Τις επιστολές του Kafka δεν τις διάβασα σαν αυτόνομο κείμενο από την αρχή ως το τέλος. Τις χρησιμοποίησα για να κατανοήσω τα διηγήματά του και να καταλάβω πώς και τι σκεφτόταν την εποχή που τα έγραφε. Με βοήθησαν να σχηματίσω μια εικόνα για τον τρόπο που έβλεπε ο ίδιος τον εαυτό του, ως καλλιτέχνη, και τις βασικές ιδέες πίσω από το έργο του. Δεν περιέχονται οι απαντήσεις των παραληπτών, μακάρι να υπήρχαν, δεδομένων των συνθηκών κάτω από τις οποίες διασώθηκαν τα κείμενά του, είναι θαύμα που διατηρήθηκαν έστω και έτσι, σαν θραύσματα μιας ζωής, οι σκέψεις του. Τώρα, καθώς τελειώνει το αδικιωρισμένο 2020 θέλω να περάσω εδώ μερικές από τις σημειώσεις που είχα κρατήσει στην αρχή της χρονιάς. Θα κάνω το ίδιο και για τις επιστολές προς την Felice, την αρραβωνιαστικιά του και την Ottla, την αδερφή του που σώζονται σε ξεχωριστές εκδόσεις.
Η αγωνία του τυφλοπόντικα.
Από πολύ νωρίς, ο Kafka είχε την επίγνωση πως κάτι τον βαραίνει. Δεν έχω καταλάβει τι ακριβώς, φόβος, αγωνία, μελαγχολία, κάτι που τραβάει τους ανθρώπους κάτω από την επιφάνεια της γης, κάτι που τους ωθεί να βουλιάξουν μέσα στα νερά ενός ποταμού ίσως. Στην επιστολή της 28ης Αυγούστου 1904, προς τον φίλο του, τον Max Brod, υπάρχουν ερμηνευτικά κλειδιά που διαφωτίζουν τόσο το πρώιμο έργο του με τίτλο Beschreibung eines Kampfes (Περιγραφή μιας πάλης), από αυτήν την επιστολή αντιγράφει τη σκηνή της ομιλίας στο μπαλκόνι, καθώς και το υστερότερο με τίτλο Der Bau (Το κτίσμα/ Λαγούμι) στο σημείο (της επιστολής) που αναφέρεται σε μια συνάντηση με έναν τρομαγμένο τυφλοπόντικα:
Σκάβουμε μέσα μας, σαν τυφλοπόντικες και αναδυόμαστε μαυρισμένοι και αναμαλλιασμένοι από τις υπόγειες αμμουδερές μας κρύπτες με τα αξιολύπητα κόκκινα ποδαράκια μας απλωμένα για λίγη συμπόνια. Σε έναν περίπατο το σκυλί μου συνάντησε έναν τυφλοπόντικα που προσπαθούσε να διασχίσει το δρόμο. Το σκυλί πηδούσε κατά πάνω του κι ύστερα πισωγύριζε γιατί είναι ακόμα μικρό και φοβητσιάρικο. Στην αρχή μου φάνηκε διασκεδαστικό και απολάμβανα να βλέπω την ταραχή του τυφλοπόντικα. Προσπαθούσε απεγνωσμένα και μάταια να βρει μια τρύπα μέσα στο σκληρό έδαφος. Αλλά ξαφνικά, όταν το σκυλί επιτέθηκε ξανά και τον ακούμπησε με την πατούσα του, άρχισε να φωνάζει. Κς κς, φώναξε. Και τότε ένιωσα -όχι, δεν ένιωσα τίποτα. Μου φάνηκε μόνο πως ένιωσα, γιατί εκείνη τη μέρα το κεφάλι μου άρχισε να γέρνει προς τα κάτω και ως το βράδυ διαπίστωσα έκπληκτος πως το σαγόνι μου είχε βυθιστεί μέσα στο στήθος μου. Αλλά την επόμενη ημέρα κρατούσα ξανά ψηλά το κεφάλι μου, ωραία και καλά [...]
Μια άλλη μέρα, όταν άνοιξα τα μάτια μου έπειτα από έναν σύντομο απογευματινό ύπνο, χωρίς ακόμα να είμαι ακόμα σίγουρος για το αν ζω, άκουσα τη μητέρα μου να μιλάει από το μπαλκόνι και η φωνή της είχε μια απολύτως φυσική χροιά: "Τι κάνεις;" Μια γυναίκα της απάντησε από τον κήπο: "Πίνω το τσάι μου στον κήπο". Θαύμασα την παλικαρίσια τεχνική του ζην που διαθέτουν κάποιοι άνθρωποι.
Το γέλιο και ο Πύργος της Βαβέλ.
