστο όφελος στην ανθρωπότητα». Έτσι βρήκε τα λεφτά η Ακαδημία Επιστημών της Σουηδίας (της οποίας ήταν μέλος άλλωστε) για να δίνει τα βραβεία.
Μάλιστα φαίνεται ότι αρχικά δεν είχε σκεφτεί να δίνεται και βραβείο Ειρήνης, αλλά τον έπεισε σχετικά η κοντέσα Bertha von Suttner (φον Σούτνερ, προφανώς), πρώην γραμματέας και ερωμένη του. Σημαντικό ρόλο πρέπει να έπαιξε και ο πάστορας της Σουηδικής Λουθηρανικής εκκλησίας των Παρισίων, ο Nathan Söderblom (δεν ξέρουμε πώς προφέρεται). Ο Νομπέλ ήταν μεν άθεος, αλλά συνεισέφερε απλόχερα στις φιλανθρωπίες της εκκλησίας και είχε πολύ καλές σχέσεις με τον πάστορα. Κατόπιν όλων τούτων, ίσως και να εξηγείται το γεγονός ότι δύο από τα πρώτα Νόμπελ Ειρήνης αποδόθηκαν στον πάστορα και την κοντέσα: τι μεγαλύτερη συνεισφορά στην παγκόσμια ειρήνη μπορούμε να φανταστούμε από το να είναι κανείς φίλος του ίδιου του Νομπέλ;
Όπως κι αν έχει, φαίνεται ότι την απόφαση και για τα βραβεία ειρήνης ο Άλφρεντ την πήρε στο Παρίσι, στο οποίο όμως δεν έμελλε να βρει την Ειρήνη. Η Γαλλική κυβέρνηση είχε αγοράσει όπλα τελευταίας τεχνολογίας από τον Άλφρεντ, για τα οποία είχε εξασφαλίσει και αποκλειστικότητα. Με το δίκιο της λοιπόν η κυβέρνηση εξοργίστηκε κάπως όταν αυτός πούλησε τα ίδια όπλα και εκρηκτικά στην Ιταλία. Το αποτέλεσμα ήταν μια κατηγορία για προδοσία και ο Νομπέλ αναγκάστηκε να φύγει πρόσφυγας για τη «βιλίτσα» του που κατοπτεύει τη Μεσόγειο και που είναι και σήμερα αξιοθέατο στο σαν Ρέμο της Ιταλίας (που προφανώς τον καλοδέχτηκε).
Από το 1901 το Νόμπελ Ειρήνης αποδίδεται σε άτομα που «έχουν κάνει την περισσότερη ή καλύτερη προσπάθεια για τη μείωση ή κατάργηση των στρατών και για την αδελφοσύνη των εθνών». Μάλιστα, σύμφωνα με το, όπως αποδεικνύεται πολύ αξιόπιστο Oxford Dictionary of Contemporary History, το βραβείο είναι το «πιο υψηλού κύρους (prestige) βραβείο του κόσμου». Δικαίως και έχει πρεστίζ το βραβείο, αφού απονέμεται από τη Νορβηγική βουλή, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις της εκάστοτε κυβέρνησης αυτής της πολύ συντηρητικής Σκανδιναβικής χώρας, άρα το βραβείο δίνεται με αντικειμενικά κριτήρια: ό,τι του φανεί του λολοστεφανή. (Παρόλα αυτά, φανταστείτε πόσο περισσότερο κύρος θα είχε, αν το απένεμε η ελληνική βουλή. Να το αποθέτει πχ απαλά ο Κούλης στα χέρια κάθε επίδοξου δικτάτορα της Νότιας Αμερικής επάνω στον λόφο της Πνύκας. Ο Άλφρεντ δεν το σκέφτηκε αρκετά καλά πιστεύουμε.)
Μετά την απονομή στον πάστορα και την πρώην ερωμένη του Νομπέλ, σύντομα νέες κορυφές κύρους κατακτήθηκαν. Το 1939 λχ προτάθηκε για βράβευση ο φέρελπις ηγέτης της Γερμανίας, Χίτλερ. Δυστυχώς, τελικά δεν δόθηκε βραβείο ούτε εκείνη τη χρονιά ούτε τις επόμενες μέχρι το 1945. Η Νορβηγία όμως θα κατακτούσε την αθανασία σε αυτό το διάστημα, όταν την πρωθυπουργία της κατεχόμενης από τους ναζί χώρας θα αναλάμβανε ο Βίντκουν Κουίσλιγκ, του οποίου το όνομα έγινε έκτοτε το ουσιαστικό «κουίσλιγκ» που σημαίνει σε πολλές γλώσσες τον συνεργάτη (του εχθρού) ή τον προδότη. (Σε όλες τις γλώσσες, όπως κι αν προφέρεται, συνοδεύεται πάντα από την ίδια σιχασιά.)
