Ρέι το μικρό, Ντόνοβαν το μεγάλοΣτον Σταύρο Τσιώλη και στ...

Ρέι το μικρό, Ντόνοβαν το μεγάλο
Στον Σταύρο Τσιώλη και στον Βάσο Γεώργα


Όλα, τα πάντα κι ακόμα πιο τίποτα, κι οι απώλειες να μας τσακίζουν, μπαράζ οι απώλειες, από τη μια ο Νικόλας ο Τριανταφυλλίδης και ο Θάνος ο Ανεστόπουλος, κι από την άλλη ο Λέναρντ Κόεν και ο Μπάουι ο Ντέιβιντ, κι εμείς να ιχνηλατούμε στην πόλη και να μαζεύουμε κάθε τόσο τα κομμάτια τα τσακισμένα, τα έργα, τα εργόχειρά μας, το διάτρητο εαυτάκι μας, τη ματαιοδοξία την κουρελού μας, και να πιάνουμε τα ίδια παλιά ρεφραίν, και να χανόμαστε και να χυνόμαστε στις αβύσσους του σινεμά, στα σοκάκια της λογοτεχνίας, γιατί το πένθος σε βρίσκει το ξημέρωμα να κάνεις καντάδες στους πεθαμένους σου, είτε Δεκέμβριος είναι είτε Αύγουστος με κόκκινο φεγγάρι. 
Όλα, τα πάντα, κι ακόμα πιο τίποτα, κι αυτή είναι η ιαχή μας τα μαύρα τα μεσάνυχτα και μες στο υγρό ξημέρωμα, με μάτια και μυαλό στην οθόνη δεκαωρίες, Ρέι το μικρό, Ντόνοβαν το μεγάλο, επάγγελμα Διορθωτής Ζόρικων Καταστάσεων, όχι με λογισμό και μ᾽ όνειρο, αλλά με νου και βία, καθότι στην άλλη μεριά του Ατλαντικού ακόμη μιλάνε τα εξάσφαιρα κι η λογική λουφάζει το καημενάκι, εκεί δεν ξέρουν από λέξεις όπως εδώ, αχ τι καλά που εδώ με λέξεις θέλεις και μπορείς να ξεσπάς, να κανονίζεις, να εκφράζεσαι, να πάλλεσαι, να υπάρχεις — οι λέξεις σου, οι λέξεις μου, οι λέξεις μας. 
Όλα, τα πάντα, κι ακόμα πιο τίποτα, κι είναι καλό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, κι ας λένε. Είναι καλό στην παραλία να υψώνεις ένα οχυρό Άλαμουτ, σαν προσχέδιο και προπομπό όσων θα ακολουθήσουν. Είναι καλό να είναι Αύγουστος και με τα πετραδάκια να παίζεις και να βρίσκεις έτσι, με το παιχνίδι, αλλοτινούς καιρούς, όχι όμως νοσταλγικά, όχι, αλλοτινούς καιρούς σαν να ᾽ναι τώρα. Όλα εδώ και τώρα και ξανά και πάλι, γιατί όλα αυτά είναι που σε απαρτίζουν, που σε συνθέτουν, που είναι η ῾῾ευγένεια της κωμωδίας μας᾽᾽, που είναι όλα σου τα υπάρχοντα και τα λαλάκια σου όλα — οι λέξεις σου, οι λέξεις μου, οι λέξεις μας. 
Όλα, τα πάντα, κι ακόμα πιο τίποτα, γιατί όλα εδώ ήταν στον χρόνο τον παρόντα, ω Τόμας Έλιοτ, επίσκοπε της ποίησης εσύ, και τίποτις δεν έλειπε, όλα, μα όλα εδώ, κι ο Βραβευμένος, κι ο Μεγαλοφυής και η Θεά, και του Σβέβο τα Μπάσταρδα, και ο Φονεύς του Αδελφού μας, κι οι τζαγαδόροι κι οι χλεχλέδες, και ο χάχας, κι ο τέως λεφτάς, και τα πουταναριά όλα των λέξεων, και οι χαμένοι από χέρι, και ο Κρεμανταλάς ο Ντιουντ, και ο Δανδής Μανίκας, και οι Στρατιές της Νύχτας, κι όλοι οι Λατρεμένοι Μακαρίτες, τα Βλαμμένα Αερικά, της Γλυκερίας η Εταζέρα, τα τσόλια που μυξοκλαίγαν, κι οι αέναες αιώνιες ανόητες χοροεσπερίδες, και ο Γαλανομάτης Ντόριαν Γκρέι, και τα σπασμένα στο πάτωμα γυαλιά, κι οι τέως γυναίκες νυν μητέρες, και ο Γιούρι ο Γκαγκάριν, και ο Άρχοντας Μαστακουνάης και ο Τύπος Με Το Μαλλί Της Γριάς, τον σταυρό μου μέσα — οι λέξεις σου, οι λέξεις μου, οι λέξεις μας. 
