Ο Βολταίρος, όπως και ο Σαντ επέλεξαν – χωρίς να είναι οι μόνοι βέβαια, ακόμη κι ο Σαρτρ, ή ο Καμύ το έκαναν – να μετατρέψουν τη φιλοσοφική θεώρηση τους σε παραβολές. Γενικά, αρκετά εύκολα αναγνωρίσιμες, που ήταν μάλλον και ένα απ’ τα ζητούμενα, ακριβώς επειδή η Φιλοσοφία ξεκινώντας απ’ το θεϊκό Αριστοτέλη και φτάνοντας ως τις μέρες μας, δεν είναι παρά η απόρροια στοχασμών που αφορούν τη ζωή. Επίσης, καθένας απ’ αυτούς που ανέφερα και άλλους που δεν ανέφερα, είχαν μόνο ένα αντικείμενο και αυτό ήταν η δική τους θέση – στάση.
Υπήρξαν και άλλοι όμως, που πήραν αυτή τη γνώση εν συνόλω, τη στοχάστηκαν, τη μετέτρεψαν σε πράξη, έστω κι αν αυτή ήταν μόνο μια άσκηση, μία σπουδή και μια μετάφραση στην πρακτική ζωή και έφτιαξαν όχι πλέον τις δικές τους παραβολές. Αλλά ψηφιδωτά που από πολύ μακριά μοιάζουν με μια εικόνα, μια ιστορία, όσο όμως πλησιάζεις βλέπεις πως υπάρχουν διακριτά σημεία. Μια τέτοια ιστορία συναντάμε κι εδώ στο Μπροχ. Επί του παρόντος κινδυνολογεί, προφητεύει, υποψιάζεται που θα οδηγήσουν όλα αυτά, όλη αυτή η φιλοσοφία, που συχνά έχει μεταλαμπαδευτεί με ακραίους λαϊκίστικους τρόπους ( όποιος έχει διαβάσει τον Επαναστατημένο Άνθρωπο, ή γνωρίζει βιογραφικά τον τρόπο που χρησιμοποίησε αρχικά η αδερφή του Νίτσε και ο άντρας της, το έργο του, μπορεί να καταλάβει ευκολότερα τι ακριβώς εννοώ ) και συνθέτει μια ιστορία, όπου στο πρώτο της άκρο βρίσκεται… τι βρίσκεται;
Ο ρομαντισμός άραγε, ή όλος ο γερμανικός υλισμός και ιδεαλισμός; Ο τοπικός προσδιορισμός βέβαια, δεν βγάζει εκτός του Πύρρωνα ή το Σέλινγκ, ή ακόμη και τον Κόλλεριτζ. Η ενότητα της φιλοσοφίας και η μεγάλη της δύναμη είναι αυτή ακριβώς: η συνέχεια της από στοχαστή σε στοχαστή, ανεξάρτητα του από πού ήταν ο καθένας. Ίσως κάποιοι θα εξαιρούσαν απ’ αυτό το Στίρνερ, ή τον Κροπότκιν, ή ακόμη και τον Κόμη Καλλέργη, αλλά στην πραγματικότητα ακόμη κι αυτοί αποτελούν μέρος του συνεχούς της Φιλοσοφίας. Παρότι βέβαια πλατειάζω και ουδεμία σχέση έχουν με αυτό το βιβλίο. Και βέβαια όλα όσα ακολουθούν δεν αποτελούν κριτική, είναι μόνο οι σκέψεις μου και αναλαμβάνω την ευθύνη ότι μπορεί να είναι βλακώδη κατασκευάσματα του νου, επειδή μερικές φορές φτάνω μέχρι εκεί που μπορώ να δω, ή βλέπω αυτό που επιθυμώ. Θα ξαναγράψω όμως, όπως έγραψα και στα updates, ότι ίσως να μπορώ να κάνω κάποιες αντιστοιχίσεις ως ερασιτέχνης αναγνώστης φιλοσοφίας, αλλά κι αν δε μπορεί κάποιος να τις κάνει, δεν τρέχει μία στα γύφτικα. Ο Μπροχ και πάλι θα τον φιλέψει.