Στη μεταπολεμική αύξηση του κύρους του θεσμού συνεισφέρουν μάλλον οι επανειλημμένες βραβεύσεις Αμερικανών πολιτικών, με πρώτον φυσικά τον Χένρι Κίσινγκερ (που προφέρεται Κίσιντζερ) που βραβεύτηκε το 1973. Μάλιστα μαζί του ήταν να το πάρει και ο εκπρόσωπος των Βιετκόνγκ, Λε Ντικ Θο (Lê Đức Thọ, μην ρωτάτε καν πώς προφέρεται, τα Βιετναμικά είναι τονική γλώσσα με επτά τόνους, άρα…), ο οποίος όμως διατήρησε την αξιοπρέπειά του αρνούμενος να λάβει μέρος σε τέτοιους «αστικούς συναισθηματισμούς». Ο Κίσινγκερ δέχτηκε μεν το «βραβείο πολέμου», όπως το είχαν χαρακτηρίσει οι New York Times, αλλά πρώτον, δεν πήγε να το παραλάβει (για «λόγους ασφαλείας») και δεύτερον, λίγα χρόνια μετά προσπάθησε να το επιστρέψει. Οι Νορβηγοί του είπαν «πριτς».
Φυσικά και ο Χένρι ο Κίσινγκερ δεν ήταν το τελευταίο πολεμοκάπηλο κάθαρμα που ξέπλυνε το παρελθόν του με αυτό. Βραβεία έχουν πάρει ο Τζίμι Κάρτερ (όχι για την αποτυχημένη επιχείρηση διάσωσης ομήρων από την Τεχεράνη, αλλά επειδή οι Νορβηγοί προσπαθούσαν να την «πουν» στον Μπους για το Ιράκ) και ο Μπαράκ Ομπάμα (ίσως επειδή ήταν ένας από τους πιο ενεργητικούς προέδρους της ιστορίας ως προς τις επεμβάσεις που ενέκρινε σε όλα τα μήκη και πλάτη). Επίσης το βραβείο το πήρε η Ευρωπαϊκή Ένωση -που δεν είναι ακριβώς φιλειρηνική εδώ που τα λέμε, αλλά είχε το εξαιρετικό προσόν να θέλει η τότε Νορβηγική κυβέρνηση να ενταχθεί σε αυτήν.

Είναι ενδιαφέρον ότι το βραβείο του 1994 το μοιράστηκαν οι Γιάσερ Αραφάτ από τη μία και Γιτζάκ Ράμπιν και Σιμόν Πέρες από την άλλη. Δεν θα σχολιάσουμε την ίδια τη φιλειρηνική φύση των αποδεκτών του, αλλά το γεγονός ότι έγινε προσπάθεια να βραβευθούν και οι δύο πλευρές. Δεν έχει συμβεί το ίδιο με μια σειρά από Νόμπελ Ειρήνης που έχουν αποδοθεί μονόπαντα, σε «αγωνιστές» για ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα, αρεστό στο νορβηγικό κοινοβούλιο. Έτσι, εκτός από το φετινό, εντελώς ακραίο Νόμπελ που δόθηκε σε μια φιλοπόλεμη ερινύα της ακραία φιλελέ δεξιάς της Βενεζουέλας που έχει ζητήσει να βομβαρδιστεί η πατρίδα της, έχουν δοθεί και άλλα τέτοια μονόπαντα βραβεία. Στην Ουανγκάρι Μαατάι , η οποία ήταν ιδρύτρια μιας ΜΚΟ που φύτευε δέντρα και που πίστευε ότι το AIDS ήταν μια πλεκτάνη των λευκών· στον πρόεδρο της Κολομβίας Χουάν Μανουέλ Σάντος για τις ειρηνευτικές συμφωνίες που υπέγραψε με το FARC, συμφωνίες που ουδέποτε εφαρμόστηκαν, ενώ στη βράβευση δεν είχε καν κληθεί το FARC· στον Κινέζο Λιόου Σιαομπό που βασικό του προσόν ήταν ότι είχε υποστηρίξει δημοσίως τις αμερικάνικες επεμβάσεις σε Κορέα, Βιετνάμ, Ιράκ και Αφγανιστάν, έχοντας ζητήσει πιο επιθετική στάση της υπερδύναμης έναντι της Κίνας. Και υπάρχουν και άλλοι αρκετοί.
