Ένα αστείο τραγούδι.
Η γιορτή του Φεγγαριού πλησίαζε και αυτό ήταν ένα γεγονός που έφερνε χαμόγελο στα χείλη όλων, αφού φέτος, όπως και κάθε χρόνο άλλωστε, η γιορτή θα ήταν μεγάλη, το φαγητό άφθονο και το κρασί γλυκό όπως πάντα.
«Ανυπομονώ να δοκιμάσω την καινούρια σοδειά» είπε ένας απ την συντροφιά. Ένας Νάνος με πυκνά γκρίζα μαλλιά και γυαλιστερά μαύρα χαρούμενα μάτια. Η μύτη, όπως επίσης και τα μάγουλα του, είχαν ροδίσει απ την φωτιά και το κρασί.
«Χαχα!» γέλασε ο διπλανός του καθώς μασούλαγε μια καψαλισμένη φέτα ψωμί βουτηγμένη στο λάδι. «Εσένα καλύτερα να σε ντύνουν παρά να σε ποτίζουν παλιόφιλε. Είσαι ικανός να αδειάσεις όλα τα βαρέλια των Γιγάντων. Καλό θα ήταν για όλους μας να βάλουν φρουρούς να τα προσέχουν.» είπε και γέλασε ξανά φτύνοντας ψίχουλα στον αέρα.
«Κρυάδες είναι αυτά που λες» φώναξε εύθυμα και ήπιε άλλη μια γουλιά. Σκούπισε το στόμα με το μανίκι του και χτύπησε δυο τρεις φορές με χάρη την φουσκωμένη κοιλιά του. «Όλο το κρασί των γιγάντων δεν μπορώ να το πιω μονομιάς, να σαι σίγουρος όμως τούτη εδώ η κοιλιά χωρεί μπόλικο. Όσο λοιπόν χωρεί, να σαι σίγουρος πως θα την γεμίσω.»
«Εσένα όλη σου η έννοια είναι πως θα γεμίσεις την κοιλιά σου με κρασί» είπε ένας άλλος Νάνος με πυκνά φρύδια και γαμψή μύτη κρατώντας μια αναμμένη πίπα. «Τίποτε άλλο δεν σε νοιάζει»
«Και γιατί να με νοιάζει δηλαδή;» αποκρίθηκε με μια χειρονομία που δήλωνε απορία. «Εσένα σάμπως σε νοιάζει τίποτε περισσότερο απ το φαί και το κάπνισμα; Χα! Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα!»
Οι υπόλοιποι της παρέας έσκασαν στα γέλια και ο θιγμένος νάνος έριξε ένα θυμωμένο βλέμμα στον κοιλαρά φίλο του.
«Εμένα είπες γάιδαρο;» είπε και έκανε να σηκωθεί όρθιος.
«Εσένα είπα!» αποκρίθηκε ο άλλος και σηκώθηκε κι εκείνος έτοιμος για καυγά!
«Τώρα θα δεις» φώναξε ο άλλος.
«Έλα λοιπόν αν σου βαστάει!»
Ένας Τραγοπόδαρος σηκώθηκε όρθιος με ένα τίναγμα των ποδιών του. Μπήκε ανάμεσα τους, έφερε την καλαμένια του φλογέρα στο στόμα και ξεκίνησε να παίζει έναν ζωηρό σκοπό. Ένας άλλος τον συνόδευσε χτυπώντας τις οπλές του ρυθμικά, τραγουδώντας ένα αστείο τραγούδι.
Δυο Νάνοι μπροστά στην φωτιά
Τσακώνονται σαν τα γατιά!
Τσακώνονται τρώνε και πίνουν
Καπνίζουν πίνουν και βρίζουν!
Ο ένας τον άλλο κοιτάζει
Μέχρι που ο ένας τον άλλο αρπάζει!
Πάρε και τούτη, πάρε και εκείνη
Ο καυγάς τώρα φούντωσε, χαμός θα γίνει!
Τρέχουν οι φίλοι να τους χωρίσουν
Μα οι Νάνοι δεν λεν την φασαρία να αφήσουν!
Πάρε και εκείνη, πάρε και τούτη
Νάνοι και φίλοι ‘γίναν μπαρούτι!
Τρώει ο ένας μια καρπαζιά
Και να σου πέφτει μες την φωτιά!
Αου! Φωνάζει πολύ δυνατά!
Τα πισινά του πήραν φωτιά!
Τρέχει ο εχθρός του να τον γλυτώσει
Γιατί είναι κρίμα στις φλόγες να λιώσει!
Μα πέφτει κι εκείνος επάνω στη θράκα
Καίγεται τώρα και η δική του η βράκα!
Μπα σε καλό τους πως το έπαθαν τούτο;
Εμ, δεν ξέρεις πως; Απ το μυαλό τους το κλούβιο!
Τρέχουν οι φίλοι τα χέρια απλώνουν
Και απ της φωτιάς την κάψα τους γλυτώνουν!
Αου! Ο ένας. Αου! Κι ο άλλος
Φωνάζουν και σκούζουν! Ο πόνος μεγάλος!
Σκούζουν φωνάζουν, μα τι να σου κάνει
Η φωνή τον πόνο ποτέ δεν τον γιάνει!
Δωσ’ τους κρασί, μπας και μεθύσουν
Μπας και για λίγο τον πόνο αφήσουν!
Κι έτσι έχει αυτό τραγούδι
Πάμε τώρα! Να καεί το πελεκούδι!
Κι έτσι τελειώνει αυτή η ιστορία
Για να ξεκινήσει μια άλλη, ακόμα πιο αστεία!
Βάλτε στην κούπα μου τώρα κρασί
Γιατί στέγνωσε ο λαιμός μου! Πολύ!
Μπρος! Για να δω! Να! Πιες κι εσύ!
Ευλογημένο να είναι αυτό το κρασί!
Κι έτσι τελείωσε το τραγούδι των Τραγοπόδαρων, και όλοι τους έσκασαν στα γέλια και ύψωσαν τις κούπες τους στον αέρα! Όσοι το είχαν ρίξει στο χορό σήκωσαν τα χέρια τους ψηλά και φώναξαν, κι εκείνοι που πριν λίγο τσακώνονταν, τώρα έπιναν και έτρωγαν αγκαλιά. Έτσι περνούσαν μεταξύ τους, και πραγματικά όλα ήταν πολύ όμορφα. Όταν το γλέντι έφτανε στο τέλος του, ο καθένας αποτραβιόταν σιγά σιγά μέχρι που το μόνο που έμενε στην θέση του ήταν η θράκα που λαμπύριζε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.
Μιχάλης Κουρούβανης's Blog
- Μιχάλης Κουρούβανης's profile
- 6 followers