Ὀλα, τα πάντα, κι ακόμα πιο τίποτα, κι η ανέχεια χθες κι ο πλούτος προχθές, και τα Ενοίκια τα Απλήρωτα, κι η Επίσημη Επαιτεία, κι οι συλλογές, οι συλλογές, οι συλλογές — συλλέγαμε δίσκους και βιβλία και περιοδικά και ταινίες και αναμνήσεις, ρακοσυλλέκτες στιγμών, έτσι μας έλεγαν, στιγμών ρακοσυλλέκτες και Χάιντεγκερ του Πεζοδρομίου, κι όσο κι αν μπλέκαμε με σκοτεινά παιχνίδια, παιδάκια πάντα παραμέναμε, τσίφτικα τσογλάνια μιας ευκλεούς σικαδουρίας, κάτω απ᾽ τη γέφυρα χτες, στο Ιντεάλ για σφυρίδα σήμερα, και μας τρέχαν τα λεφτά απ᾽ τα πατζάκια, μας τρέχανε σαν σάλια οι λέξεις απ᾽ το στόμα, και η ζωή ῾῾δεν είχε πώμα᾽᾽ — οι λέξεις σου, οι λέξεις μου, οι λέξεις μας.
Ὀλα, τα πάντα, κι ακόμα πιο τίποτα, γιατί είχαμε κονάκι μας το Στούντιο και γιάφκα την Αλκυονίδα, τη Ράτκα μετερίζι μας, την Ίντριγκα χαράκωμα, το Χνάρι εφαλτήριο, το Γκάλαξι λημέρι, με Ρόνσον φωτιές ανάβαμε στης πόλης τα μπορντέλα, χρονομετρούσαμε τις αφροσύνες μας με Ρόλεξ και Ωμέγα, το μπέρμπον το ρουφούσαμε και παίζαμε και σκάκι, στα καλντερίμια της Σελήνης ρακένδυτοι βαδίζαμε, περιπολίες κάναμε στου Άδη τα σοκάκια, και γράφαμε σε τετράδια ωδές, χαϊκού και ρίμες — οι λέξεις σου, οι λέξεις μου, οι λέξεις μας.
Όλα, τα πάντα, κι ακόμα πιο τίποτα, γιατί τρέχαμε καθισμένοι στης Μοίρας μας την Τσέστερφιλντ, κι είχαμε για Θεό τον κάθε ακαμάτη, τον κάθε ανεπρόκοπο εικόνισμα τον κάναμε, τον κάθε Πρωχοπρόδρομο σπεύδαμε να λατρέψουμε, στις φράξιες όλες της συμφοράς δώσαμε το Παρών μας με ηχηρούς κλαυσίγελους, με τρύπιες νταμιτζάνες, με σιγαρέτα άφιλτρα, με λέξεις μπαλωμένες — οι λέξεις σου, οι λέξεις μου, οι λέξεις μας.
Ὀλα, τα πάντα, κι ακόμα πιο τίποτα, κι ακόμα άλλα τόσα, και βάλε κι άλλα δέκα, και με το χίλια πολλαπλασίασε, και δες ποια η φτιαξιά μας, κι ύστερα σκέψου και θυμήσου και στοχάσου και σιγουρέψου πως ένας μοναχά, και μόνον ένας, Βάσο, ένας και μοναδικός, Τσιώλη μου ακριβέ μου, ένας καλό παιδί κι ωραίο, τότε που ήμασταν παιδιά, ένας μα μόνον ένας, τίποτες δεν κατάλαβε, κι ας έχει νιονιό να καταλάβει, τίποτες δεν άδραξε, κι ας έχει χέρια φτυάρια, τίποτες δεν συνέλαβε καθότι μιζεριάζει, αυτεπαγγέλτως άτεγκτος, εκ φύσεως σεκλέτης, οικειοθελώς γκρινιάρης κι ας είναι κούκλος ακόμη, κατσαρομάλλης άλλωστε, μπουκλάκιας γενειοφόρος, στις γλώσσες της Ιβηρικής άνετος και αεράτος, και άμα λάχει ποιητής βεληνεκούς βαρβάτου, κι αντίς να είναι ηδύτατος, του κερασιού το χρώμα, τις κούκλες να θωπεύει κι όλα να τ᾽ αγκαλιάζει, θέλει στριμμένος να ᾽ναι, στριφνός και καταπέλτης, και κούνια που τον κούναγε, μα εμείς τον αγαπάμε! 

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης 
 •  0 comments  •  flag
Share on Twitter
Published on June 03, 2017 04:32
No comments have been added yet.