Το Λιουγκάτι: Αρβανίτικη Σκοτεινή Λαογραφία

Αυτόπτες και αξιόπιστοι μάρτυρες μου διηγήθηκαν, ότι μετά τον θάνατον ομοχωρίου των, για τον οποίον επίστεψαν ότι έγινε λιουγκάτι, άκουαν συχνά τις νύχτες δαιμονισμένο θόρυβο στα ράφια των σπιτιών τους όπου τοποθετούσαν τα μαγειρικά και υαλικά σκεύη. Το πρωί τα εύρισκαν όλα ριγμένα καταγής, χωρίς όμως ούτε ένα να έχει σπάσει, καίτοι το ύψος ήτο αρκετό για τα εύθραυστα υαλικά. Αυτό το απέδιδαν σε ενέργεια του βρυκόλακος. Προφανώς ίσως επρόκειτο περί παραψυχολογικού τινός φαινομένου.

Τους βρικόλακας τους κυνηγούν και τους κατατρώγουν τα «ζέμπικα» σκυλιά, δηλαδή τα σκυλιά με τέσσερα μάτια (όσα έχουν άνωθεν των οφθαλμών δυο βούλες κοκκινωπές που μοιάζουν σαν μάτια) Όταν το λιουγκάτι κυνηγηθεί από ζέμπικο σκυλί φωνάζει γοερά γνωστά ονόματα και ζητά βοήθεια. Αν τότε μιλήσει κανείς, τα σκυλιά δεν τον τρώνε. Αν όμως δεν βγάλει κανείς τσιμουδιά, τότε τα σκυλιά με πολύ θόρυβο και πάλεμα τους κατατρώγουν και την επόμενη το πρωί στο σημείον εκείνο, αν παρατηρήσει κανείς διακρίνονται τρείς πίκες αίμα.

Ένας γέρος, όταν πέθαινε άφησε ευχή και κατάρα στα τρία του παλληκάρια να τον τρυπήσουν μ’ ένα μαχαίρι κάτω από τη μασχάλη μόλις θα ξεψυχούσε. Πέθανε όμως, και κανείς δεν τολμούσε να εκτελέσει την πατρική εντολή. Μόνο ο μικρότερος γιός, ο πιο γενναίος, έκανε την θέληση του αποθανόντος. Τη νύχτα όταν άφησαν το λείψανο στην εκκλησία όλοι αποτραβήχτηκαν και μόνο ο μικρός γιός κρύφτηκε μέσα στο ιερό να ιδεί τι θα γίνει. Κατά τα μεσάνυχτα είδε να κατεβαίνουν από τα κεραμίδια και να διαλέγονται τριγύρω στο νεκρό ένας πλήθος διαβόλοι με κέρατα και ουρές. Άρχισε ο πρώτος διάβολος να φυσά με όλη του τη δύναμη για να φουσκώσει τον νεκρό, να τον κάνει λιουγκάτι. Άδικος κόπος όμως, δεν μπορούσε. Έπιασε τότε δουλειά ο δεύτερος, ο τρίτος, χωρίς αποτέλεσμα. Τότε θύμωσε ο αρχηγός τους: «Δεν μπορείτε», είπε, «να φουσκώσετε έναν παλιόγερο. Τραβηχτείτε στη μπάντα» κι έπιασε μόνος του. Του κάκου όμως. Τότε άρχισαν να τον ψάχνουν παντού, για να εξηγήσουν γιατί δεν φουσκωνόταν. Τέλος, ανεκάλυψαν κάτω από τη μασχάλη τη μαχαιριά απ’ όπου ξεφυσούσε ο αέρας. «Πάμε να φύγομε», τους είπε τότε ο αρχηγός. «Τώρα οι άνθρωποι γινήκαν πιο διαβόλοι από μας». Κι από τονε λένε παράτησαν οι διαβόλοι αυτή τη δουλειά, να φουσκώνουν δηλαδή. τους νεκρούς και να τους μεταβάλουν σε λιουγκάτια, βρυκόλακες.