Στην καρτ ποστάλ που στέλνει στον Max Brod 29 Αυγούστου 1913, ο Kafka απολογείται για το παράξενο γέλιο του:
Σκέφτηκα πως πρέπει να σου έδωσα την εντύπωση ενός απαίσιου ανθρώπου εξαιτίας του τρόπου που γελούσα την ώρα που αποχωριζόμασταν. Την ίδια στιγμή ήξερα, όπως ξέρω και τώρα, πως μαζί σου δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Ωστόσο πρέπει να πω, περισσότερο για μένα κι όχι για σένα, πως ό,τι παρουσίασα εχθές, και ό,τι μόνο εσύ, η F. (σσ. Felice Bauer η αρραβωνιαστικιά του) και η Ottla (σσ. η αδερφή του) γνωρίζετε γι' αυτό το θέμα (αν και ακόμα και με εσάς θα έπρεπε να το έχω καταπνίξει) είναι μόνο ό,τι συμβαίνει σε έναν από τους ορόφους του εσωτερικού Πύργο της Βαβέλ μου, και όλα όσα υπάρχουν πάνω και κάτω από αυτόν, βρίσκονται πέρα από την αντιληπτική ικανότητα του λαού της Βαβέλ.
Φυματίωση.
Ο Kafka ήταν πάντα αδύναμος και φιλάσθενος. Ωστόσο φαίνεται πως, ό,τι κι αν ήταν αυτό που τον έφθειρε και τον εξαντλούσε, δεν είχε κάποιο όνομα, μέχρι τη στιγμή, στα 1917, οπότε και διαγνώστηκε με φυματίωση. Η ασθένεια αυτή αποτέλεσε τον επίλογο στην εύθραυστη σχέση του με την αρραβωνιαστικιά του, την Felice και του έδωσα μια αιτία, μια εξήγηση και συνάμα μια απόδειξη πως όντως υπέφερε από κάτι που δεν ανήκε στην σφαίρα της φαντασίας του.
Από επιστολές προς τον εκδότη του Kurt Wolff και τον Max Brod 4 και 5 Σεπτεμβρίου 1917:
Η ασθένεια την οποία για χρόνια επέφεραν οι πονοκέφαλοι και η αϋπνία, ξέσπασε στα ξαφνικά. Είναι σχεδόν μια ανακούφιση. Θα πάω στην εξοχή για κάμποσο διάστημα ή πιο σωστά πρέπει να πάω.
Θυμάσαι το ανοιχτό τραύμα στον "Αγροτικό γιατρό"; Σήμερα έλαβα κάποια γράμματα από τη F., ήσυχο, φιλικό, χωρίς επικρίσεις, έτσι ακριβώς όπως τη βλέπω στα πιο υψηλά μου όνειρα. Τώρα είναι δύσκολο να της απαντήσω.
Την εποχή αυτή, ετοιμάζεται να εκδώσει μια συλλογή διηγημάτων μέσα στην οποία περιλαμβάνεται ο Αγροτικός γιατρός και η φυματίωση - πληγή - οριστικός χωρισμός με την Felice γίνονται ένα. Η Rosa στο συγκεκριμένο διήγημα είναι η υπηρέτρια και αγαπημένη του αγροτικού γιατρού και το σύμβολό της είναι μια πληγή: eine handtellergroße Wunde aufgetan. Rosa, in vielen Schattierungen (μια ανοιχτή πληγή σε σχήμα παλάμης, ροδαλή σε διάφορες αποχρώσεις).
Κι όπως λέει ο ασθενής που γίνεται το αντικαθρέφτισμα (μια μετενσάρκωση) του γιατρού:
μια όμορφη πληγή είναι όλα όσα κατάφερα να φέρω στον κόσμο. Αυτή ήταν η μοναδική μου προσφορά
Στα δε ημερολόγιά του την ίδια ακριβώς εποχή (15 Σεπτεμβρίου 1917) καταγράφει:
Έχεις τη δυνατότητα, στο βαθμό που υπάρχει κατ' αρχάς αυτή η δυνατότητα, να κάνεις μια αρχή. Μην την σπαταλάς. Δεν θα μπορέσεις να αποφύγεις τη βρωμιά (σσ: σαν τα σκουλήκια της πληγής στο διήγημα) που βγαίνει κι επιπλέει από πάνω σου αν θέλεις να διεισδύσεις. Όμως μην κυλιέσαι μέσα της. Αν η πληγή των πνευμόνων σου δεν είναι παρά ένα σύμβολο, όπως ισχυρίζεσαι, που η μόλυνσή της λέγεται Φ. και το βάθος της δικαίωση, αν είναι έτσι, τότε και οι ιατρικές συμβουλές (φως, αέρας, ήλιος, ησυχία) είναι συμβολικές. Άγγιξέ το αυτό το σύμβολο.
Είναι αυτό ακριβώς που γράφει στον Oskar Baum από το Meran, τον Ιούνιο του 1920:
Η φυσική ασθένεια αποτελεί απλώς μια υπερεκχείλιση της πνευματικής ασθένειας.
