Η αλληλογραφία του Kafka με τη Felice Bauer με βοήθησε ιδιαίτερα στο να κατανοήσω τις ιδέες αλλά και τις εμμονές που βρίσκονται μέσα στο λογοτεχνικό του έργο. Και στην περίπτωση αυτή, όπως και στις άλλες συλλογές επιστολών του, οι απαντήσεις της Felice δεν σώζονται. Αν έπρεπε να απαντήσω στην ερώτηση για το κατά πόσο ο Kafka προσπάθησε να δημιουργήσει μια παρασιτική σχέση εις βάρος της νεαρής αρραβωνιαστικιάς του, νομίζω πως θα έπρεπε να πω πως, ναι, αυτό ισχύει. Το ήξερε πως για εκείνον το να την κόψει και να την ράψει στα δικά του μέτρα ήταν θέμα επιβίωσης και δεν έπαψε να βασανίζεται από ενοχές γι' αυτήν του ανάγκη.
Σε ένα πρακτικό επίπεδο εκείνη αντιπροσωπεύει την ανάληψη των ευθυνών που προκύπτουν από τις ανάγκες και τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας, είναι αρκετά δυνατή ώστε να μπορεί να εργάζεται ακούραστα προκειμένου να συντηρεί την οικογένειά της, είναι έξυπνη ώστε να μπορεί να κατανοήσει τις λογοτεχνικές του αγωνίες, και καταφέρνει να του γίνει οικεία σε σημείο που να μην του προκαλεί αποστροφή. Όταν ο Kafka διαγιγνώσκεται με φυματίωση η σχέση τους τελειώνει - ευτυχώς για εκείνη, δυστυχώς για εκείνον. Νομίζω πως χάνοντάς την, χάνει τη μοναδική ευκαιρία σωτηρίας που είχε. Υπηρξε για εκείνον αναντικατάστατη.
Υπάρχει ένα απόσπασμα στο πέμπτο από τα Οκτώ Μπλε Τετράδια (μετάφρ. Ερατώ Τριανταφυλλίδη, εκδ. Αρχέτυπο, Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 118 - 119 το οποίο προσδιορίζει τον τρόπο με το οποίο θεωρούσε τη σχέση του μαζί της:
"Για το ενδεχόμενο ότι μπορεί στο προσεχές μέλλον να πεθάνω ή να καταντήσω εντελώς ακατάλληλος για ζωή, - υπάρχει μεγάλη πιθανότητα γι' αυτό αφού τις τελευταίες δύο νύχτες έχω φτύσει πολύ αίμα - οφείλω να πω λοιπόν, πως έχω κάνει τον εαυτό μου κουρέλια. Αν ο πατέρας μου παλιότερα συνήθιζε να ξεστομίζει φριχτές αλλά κούφιες απειλές του είδους "θα σε σκίσω σαν ψάρι" - στην πραγματικότητα ούτε που μ' είχε αγγίξει ποτέ με το μικρό του δαχτυλάκι - η απειλή τώρα υλοποιείται ερήμην του. ο κόσμος - η Φ. είναι εκπρόσωπός του - και το Εγώ μου σκίζουν το σώμα μου κομμάτια σε μια διαμάχη που δεν έχει λύση".
Για εκείνον η χάρτινη Felice των επιστολών και της αλληλογραφίας και η πραγματική Felice, από σάρκα και οστά, υπήρξαν κατά το μεγαλύτερο διάστημα της σχέσης τους δύο διαφορετικά, ξεχωριστά πρόσωπα. Όταν μετά από απανωτούς χωρισμούς και συμφιλιώσεις κατάφεραν να γίνουν ένα, εκείνος αρρώστησε.
Η εποχή που γράφει τη Μεταμόρφωση.