Προφανώς αυτό κάνει ακόμα πιο περίεργη και ενοχλητική την μη επιλογή του πρόεδρα της καρδιάς μας, του Τραμπ φέτος: αν μη τι άλλο, αυτός ήταν ειλικρινής και μετονόμασε το Υπουργείο Άμυνας σε Υπουργείο Πολέμου. Θα ήταν επομένως μια πραγματική κίνηση αναβάθμισης η απόδοση του βραβείου σε αυτόν μαζί με την ταυτόχρονη επίσημη μετονομασία του σε «Βραβείο Πολέμου».
Για να ξαναγυρίσουμε στον Άλφρεντ Νομπέλ και την οικογένειά του, θα πρέπει να πούμε ότι οι Νομπέλ τόσο του Σουηδικού όσο και του ρωσικού κλάδου (ο πετρελαιάς αδερφός Λούντβιχ είχε οικογένεια στην αυτοκρατορία) ουδέποτε εγκατάλειψαν αυτήν την διττή προσήλωση στην κερδοσκοπία από τον πόλεμο από τη μία και στη φιλανθρωπία από την άλλη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πάγιο αίτημα του φιλελευθερισμού είναι η κατάργηση της φορολογίας και η αντικατάστασή της με τη φιλανθρωπία των πλουσίων. Μέγας φιλάνθρωπος ήταν και ο σφαγέας των εργατών του, Ροκφέλερ, ενώ σήμερα έχουμε το λαμπρό παράδειγμα του Μπιλ Γκέιτς που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να φάει και το τελευταίο δολάριο της περιουσίας του σε φιλανθρωπίες πριν πεθάνει. Τα ευαγή ιδρύματα, η ευεργεσία και η φιλανθρωπία έλκουν τους πολυχρονεμένους και καλοκάγαθους βαθύπλουτούς μας όπως τη μύγα την έλκει το σκατό.
Τέλος, να σημειώσουμε ότι η Μπόφορς μεγαλούργησε μετά τον θάνατο του Άλφρεντ. Όταν μετά τον Α ΠΠ απαγορεύτηκαν οι εξοπλισμοί στη Γερμανία, η γερμανική Krupps συνεταιρίστηκε μαζί της ώστε τα γερμανικά κανόνια να παράγονται μυστικά επί σουηδικού εδάφους. Τα κανόνια της Bofors πούλαγαν σε όλον τον κόσμο (αλλά βάσει ρήτρας με τους ναζί όχι σε Αγγλία, Γαλλία και ΕΣΣΔ), σαν ζεστά ψωμάκια -ο Μεταξάς είχε αγοράσει από αυτά ενώ μεταπολεμικά αγοράσαμε και τα αντιαεροπορικά Μπόφορς που εκθείαζε ο ομώνυμος μεθύστακας λοχίας.

Η οικογένεια Νομπέλ ανθεί και σήμερα με πλείστα όσα μέλη της να θεραπεύουν την πολιτική, τη δικηγορία, ή απλώς να εργάζονται νυχθημερόν για τη φιλανθρωπία και λάμπουν στο διεθνές τζετ σετ με τα αστραφτερά χαμόγελά τους. Δυστυχώς, δεν έχει πλέον την ιδιοκτησία της Μπόφορς, αφού αυτή έχει μοιραστεί μεταξύ της Saab από τη μία και της βρετανο-σουηδικής BAE Systems από την άλλη, παραμένοντας μια πολύ μεγάλη και αξιόπιστη βιομηχανία όπλων που συνδυάζει ποιότητα και τιμές. Αν η αναγνώστριά μας καίγεται να αγοράσει καλά κανόνια, βλήματα, πυραύλους διαφόρων τύπων, ας ακούσει τη συμβουλή μας και ας ρίξει μια ματιά στην Μπόφορς, αξίζει τον κόπο.
Να αναφέρουμε επίσης ότι η εταιρεία δίνει ζωή σε τουλάχιστον δύο πόλεις, την Καρλσκόγκα και τη Λινσέπινγκ που είναι χτισμένες γύρω από τα εργοστάσιά της. Γιατί αυτή είναι η βαριά κληρονομιά, το πεπρωμένο των βιομηχανιών όπλων. Να δίνουν ζωή. Να δίνουν ζωή και να μοιράζουν βραβεία ειρήνης.
Δημήτρης Λένης's Blog
- Δημήτρης Λένης's profile
- 14 followers