Κάποιος στρατιώτης φονευθείς εις τον πόλεμον έγινε λιουγκάτι . Ο λοχίας του που τον έθαψε με τα χέρια του έγραψε στη γυναίκα του περί του θανάτου του ανδρός της. Ο στρατιώτης βρυκόλακας φυλάχτηκε εφτά χρόνια από τα ζέμπικα σκυλιά και δεν τον έφαγαν. (Αν γλυτώσει 7 χρόνια ξαναπαίρνει μορφή ανθρώπου.) Ξαναπήρε λοιπόν μορφή ανθρώπου και γύρισε στη γυναίκα του. Αυτή τώρα νόμισε ως ψέμα το προ επταετίας γράμμα του λοχία. Ζούσαν μαζί και μόνο Πέμπτη και Σάββατο τη νύχτα απουσίαζε. Γύριζε αργά τα ξημερώματα φορτωμένος συκώτια. Του τα τηγάνιζε μα αυτή δεν έτρωγε γιατί της μύριζαν χώμα (τα συκώτια αυτά, παραδέχεται η αφήγησις,  τα έπαιρνε από τους πεθαμένους). Την Κυριακή ο άνδρας της πήγαινε στην εκκλησία μα παρατήρησαν ότι κάθε φορά που ο παπάς ετοιμαζόταν να βγάλει τα άγια (μεγάλη είσοδο) αυτός έβγαινε από την εκκλησία. Είχε αποκτήσει και δύο παιδιά τα οποία τα τάγιζε με τα συκώτια που κουβαλούσε. Στους χωρικούς άρχισαν «να μπαίνουν ψύλλοι στ’ αυτιά» και να υποπτεύονται. Η υποψία τους έγινε βεβαιότης όταν έτυχε να περάσει από το χωριό ο λοχίας που τον είχε θάψει. Πήγε στη γυναίκα του βρυκόλακα και την οδήγησε να πιέσει το δέρμα του άντρα της να βεβαιωθεί αν έχει κόκκαλα ή όχι. Πράγματι η γυναίκα έκανε όπως της είπε ο λοχίας και διεπίστωσε ότι ο άνδρας της ήταν ένα δέρμα γερά φουσκωμένο χωρίς κόκκαλα. Την επομένη Κυριακή συνεννοήθηκαν όλοι οι χωριανοί να κλείσουν στην εκκλησία πόρτες και παράθυρα όταν θα επιχειρούσε ο βρικόλακας να εξέλθει. Πράγματι όταν πλησίαζαν τα άγια, σφάλισαν γερά πόρτες και παράθυρα όταν θα επιχειρούσε ο βρικόλακας να εξέλθει. Ο βρικόλακας με τα δυο παιδιά που ‘χε αποκτήσει έτρεξαν να βγουν δεξιά αριστερά, αλλά τα βρήκαν όλα κλειδωμένα. Τη στιγμή εκείνη ο παπάς έβγαζε τα άγια. Τότε ένας ισχυρός κρότος ακούστηκε. Ο βρυκόλακας με τα δυο του παιδιά σκάσανε και σκορπιστήκανε σαν καπνός, χωρίς ν’ αφήσουν ουδέν υπόλοιπον.