Λένε πως σε αυτό τον τόμο ο Μπροχ μιμείται τον ημι – έμμεσο περιγραφικό τρόπο γραφής / συμμετοχής των συγγραφέων του 19ου αιώνα. Ούτε αυτό είδα, ούτε τα περισσότερα απ’ όσα γράφουν τόσο ο Μωρίς Μπλανσό, όσο και ο Κούντερα. Ενώ μου άρεσε πάρα πολύ ο τρόπος παρουσίας του προλογικού σημειώματος. Ξεκινάει με την εισαγωγή του Μπλανσώ και στα περιθώρια υπάρχουν οι σκέψεις του μεταφραστή, τόσο για το Μπροχ και τους Υπνοβάτες, όσο και για το κείμενο του Μπλανσώ, μαζί με παραθέματα κυρίως απ’ τον Κούντερα. Τείνω πιο πολύ να συμφωνήσω μαζί του και κυρίως στο ότι ο συγγραφέας δε συγχωνεύεται με ρεύμα ή ύφος μιας εποχής, διατηρεί το δικό του. Για δεύτερη φορά μετά το Λισιέν Λεβέν και για τρίτη μετά τη Φεγγαρόπετρα, η γενική επιμέλεια της Μέδουσας κλέβει την παράσταση. Το μόνο ίσως σχόλιο του Μπλανσώ που για ‘μενα αποδίδει την ουσία είναι αυτό: << Είναι η στιγμή του θεμελιώδους κακού, γιατί η καθαρή λογική όταν αποκτά αυτονομία, είναι πιο κακή και από το ανορθολογικό: εισάγει την ίδια της την τάση προς διάλυση, και τα πάντα διαχέονται σε μια θολή αφαίρεση, όπου δεν υπάρχει πλέον κανένα κέντρο αξιών και ο άνθρωπος, παραδομένος στο δίχως νόημα παιχνίδι των αδιάλλακτων συμβάσεων, περιπλανιέται ανάμεσα στα φαντάσματα της λογικής, που δεν παύει να τα θεωρεί ανώτερες βεβαιότητες. Και τότε μεταμορφώνεται σε ένα εκμηδενισμένο άτομο, ένα άτομο μεταφυσικά αποκλεισμένο και υλικά αποκληρωμένο, σε έναν υπνοβάτη που παραπαίει στο όνειρο του κι όταν το όνειρο τον απορρίπτει, τότε βρίσκεται εξόριστος στο άγχος της νύχτας από το οποίο δε μπορεί να ξυπνήσει, χωρίς όμως και να μπορεί να κοιμηθεί >>.
Υπάρχουν πραγματικά χυδαίοι άνθρωποι, σε μόνιμο ερεθισμό που θα έλεγε και ο Μπέρνχαρτ. Όταν διάβαζα για την εντύπωση που έκανε στο Γιόαχιμ η κρεββατοκάμαρα της βαρώνης και πολύ αργότερα τις σελίδες 222 – 229, ένιωσα τρόμο και πόνο στη σκέψη ν’ αγγίξουν τα ηλίθια κακοπροαίρετα μυαλά, αυτοί οι χοντροκόποι, τις σκηνές τούτες, να τις μολύνουν. Μακάρι να μη διαβαστεί ποτέ από τέτοιους ανθρώπους, όχι γιατί λέγεται κάτι σημαντικό, έξω απ’ το πλαίσιο τους δεν υπάρχει τίποτα το σπουδαίο ή το καλολογικό, αλλά γιατί κομμένο σαν μια εντύπωση της άκρης, θα θύμιζε πολύ τις φτήνιες που διαβάζουν και νομίζουν πως διαβάζουν πεζογραφία. Μα δε γαληνεύουν ποτέ μ’ όσα διαβάζουν, δεν νιώθουν την πλήρωση, δε μπορούν να μεταστοιχειωθούν οι σκέψεις των συγγραφέων τους σε τίποτα. Μόνο εξεγείρονται, βανδαλίζουν, γιατί βανδαλίζονται και φτύνουν όπου βρουν.
Συναισθηματική απάθεια, πνευματική ένδεια και ανία και η ανάγκη ανανέωσης μέσω αντικειμένων και ανθρώπων ως αντικείμενα, με φόβο για να μην υπάρξει επανένωση ή γνωριμία με το έσω, εκείνο που πραγματικά οδηγεί στην πνευματική ανάπλαση και την έξοδο στον κόσμο. Παραφορά συναισθημάτων χωρίς αιτία επιφανειακή, μόνον εκείνη που θέλει σκάψιμο κι έτσι μένει θαμμένη, τύφλωση σε στερεότυπες παραδοχές, περιχαράκωση σε αντικείμενα – δέρματα. Κεκλεισμένων των θυρών, σπίτια – δέρματα, στολές – δέρματα κι η Τέχνη αξεδιάλυτη απ’ τη μονοκύμαντη νεκρή φύση, στατικότητα. Τέχνη – αντικείμενο, γνώση – αντικείμενο, χέρι στο χέρι – αντικείμενο. Όλα αντικείμενα και το υποκείμενο για τον εαυτό του αντικείμενο, με την ιδιότητα του αντικειμένου, να το στολίζεις, να το μεταφέρεις, να το αποθηκεύεις, να το περιφέρεις και μέσα σε όλα, μαζί με όλα κι οι επισκέπτες – αντικείμενα. Κι έπειτα σ’ ένα έρημο χωράφι, σε άδειο σαλόνι, σε ένα σταθμό, έρχεται και δε μπορείς να κάνεις τίποτα για να την αποφύγεις: η αδυσώπητη σιωπή – υποκείμενο.