23 Νοεμβρίου 1912
Πολυαγαπημένη, θεέ μου πόσο σε αγαπάω! Είναι πολύ αργά τη νύχτα. Άφησα στην άκρη τη μικρή μου ιστορία, την οποία δεν δούλεψα καθόλου τα δύο τελευταία βράδια, και η οποία σιγά σιγά εξελίσσεται σε μια μεγαλύτερη διήγηση. Πώς θα μπορούσα να στη δώσω να τη διαβάσεις, ακόμα κι αν την είχα ολοκληρώσει; Είναι ιδιαίτερα ακατανόητη και ακόμα κι αν αυτό δεν στεκόταν εμπόδιο - ως τώρα δεν σε έχω κακομάθει με τίποτε ωραία γραψίματα - δεν θέλω να σου στείλει τίποτα για να διαβάσεις. Θέλω να στο διαβάσω εγώ ο ίδιος. Ναι, αυτό θα ήταν υπέροχο, να σου διαβάσω αυτήν την ιστορία μου, και παράλληλα να σου κρατώ το χέρι, καθώς η συγκεκριμένη διήγηση είναι λιγάκι τρομαχτική. Έχει το τίτλο "Η μεταμόρφωση"¨και θα σε τρόμαζε ολωσδιόλου, ίσως να μη θέλεις να ακούσεις ούτε μια λέξη από δαύτη καθώς, αλίμονο, σε τρομάζω αρκετά κάθε μέρα με τα γράμματά μου".
Λουλούδια, μουσική και ανεπάρκειες.
10 προς 11 Μαρτίου 1912 [1913] (Η Felice του στέλνει λουλούδια)
Τι έκανα για να αξίζω αυτό το κουτί με τα ωραία λουλούδια; Δεν θυμάμαι να έκανα κάτι για να τα αξίζω, θα ήταν προτιμότερο αν ένας δαίμονας, κρυμμένος μέσα στο κουτί, μου δάγκωνε τη μύτη και δεν ξεκολλούσε από πάνω μου, έτσι ώστε να τον κουβαλάω επάνω μου για πάντα. Ξέρεις πως ποτέ πριν δεν αγαπούσα τα λουλούδια κι ακόμα και τώρα μπορώ να τα εκτιμήσω μονάχα εάν προέρχονται από εσένα κι επιπλέον τα εκτιμώ έμμεσα επειδή εσύ τα αγαπάς. Από την παιδική μου ηλικία υπήρχαν στιγμές που γινόμουν σχεδόν δυστυχισμένος εξαιτίας της ανικανότητάς μου να εκτιμήσω τα λουλούδια. Αυτή η ανικανότητα σχετίζεται ως ένα βαθμό με την ανικανότητά μου να εκτιμήσω τη μουσική ή τουλάχιστον ένιωθα πως αυτά τα δύο κατά κάποιον τρόπο συνδέονταν. Δεν διακρίνω παρά μόνο με μεγάλη δυσκολία την ομορφιά των λουλουδιών. Ένα τριαντάφυλλο είναι για μένα κάτι το αδιάφορο, δύο τριαντάφυλλα μοιάζουν ολόιδια κι ένα μπουκέτο μου φαίνεται ακανόνιστο και αναποτελεσματικό. Και όπως συμβαίνει με αυτές τις ανεπάρκειες, συχνά προσπαθώ να υποκρίνομαι στους άλλους πως έχω μια ιδιαίτερη αγάπη για τα λουλούδια".
Ο Αυτοκράτορας και ο καφκικός γέλως.
Είναι αδύνατον να διαβάσω την συγκεκριμένη επιστολή χωρίς να με πιάσει κι εμένα νευρικό γέλιο. Είναι μεταδοτικό. Βαθιά καταπιεσμένος άνθρωπος ο Kafka ορισμένες φορές έχανε τον έλεγχο των συναισθημάτων του, στην προκειμένη περίπτωση είναι η επιτηδευμένη σοβαροφάνεια του εργασιακού του περιβάλλοντος αυτή που πυροδοτεί την έκρηξή του:
Ιανουάριος 8 προς 9 1912 [1913]
Κι εγώ μπορώ εξίσου να γελάσω, Felice, μην αμφιβάλλεις γι' αυτό. Είμαι περιβόητος για το γέλιο μου αν και παλιότερα ήμουν πολύ πιο τρελός από όσο είμαι τώρα. Μάλιστα με έπιασε κάποτε, κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης με τον πρόεδρο της εταιρίας μας - πάνε δυο χρόνια από τότε, αλλά αυτήν την υπόθεση θα την θυμούνται όλοι στο γραφείο ακόμα κι όταν εγώ θα έχω φύγει - μια κρίση γέλιου και πώς! Πού να σου εξηγώ τη σημασία αυτού του άνδρα. Πίστεψέ με, πρόκειται περί σημαντικότατης προσωπικότητας. Ένας απλός υπάλληλος τον θεωρεί όχι ως κάτι γήινο αλλά ουράνιο. Και καθώς δεν είχαμε όλοι την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τον ίδιο τον Αυτοκράτορα, η επαφή μας με το πρόεδρο ήταν για τον μέσο υπάλληλο - κι αυτό συμβαίνει σε όλους τους μεγάλους οργανισμούς - εξίσου σημαντική όπως θα ήταν και μια συνάντηση με τον αληθινό Αυτοκράτορα [...]
