Ανακατασκευή
Ο ουρανός είναι ακόμα εκεί. Το σκοτάδι πλέον οικείο και μαλακό. Τα αστέρια λιγότερα, αλλά η νύχτα, η σιωπή, είναι ακόμα εκεί. Το σκοτάδι όχι μόνο στον Ουρανό, αλλά και μέσα. Ακίνητο και κυρίαρχο.
Η ανάγκη για θάνατο άλλαξε. Δεν είναι πλέον πόθος. Σταμάτησα να προσπαθώ και να προσεύχομαι για θάνατο και απλώς αναμένω, όχι όμως ενεργά. Το κρατάω απλά σαν μια ανακούφιση στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
Νομίζω ότι η πληγή της Φαντασίας δεν πονάει ασταμάτητα πλέον. Κατάφερα να την κοιτάξω χωρίς να φοβηθώ. Την πλησίασα, μα δεν την έχω ακουμπήσει ακόμα. Προσπαθώ να αναγνωρίσω την ύπαρξή της. Να θυμηθώ ότι υπάρχει, να αποδεχτώ ότι υπάρχει και να πιστέψω ότι ίσως η σύνδεσή μου με τη Φαντασία μπορεί να επανέλθει.
Είναι ασυνήθιστο το να γράφω ξανά, παρόλο που το έκανα για 15 συνεχόμενα χρόνια. Στο χρονικό διάστημα 30 Σεπτεμβρίου 2017-14 Μαίου 2024 η συνήθεια ήταν όχι απλώς το να μην γράφω, αλλά να μην ασχολούμαι καν με τη φαντασία μου, κάτι που είχα μάθει να κάνω από μικρό παιδί. Έτσι, κάτι που άλλοτε ήταν δεδομένο και καθημερινότητα, τώρα θα χρειαστεί να το ξαναγνωρίσω.
Η επιστροφή στο γράψιμο συνέβη απλά και ήσυχα. Δεν ήταν μια δραματική στιγμή αποκάλυψης, ούτε ήταν διακόπτης που πατήθηκε κι έφερε ξαφνική αλλαγή.
Ήταν η λήξη μιας πολύ διακριτικής και σιωπηρής διαδικασίας που δεν είχα καταλάβει ότι λειτουργούσε τον τελευταίο καιρό. Κι όταν η διαδικασία ολοκληρώθηκε ένιωσα πως «τώρα μπορώ».
Το σκοτάδι βοηθάει πολύ. Μέσα στη σιωπή και την αδράνεια του σκότους μπορώ και ξαναβρίσκω το λόγο μου, τις λέξεις και τα κείμενά μου.
Έτσι, λοιπόν, τη νύχτα της 14ης Μαϊου 2024, ώρα 03:22 ξεκίνησα να γράφω διορθώσεις πάνω σε μια εκτυπωμένη σελίδα σημειώσεων από τις ‘Αστραποδράκαινες’, το δεύτερο βιβλίο της Άρρηας Γης. Μερικές ημέρες αργότερα, άρχισα να γράφω το παρόν κείμενο, ξεκινώντας σε χαρτί και συνεχίζοντας εδώ, ψηφιακά.
Βλέπω την ανοιχτή πύλη της Κόριας, μα δεν είμαι ακόμα σε θέση να εισέλθω. Πρώτα χρειάζεται να θυμηθώ πώς περπατούσα μέσα στη φαντασία μου. Να ξεκινήσω από πιο πριν κι όχι από εκεί που έμεινα. Να εξερευνήσω την Ερημιά, την αχαρτογράφητη περιοχή μέσα από την οποία θα προσπαθήσω να ξαναβρώ το μονοπάτι που οδηγεί στην καθημερινότητα που έχασα πριν από 7 χρόνια. Να ξανακάνω την αγγαρεία: την ενδιάμεση διαδικασία.
Η ενδιάμεση διαδικασία είναι μια διαδικασία δημιουργίας που λαμβάνει χώρα μέσα στα συναισθήματα, στα τυφλά, χωρίς λογική και συνέπεια. Συχνά είναι εύκολες και τετριμμένες λύσεις, ειδικά σε στιχουργία και ποίηση. Μπορεί να είναι κείμενα που γράφουμε για να εντυπωσιάσουμε τους εαυτούς μας και νομίζουμε ότι θα εντυπωσιαστεί και το κοινό. Άλλοτε είναι σύντομες, ακατέργαστες ιδέες που δεν στέκονται από μόνες τους. Άλλοτε, πάλι, είναι αποτέλεσμα συναισθηματικής κρίσης που το παρατάμε αδιόρθωτο και απείραχτο.
Κατά τη γνώμη μου, όσα συμβαίνουν στην ενδιάμεση διαδικασία οφείλουν να μην δημοσιεύονται, διότι ο σκοπός τους δεν είναι η κατανόηση από το κοινό. Ο σκοπός τους είναι να εξελιχθούν και να καταλήξουν σε ένα τελικό αποτέλεσμα, το οποίο θα δημοσιευτεί στο κοινό.
Γι’ αυτό και θα πρέπει να περάσω ένα διάστημα όπου θα γράφω δίχως να δημοσιεύω. Αισθάνομαι ότι μπορώ να το κάνω. Κατάφερα και ξανάνοιξα τα κείμενά μου. Αντίκρισα το γραφικό περιβάλλον του Writer δίχως να πονάω. Μπορώ να ελέγχω και να διαχειρίζομαι τα περιεχόμενα του φακέλου ‘Κόρια’ με ψυχραιμία, χωρίς τρόμο.
Νιώθω πως έχω ξεκινήσει την ανακατασκευή.