Στην πολυτέλεια του να έχεις πάντοτε δραστηριότητες – αντικείμενα, ανθρώπους – αντικείμενα, δορυφόρους – αντικείμενα, σε μια αέναη φαινομενολογία – αντικείμενο, βαφτισμένη εμπειρία, μεταγλωττισμένη ζωή, χαρά, ποτέ δεν έμαθες ν’ ακούς το μουρμουρητό κάτω απ’ όλα και γύρω τους, να ψηλαφίζεις τη φωνή του εαυτού – υποκείμενο και μόνος είναι αβάσταχτο να αντέξεις τη σιωπή. Θα σκοτώσεις, θα σκοτωθείς, θα γίνεις ικανός για το ολοκληρωτικό κακό, αν πρόκειται μέσα σ’ αυτό να πάψει η σιωπή, να ανακληθεί, να μετατραπεί σε σιωπή – αντικείμενο, σιωπή – παραβάν. Αν όχι, κοντά η μέρα που θα αυτοπυροβοληθείς, ή θα κατασπαράξεις, που θα χαράξεις τα μπράτσα σου, αρκεί να μπορέσεις ξανά να ακούς. Γιατί τι άλλο είναι ο Ρομαντισμός αν όχι η αντίσταση στην ηρεμία, στον τρόπο που την επικαλέστηκε ως δική του και τη μίανε ο Ορθολογισμός;
Τι αντιπροσωπεύει ο νεαρός Γιόαχιμ με τις άτακτες σκέψεις και την άρνηση τους αν όχι τον άγγελο του Ρομαντισμού που παλεύει να βρει το φως; Και τι είναι τελικά η πρόσκληση στον ιερωμένο σ’ ένα παιχνίδι έλξης – απώθησης του πατέρα; Ας θυμηθούμε τη θρησκευτική αμπελοφιλοσοφία του Χέγκελ και τη συγκρότηση του Σοπενάουερ, ακόμη και τη δριμύτητα του Νίτσε. Υπάρχει γνώση; Υπάρχει βούληση; Υπάρχει υποκειμενισμός; Τι είναι όλοι αυτοί που στέκονται μπροστά μου; Είναι αντικείμενα μου; Είναι παραστάσεις μου; Εγώ τι είμαι για τους άλλους; Κάλπικες κι ασήμαντες μοιάζουν οι τιμές και τ’ αξιώματα… που να βρει κουράγιο ο έρημος πατέρας μονολογώντας για την τιμή που τον σκεβρώνει; Πόσο κοντινός είναι ο γιος που λείπει και στέλνει γράμματα; Πόσο μακρινός ο γιος που ήρθε κι αποκαθιστά τη σιωπή και την απουσία στο τραπέζι; Τα πάντα είναι πόλεμος και πόλεμος θα έρθει, γιατί η σιωπή είναι δυσβάσταχτη. Η σιωπή. Η σιωπή . . . υποκείμενο!