Ο πιο αξιότιμος ανάμεσά μας (εγώ ήμουν ο πιο νέος) έβγαλε έναν ευχαριστήριο λόγο - σύντομο, συνετό, ζωηρό, σύμφωνο με τον χαρακτήρα του. Ο πρόεδρος άκουγε με τη στάση που συνήθιζε να παίρνει στις επίσημες περιστάσεις, θυμίζοντας λιγάκι τον Αυτοκράτορα όποτε παραχωρεί ακρόαση - και, αν κάποιος βρεθεί σε μια ορισμένη ψυχική διάθεση, μπορεί να βρει την πόζα αυτή εξαιρετικά αστεία. Πόδια ελαφρώς σταυρωμένα, αριστερό χέρι σφιγμένο σε γροθιά, ακουμπισμένο επάνω στη γωνία του τραπεζιού, κεφάλι σκυμμένο έτσι ώστε η μακριά, λευκή γενειάδα του να διπλώνει στο στήθος του, και πάνω από όλα το, όχι υπερβολικά μεγάλο, αλλά αρκούντως προτεταμένο στομάχι του, να ανεβοκατεβαίνει απαλά. Πρέπει να ήμουν εκτός εαυτού εκείνη τη μέρα, γιατί αυτή η στάση σώματος μου ήταν οικεία, και χωρίς αιτία με έπιασαν κρίσεις χαχανητών (διακοπτόμενες) οι οποίες αρχικά ακούγονταν σαν να είχα κάτι στο λαιμό που να με γαργαλάει, κι ευτυχώς ο πρόεδρος είχε σκυμμένο το βλέμμα [...]
Όταν όμως ο συνάδελφός μου τελείωσε την ομιλία του, ο πρόεδρος σήκωσε το κεφάλι και τότε για μια στιγμή καταλήφθηκα από τρόμο, μου κόπηκε το γέλιο, γιατί τώρα πλέον μπορούσε να δει την έκφρασή και να διαπιστώσει με ευκολία πως ο ήχος που έβγαινε από το στόμα μου δεν οφειλόταν σε βήχα [...]
Αρχικά γελούσα μόνο με τα μικρά αστειάκια που έκανε περιστασιακά ο πρόεδρος, αλλά αντί να το κάνω συγκρατημένα και με σεβασμό, είχα αρχίσει να γελάω δυνατά. Παρατηρώντας πως αυτό άρχισε να μεταδίδεται και στους συναδέλφους, γεγονός που τους προκάλεσε ανησυχία, αισθάνθηκα μεγαλύτερη λύπη για εκείνους παρά για μένα, αλλά δεν μπορούσα να το ελέγξω. Δεν προσπάθησα καν να το αποτρέψω ή να καλύψω το πρόσωπό μου, αλλά συνέχισα, αβοήθητος, να κοιτάζω κατάματα τον πρόεδρο [...]