Η εξορία, μη - τόπος, του αφομοιωμένου Εβραίου
από την επιστολή προς τον Max Brod, Matliary, Ιούνιος 1921:
Η ψυχανάλυση εστιάζει στο σύμπλεγμα του πατέρα και πολλοί θεωρούν πως αυτή η ιδέα είναι γόνιμη πνευματικά. Σε αυτήν την περίπτωση προτιμώ μια άλλη εκδοχή η οποία δεν αφορά τον αθώο πατέρα αλλά την πατρική Εβραιοσύνη. Οι περισσότεροι από τους νεαρούς Εβραίους που άρχισαν να γράφουν στα Γερμανικά ήθελαν να αφήσουν την Εβραιοσύνη πίσω τους, και οι πατεράδες τους το ενέκριναν αυτό, αλλά αόριστα (αυτή η αοριστία ήταν ακριβώς εκείνο που τους εξόργιζε). Μα με τα πίσω πόδια τους βρίσκονταν ακόμα κολλημένοι στην Εβραιοσύνη των πατεράδων τους και με τα κινούμενα μπροστινά τους πόδια δεν έβρισκαν νέο έδαφος.
Η επακόλουθη απελπισία έγινε η έμπνευσή τους. Μια έμπνευση τόσο έντιμη όσο και οποιαδήποτε άλλη, η οποία, ωστόσο, με μια προσεκτικότερη εξέταση φαίνεται πως έχει ορισμένες θλιβερές ιδιοτυπίες. Πρώτα από όλα το προϊόν της απελπισίας τους δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως Γερμανική Λογοτεχνία, παρ' όλο που εξωτερικά έμοιαζε να είναι. Ζούσαν ανάμεσα σε τρεις απιθανότητες, τις οποίες θα μπορούσα να χαρακτηρίσω ως γλωσσικές αδυνατότητες. Είναι απλούστερο να τις χαρακτηρίσουμε έτσι. Αλλά θα μπορούσαμε να τις ονομάσουμε και διαφορετικά.
Αυτές είναι οι εξής: Η αδυνατότητα του να μη γράφουν, η αδυνατότητα του να γράφουν στα Γερμανικά, η αδυνατότητα του να βρουν έναν διαφορετικό τρόπο γραφής. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και μία τέταρτη, την αδυνατότητα της γραφής (επειδή η απελπισία δεν μπορούσε να ανακουφιστεί μέσω της γραφής, ήταν εχθρική τόσο ως προς τη ζωή όσο και ως προς τη γραφή. Η γραφή είναι μόνο ένα μέσο, όπως για κάποιον που γράφει τη διαθήκη του λίγο πριν να αυτοκτονήσει δι' απαγχονισμού - ένα μέσο που μπορεί να κρατήσει για μια ολάκερη ζωή).
Έτσι το αποτέλεσμα ήταν μια λογοτεχνία απίθανη από κάθε άποψη, μια τσιγγάνικη λογοτεχνία που έκλεψε το Γερμανικό παιδί από την κούνια του και το εκπαίδευσε με βιάση, καθώς κάποιος έπρεπε να χορέψει στο τεντωμένο σχοινί. (Αλλά δεν ήταν καν ένα Γερμανικό παιδί, δεν ήταν τίποτα, οι άνθρωποι έλεγαν πως ήταν απλώς κάποιος που χόρευε)".
Τα χαρτάκια.
Στο τέλος, μετά τις επιστολές σώζονται τα χαρτάκια πάνω στα οποία έγραφε στα 1924, τους τελευταίους μήνες πριν πεθάνει στο σανατόριο, καθώς η φυματίωση είχε προσβάλει τον λάρυγγα και δεν μπορούσε να μιλήσει, όπως επίσης δεν μπορούσε να καταπιεί την απαραίτητη ποσότητα τροφής την οπ��ία χρειαζόταν ο οργανισμός του για να επιβιώσει. Κι όμως παρά τον εξουθενωτικό πόνο, νοιάζεται για τα λουλούδια του και είναι αυτή ακριβώς η ευαισθησία και η καλοσύνη, η αγάπη για τα ζωντανά πλάσματα που πολλές φορές δεν φαίνεται μέσα στο έργο του και της οποίας μάρτυρες είναι αυτά τα χειρόγραφα σημειώματα:
Θα ήθελα ιδιαίτερα να φροντίσω τις παιώνιες γιατί είναι τόσο εύθραυστες. Και μετακίνησε τις πασχαλιές στον ήλιο.
Έχεις ένα λεπτό; Αν ναι, σε παρακαλώ ψέκασε ελαφρά τις παιώνιες.
Παρακαλώ φρόντισε ώστε οι παιώνιες να μην ακουμπούν στον πάτο του βάζου. Γι' αυτό πρέπει να φυλάσσονται σε γυάλα.
Ένα πουλί ήταν στο δωμάτιο.