Κάποιος πολύ γέρος τσοπάνης μου διηγήθη τα εξής: Πάνε πολλά χρόνια. Πάνω από τετρακόσια φεγγάρια. Είχα τότε έναν αχώριστο φίλο. Μαζί είχαμε τις στάνες μαζί και τα μελίσσια. Κάποτε έπεσε βαθύ θανατικό στο χωριό κι ο φίλος μου πέθανε. Έτυχε να μην τον προσέξουν και τον δρασκέλισε ένας σκύλος. Όλοι ψιθύριζαν στο χωριό πως έγινε λιουγκάτι, μα γω δεν το πίστευα. Μια νύχτα κατάμαυρη, πιο μαύρη ακόμα κι από το ράσο του παπά, κοιμόμουνα στη στάνη. Πιο πέρα κατά τα μελίσσια κοιμόντουσαν κουλουριαστά τα τρία μου ζέμπικα σκυλιά. Τα μισόσβηστα κάρβουνα σπίθιζαν τρεμουλιαστά και δεν ξέρω γιατί εκείνο το βράδυ είχα ένα φόβο παράξενο. Ξαφνικά μου φάνηκε, πως κάποιος μέσα από τη διπλανή ρεματιά με καλούσε με τ’ όνομα μου. Αφουγκράστηκα και γνώρισα τη φωνή ίδια κι απαράλλαχτη του πεθαμένου φίλου μου. «Γιώργη, ε Γιώργη» μου φώναζε. Κρύος ίδρωτας μ’ έλουσε και τα γόνατά μου λύθηκαν από φόβο. Όχι πως είμαι δειλός – αυτό δα το ‘χω δείξει – μα είναι άλλο πράμα να σε φωνάζει ένας πεθαμένος. «Μη φοβάσαι Γιώργη, μου φωνάζει, θα ‘ρθω λίγο να κουβεντιάσομε. Μόνο σκέπασε το πρόσωπο σου στα ρούχα για να μην τρομάζεις». Τότε που λες ήρθε δίπλα μου κι ένοιωσα που κάθισε στα πλευρά μου. Άρχισε να με ρωτάει για χίλια δύο πράγματα, για τα πρόβατα, για το τυρί κι εγώ τ’ αποκρινόμουν σκεπασμένος κάτω από το ρούχο. Ήρθε που λες η κουβέντα και στα μελίσσια. Ήταν ο μακαρίτης καλός μελισσουργός στη ζήση του. Σ’ ένα καιρό μου λέει «πεθύμησα να φάω λίγο μέλι» – γιατί πρέπει να ξέρεις πως οι λιουγκάτηδες αγαπούν πολύ τα γλυκά – «θα πάω κατά τα μελίσσια, μην είναι κατά κει τα σκυλιά;» Όχι, του είπα είναι από τις λάκες. Του ‘πα βέβαια ψέματα, γιατί μόλις έκανε κάμποσα βήματα προς τα μελίσσια τον νόησαν τα σκυλιά και χίμηξαν και τα τρία πάνω του. Σωστό πανδαιμόνιον γινόταν μέσα στη μαύρη και παγερή νύχτα. «Βρε Γιώργη, βρε φίλε Γιώργη» άρχισε τότε να μου φωνάζει. Δεν έβγαλα όμως τσιμουδιά, γιατί είχα ακούσει πως αν αποκριθείς τα σκυλιά αποτραβιόνται. Σε λίγο τα σκυλιά έπαψαν…τον είχαν φάει. Το πρωί σαν πήγα στο μέρος εκείνο δεν είδα παρά τρεις πίκες αίμα. Έτσι γλυτώσαμε από το λιουγκάτι, είπε και σταυροκοπήθηκε. Μήπως έβλεπες κανένα όνειρο μπάρμπα-Γιώργη; τον ρώτησα. Εγώ δάσκαλε άσπρισα και ψέματα δεν έχω πει, μου είπε θυμωμένος ο γέρος. Να τα γράψεις αυτά να τα μάθετε και σείς οι γραμματιζούμενοι που δεν πιστεύετε. μου ’πε και άδειασε το ποτήρι του με το ρακί. Θα τα γράψω μπάρμπα Γιώργη και να με συμπαθάς, του είπα και ορκίστηκα ποτέ πια να μην αμφισβητήσω τα λεγόμενά του


Παραδόσεις των Αρβανιτών της Νότιας Εύβοιας, σταχυολογημένες από το Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας. Η υπέροχη, κοφτή λέξη “Λιουγκάτι” (llugat) σημαίνει, φυσικά, τον βρυκόλακα, ο οποίος στην Αρβανίτικη παράδοση έχει τα δικά του, μοναδικά χαρακτηριστικά: από τα αποτροπαϊκά μέσα (τα “τεσσαρομάτικα”, ζέμπικα σκυλιά) μέχρι την πονηριά των λιουγκάτηδων και τα σαφώς ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους (τη λαχτάρα τους για τα γλυκά, την ενθύμιση της φιλίας, τη δημιουργία οικογένειας) συντίθεται εδώ μια ξεχωριστή εικονογραφία του βρυκόλακα, τόσο κοντινή αλλά και τόσο ανοίκεια: αν η αρβανίτικη παράδοση είναι εν συνόλω θαμμένη και ξεχασμένη, τι τύχη θα μπορούσε να έχει η σκοτεινή της λαογραφία; Οι προφορικές μαρτυρίες έχουν συλλεχθεί τη δεκατία του ’50, και τις μαζεύω εδώ, περισσότερο για να υπάρχουν κάπου συγκεντρωμένες – και σαν αγκαθάκι για περαιτέρω έρευνα και μελέτη.


Το αποθετήριο του Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας βρίσκεται εδώ


 •  0 comments  •  flag
Share on Twitter
Published on July 09, 2024 05:03
No comments have been added yet.