Ο κόσμος, η όψη του κόσμου που μέχρι εκείνη τη στιγμή έβλεπα μπροστά μου, διαλύθηκε ολοσχερώς, και ξέσπασα σε ένα δυνατό και ασυγκράτητο γέλιο με τέτοιο ξεκάρδισμα για το οποίο μονάχα οι μαθητές πίσω από τα θρανία τους είναι ικανοί. Μια βαθιά σιωπή έπεσε και επιτέλους το γέλιο μου κι εγώ ήμασταν πλέον το κέντρο της προσοχής. Φυσικά, ενώ γελούσα, τα γόνατά μου έτρεμαν από το φόβο και οι συνάδελφοί μου με σιγοντάριζαν ξεκαρδισμένοι αλλά ποτέ δεν θα μπορούσαν να ξεπεράσουν το ολοκληρωτικό τρόμο του προβαρισμένου και καλά προετοιμασμένου γέλιου μου κι έτσι παρέμειναν, λίγο -πολύ, απαρατήρητοι. Χτυπώντας το στήθος μου με το δεξί μου χέρι, αναγνωρίζοντας, αφενός, την αμαρτία μου (ενθυμούμενος την Ημέρα του Εξιλασμού) κι αφετέρου προκειμένου να βγάλω από μέσα όλο το καταπιεσμένο γέλιο, ζήτησα χίλια συγγνώμη για τη συμπεριφορά μου, χωρίς να γίνομαι πειστικός, καθώς νέα κύματα γέλιου έρχονταν να σκεπάσουν την ομιλία μου [...]
Περιττό να πω, πως ποτέ δεν μου συγχωρήθηκε ολοσχερώς αυτό μου το ατόπημα. Αλλά δεν με νοιάζει. Μπορεί να συμπεριφέρθηκα με αυτόν τον τρόπο τότε, προκειμένου να μπορέσω κατόπιν να σου αποδείξω πως είμαι ικανός να γελάσω".
Η σχέση του Kafka με τη λογοτεχνία.
[14 Αυγούστου 1913]
Κι αυτό που αναφέρει ως "καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα" δεν είναι αλήθεια. Για την ακρίβεια από όλες τις λανθασμένες θεωρήσεις αυτή είναι η πλέον λανθασμένη. Δεν έχω καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, αλλά είμαι καμωμένος από λογοτεχνία, δεν είμαι τίποτε άλλο και δεν θα μπορούσα να γίνω τίποτε άλλο. Τις προάλλες διάβασα την ακόλουθη ιστορία σε μια "Ιστορία του Σατανισμού":
"Ήταν κάποτε ένας κληρικός που είχε φωνή τόσο γλυκιά και τόσο όμορφη ώστε όλοι όσοι τον άκουγαν ξεχείλιζαν από ευφορία. Μια μέρα ένας παπάς άκουσε τη γλυκύτητα αυτών των ήχων και είπε: "αυτό δεν είναι η φωνή ενός ανθρώπου αλλά του διαβόλου". Μπροστά σε όλους τους θαυμαστές εξόρκισε τον δαίμονα και τον έβγαλε έξω κι ύστερα το πτώμα (γιατί το σώμα είχε καταληφθεί από το διάβολο στη θέση της ψυχής) αποσυντέθηκε μέσα σε ένα σύννεφο δυσωδίας"
Κάπως έτσι είναι και η δική μου σχέση με τη λογοτεχνία, με τη μόνη διαφορά πως η δική μου λογοτεχνία δεν είναι τόσο γλυκιά όσο η φωνή του μοναχού".
Οι δαίμονες - φαντάσματα.
Αυτοί οι λογοτεχνικοί δαίμονες, αλλού τους ονομάζει "φαντάσματα" είναι κάτι στο οποίο ο Kafka αναφέρεται αδιάκοπα και φαίνεται πως αισθανόταν πως υπήρχαν δυνάμεις που του υπαγόρευαν τα όσα έγραφε. Δεν ξέρω αν όλα αυτά τα εννοούσε συμβολικά ή αν πίστευε πως υπάρχουν ως ανεξάρτητες οντότητες, κάτι παρόμοιο με τους μεσαιωνικούς δαίμονες. Άλλωστε η ιδέα που έχει για τον εσωτερικό Πύργο της Βαβέλ του υποδεικνύει πως το ίδιο γεγονός μπορεί να ερμηνευθεί με διαφορετικούς τρόπους, μπορεί να υπάρχει σε διαφορετικά επίπεδα και να παίρνει την ανάλογη μορφή.
