σε τρεις πράξεις


Τους είδα όλους «εκείνους». Τους κοίταξα καλά, με προσοχή. Δεν με νοιάζει, όμως, και πολύ. Έτσι κάνουν πάντα. Έτσι κι εγώ. Ακόμα και εμείς. Ανάμεσα στον χαμόκαι αυτοί να γελούν. Ορισμένες φορές εμείς να μην μιλάμε και εκείνοι να τρέχουν. Δίχως πολλά ν’ αλλάξουν. Δίχως να υπάρχει λογική. Όχι όποια κι όποια, αλλά αυτή η δική μας, η κοινή. Χωρίς αυτήν, λοιπόν.
Μέρες μετά και με είδαν να τους κοιτώ. Με κοίταζαν να τους βλέπω.Τους είδα να με κοιτούν. Και με βλέπουν που τους είδα.Εγώ να παρακολουθώ πίσω από οθόνες και σκέψεις. Μα ήταν η μοναδική φορά που κοιταχτήκαμε στα μάτια. Εγώ να παλεύω με τον χαμό και να προσπαθώ πίσω απ’ όλα, μόνος μου πια, να γελάω. Κάποιοι με είπαν τρελό. Δίκιο θα είχαν. Γιατί οι στιγμές περνούν πίσω μας. Αφήνουν εικόνες και αναμνήσεις και εμείς μόνο πρέπει να τις ανακαλέσουμε στο ερέθισμα. Τους είδα να κοιτούν στα μάτια χωρίς ερέθισμα, αλλά δημιουργώντας κάτι απ’ αυτό.
Αιώνες μετά και το βλέμμα είναι ίδιο. Απλό και κοινό για όλα όσα πρέπει να κάνουν από μόνοι τους. Γιατί τελικά μόνοι τους τα κάνουν και μετά τα απλώνουν επάνω μου… μας. Από τότε, όμως, όλα ήταν μέρος του πανικού που έκρυβε φοβικές στιγμές, προκαλώντας χαμό… Πού; Στο ίσιωμα. Εκεί που θα καταλήξουμε όλοι. Εκεί που σου φωνάζω γέλα κι εσύ δεν ακούς. Στρέφεις τα αυτιά σου μόνο προς τα εκεί, που αυτοί σπέρνουν ερεθίσματα απ’ το κενό. Με το να ακούς μόνο, τίποτα δεν αλλάζει, μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό...

[η συνέχεια του κειμένου στην υπό έκδοση συλλογή διηγημάτων]

 •  0 comments  •  flag
Share on Twitter
Published on July 12, 2015 07:57
No comments have been added yet.