Οι άνθρωποι χωρίζονται σε δυο μεγάλες κατηγορίες: αυτούς που σκέφτονται κι εκείνους που δε σκέφτονται. Αυτοί που δε σκέφτονται χωρίζονται σε δυο άλλες κατηγορίες: εκείνους που το σπέρμα σκέψης δε θα γονιμοποιηθεί, μπορεί να γίνει λίκνο ή να ξεχαστεί κι αυτούς που αναμένουν χωρίς κι οι ίδιοι να το ξέρουν, το έναυσμα, τον καταλύτη, για να συντρίψουν μετά μόνοι κάθετί ως τώρα γνωστό τους και πεπερασμένο. Μα τι μπορούμε να κάνουμε για την πρώτη κατηγορία που αγιοποιεί, ή εφευρίσκει ψυχαναγκασμούς και μένει ασάλευτη, ώσπου σαν άλλα γαστρικά υγρά, αυτά της λήθης να καταπιούν τον ξενιστή; Να γκρεμίσουμε το λίκνο, να διακόψουμε την πέψη, να εμβολίσουμε. Κομψά, χωρίς φαινομενικές ατέλειες και κούφια. Προτιμότερο να τους αφήσουμε με τα συντρίμμια, παρά με ένα είδωλο για το οποίο μπορούν να νιώσουν μόνο εκείνο το πάθος, προς τις ‘’σέλες’’ που μοιάζουν να γεφυρώνουν τις ασυνέχειες, άρα και να τις νομιμοποιούν. Καλύτερα να μην έχει κανέναν ορίζοντα, αν βρίσκεται χαμηλότερα απ’ αυτόν που του τέθηκε. Χίλιες φορές το σοκ της διάλυσης, παρά η άγνοια κι ο φανατισμός. Και όλοι μα όλοι στην πραγματικότητα είμαστε διαρκώς έτοιμοι να αγιοποιήσουμε κάτι, ή κάποιους. Όλοι εν δυνάμει σκεφτόμαστε και για κάτι άλλο δε θέλουμε να σκεφτούμε, λέμε πως δε μπορούμε, πως δε μας ενδιαφέρει κι αγιοποιούμε το άφατα ωραίο, ή γυαλιστερό γιατί τράβηξε τη σκέψη μας όπως το κόκκινο αυτοκίνητο το μάτι, ή ακόμη ξαπλώνουμε στην πρώτη νίκη που μας δίνει, εμπιστευόμαστε, αναπαυόμαστε και ο καιρός περνάει και διαρκώς είμαστε αμέτοχοι και όμως δυσκίνητοι, ανίκανοι να δούμε μια άλλη επιλογή, σαν εκείνους που μάθανε μια ζωή να εμπιστεύονται εμπόρους που τους κλέβουν, αλλά που παρόλ’ αυτά είναι αξιόπιστοι κι αρνούνται να δουν λίγο παραπέρα, λέμε γι’ αυτούς πως τους άρπαξε η δυσπραγία της ηλικίας, η φαινομενική δυσπραγία της, η άγια ηλικία.
Διαρκώς, έχω μια ακατανίκητη εντύπωση πως η ατμόσφαιρα του έργου ( όχι το ύφος, όχι η γραφή, ας μη γίνει παρερμηνεία σ’ αυτό ) έχει τη λεπταίσθητη κι όμως αργή και βαριά ατμόσφαιρα ροής των Εκλεκτικών Συγγενειών και την ίδια στιγμή πως το σπίτι του Γιόαχιμ στο Βερολίνο, δεν είναι άλλο απ’ το σπίτι του Ρασκόλνικωφ.
Σ’ ένα ξέφρενο κυνήγι της αχαρτογράφητης αταξίας, ο Γιόαχιμ ακολουθεί πρόσωπα και βλέπει πρόσωπα μέσα σε άλλα πρόσωπα, τοπία μέσα σε πρόσωπα, σα να αποδίδει ιδιότητες μ’ ένα τρόπο που θυμίζει τις πρώτες ψηλαφίσεις στον κόσμο του Αριστοτέλη, ή πολύ περισσότερο το παγκόσμια μεγάλο ερώτημα: ύλη ή πνεύμα. Σαφώς, ο τίτλος προϋποθέτει το Ρομαντισμό, αλλά τίποτα δεν αναιρεί την παρουσία του Υλισμού και του Ιδεαλισμού. Κι εδώ έρχεται το μεγάλο σύνθετο πρόβλημα: Πόσο ασφαλής είναι ο Υλισμός ή ο Ορθολογισμός κι αντίστοιχα ο Ιδεαλισμός και ο Ρομαντισμός σε οποιοδήποτε άνθρωπο αρνείται να σκεφτεί μόνος του, που ακόμα και η μουσική τον μπλοκάρει, όσο κι αν του θέταμε την ερώτηση, αν τα πάντα είναι ιδέα Μου, ή αν Εγώ είμαι ιδέα Μου;