Σε μια επιστολή του (προς την Grete Bloch - με την οποία παρεμπιπτόντως ο Kafka διέπραξε επιστολική απιστία απέναντι στη Felice, κάτι το οποίο οδήγησε στα γεγονότα του Askanischer Hof hotel, εκεί όπου οι δύο γυναίκες τον συνάντησαν και του κατέβασαν καντήλια και επτάφωτες λυχνίες - 8 Ιουνίου 1914) αναφέρει:
"Οι γονείς εδώ συνηθίζουν να λένε πως τα παιδιά σου σε κάνουν να συνειδητοποιείς πόσο γερνάς. Αν κάποιος δεν έχει παιδιά τότε είναι τα φαντάσματά του που τον κάνουν να το συνειδητοποιεί και το κάνουν με εξαιρετικά αποτελεσματικό τρόπο. Ξέρω πως όταν ήμουν νέος (σημειωτέον είναι μόνο 31 ετών όταν γράφει αυτό το γράμμα) προσπάθησα να τα δελεάσω για να εμφανιστούν, σπάνια μου εμφανίζονταν. Προσπάθησα περισσότερο, βαριόμουν χωρίς αυτά, αλλά δεν έρχονταν κι άρχισα να πιστεύω πως δεν θα εμφανίζονταν ποτέ. Γι' αυτό το λόγο συχνά έφτανα στο σημείο να καταριέμαι τη ζωή μου. Αργότερα άρχισαν να εμφανίζονται, αραιά και που, πάντα σαν ένδοξοι επισκέπτες, έπρεπε να υποκλίνομαι μπροστά τους παρόλο που ήταν ακόμα πολύ μικρά [....]
Αργότερα ωστόσο μεγάλωσαν, έρχονταν και έφευγαν όποτε ήθελαν, εύθραυστα πουλιά με ράχες που μεταμορφώνονταν σε ράχες πελώριων γιγάντων, έρχονταν από κάθε πόρτα, άνοιγαν με τη βία όσες ήταν κλειστές, μεγάλα οστεώδη φαντάσματα, ανώνυμα μέσα στο πλήθος τους. Θα μπορούσα να παλέψω με ένα αλλά όχι με όλα όσα με περικύκλωναν. Αν έγραφα, τότε όλα ήταν αγαθοποιά πνεύματα. Όταν δεν έγραφα, ήταν δαίμονες και με πίεζαν τόσο πολύ που το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να σηκώσω το χέρι μου για να δηλώσω τη παρουσία μου. Προφανώς δεν ήμουν υπεύθυνος για τον τρόπο που τέντωνα το σηκωμένο χέρι".
Και σε άλλη επιστολή του προς τη Milena Jesenská, Πράγα, τέλη Μαρτίου 1922, συνδέει τα φαντάσματα - δαίμονες με την επιστολογραφία και κατ' επέκταση με όλες αυτές τις χάρτινες σχέσεις τις οποίες αδυνατούσε να διαχειριστεί στον πραγματικό κόσμο (αυτόν τον οποίο αντιπροσωπεύει η Felice):
"Το να γράφεις γράμματα σημαίνει πως εκτίθεσαι στα φαντάσματα, τα οποία περιμένουν λαίμαργα ακριβώς γι' αυτό. Τα γραμμένα φιλιά ποτέ δεν φτάνουν στον προορισμό τους, τα φαντάσματα τα πίνουν στη διαδρομή. Αυτή είναι η επαρκής τροφή που τους επιτρέπει να πολλαπλασιάζονται τόσο πολύ.
Οι άνθρωποι το διαισθάνονται αυτό και παλεύουν εναντίον τους. Προκειμένου να εξαλείψουν το περισσότερο δυνατό από τη δύναμη των φαντασμάτων και να πετύχουν μια φυσική συνεύρεση, μια ψυχική ηρεμία, επινόησαν τα τραίνα, τα αυτοκίνητα, τα αεροπλάνα - αλλά τίποτα δεν βοηθάει πλέον: Αυτά τελικά είναι απλές εφευρέσεις τη στιγμή πριν από τη συντριβή. Η αντίπαλη πλευρά είναι πιο ήρεμη και πιο δυνατή. Μετά το ταχυδρομικό σύστημα, τα φαντάσματα επινόησαν τον τηλέγραφο, το τηλέφωνο, τον ασύρματο. Δεν θα πεινάσουν αλλά εμείς θα πεθάνουμε".