Ο πατέρας του Γιόαχιμ γυρνά και γυρνά στα ίδια και νοσεί, ο Γιόαχιμ φεύγει για να μην προσβληθεί και βυθίζεται στην απάθεια και στον εύκολο έρωτα. Ίσως να είναι βλακώδες, αλλά την ίδια στιγμή που όλα κραυγάζουν πάνω στο Μπέρτραντ, το πνεύμα του Σοπενάουερ, μου έρχεται στο νου μια βιογραφική ιστορία. Στο ξέσπασμα της χολέρας, ο Χέγκελ και ο Σοπενάουερ έφυγαν απ’ το Βερολίνο. Ο Χέγκελ επέστρεψε, προσβλήθηκε και πέθανε, ο Σοπενάουερ έζησε για πάντα στη Φρανκφούρτη και βυθίστηκε σε μια έστω φαινοτυπικά μονοσήμαντη λειτουργική ζωή. Παρότι οι στάσεις – θέσεις, ή ακόμη και οι αντί – στάσεις και αντί – θέσεις, του Μπέρτραντ ειδικά εκεί που μιλάει για το πάθος – αντιξοότητα, μας φέρνουν στο νου σε ένα τριγωνικό σχήμα το Ρουσώ, το Σοπενάουερ και το Βολταίρο, εντούτοις αυτή η βιογραφική λεπτομέρεια που δεν υπάρχει περίπτωση να μη γνώριζε ο Μπροχ, ανακινεί κι άλλες σκέψεις. Εδώ ας πούμε, ο Γιόαχιμ σκέφτεται << ο έρωτας σημαίνει να μπορείς να ξεφεύγεις απ’ τον κόσμο σου, για να καταφύγεις στον κόσμο του άλλου και αυτός ήταν ο λόγος που παρόλη τη ζήλια και την ντροπή που ένιωθε, είχε εγκαταλείψει τη Ρουτσένα στον κόσμο της, έτσι που εκείνη να μπορεί πάντα και ξανά και τόσο γλυκά να καταφεύγει στον ίδιο >> πυροδοτεί κι άλλες σκέψεις, σχετικά με τα πρόσωπα που χρησιμοποιεί και τα ρεύματα που ντύνεται ο συγγραφέας, προσπαθώντας να παραστήσει την εποχή που προηγήθηκε του ίδιου, όσο πιστότερα μπορεί και να αποδείξει, αυτά που φαίνονταν ίσως τόσο παράλογα, για το κύμα που φούσκωνε στον κόσμο.
Για να γυρίσω όμως λίγο στο Μπέρτραντ, ίσως το μεγαλειώδες σημείο βρίσκεται στην άρνηση του. Δημιουργεί την ικανή και αναγκαία συνθήκη της αντιξοότητας. Εκείνη που θα αναδείξει την αλήθεια απ’ το ψέμα, σε μια διαδρομή που αναπόφευκτα, θα ήταν ένα πολύ δύσκολο ταξίδι. Και σ’ αυτό ειδικά το σημείο ο Μπροχ συναντάει τον Καμύ: όχι πια στο οι Γερμανοί προκαλούν τον ερεθισμό τους, συλλέγοντας ό,τι τους βγάζει εκτός εαυτού για να έχουν κίνητρα να δρουν, αλλά στο Όλοι και αυτή είναι η ειδοποιός διάκριση. Κι εδώ πρέπει κανείς να αναρωτηθεί, στο σπουδαίο έργο του Καμύ, τον Επαναστατημένο Άνθρωπο, όπως άλλωστε και στο Μύθο του Σίσυφου, αναγνωρίζονται κάποιοι σπουδαίοι και παγκόσμιοι λόγιοι και λογοτέχνες, όχι όμως και ο Μπροχ, την ίδια στιγμή που υποδεέστερα εγχώρια ονόματα μοιάζουν να διαδραματίζουν για τον Καμύ την πραγματική σκηνή των εξισορροπιστών, τους ιππότες. Και ναι είναι σπουδαίο έργο ο Επαναστατημένος Άνθρωπος, αλλά ποτέ δεν συγχώρεσα στο συγγραφέα του την εθνική πεποίθηση για το ρόλο της γαλλικής τέχνης και της ποιότητας της, δε διαφέρει απ’ την τόσο συχνή δική μας προγονοπληξία. Αλλά εδώ ο Μπροχ απ’ το παρελθόν τον συναντάει στα μέσα της διαδρομής. Και όποιος πει ότι οι Γερμανοί δεν υπέφεραν προ πολέμου και μετά πολέμου, είτε εμπλεκόμενοι διεθνώς, είτε εμφυλίως ή βλάκας είναι, ή αστοιχείωτος και φανατικός.
Και κλείνοντας αυτό το μυθιστόρημα μοιάζει σαν μια προσπάθεια αποσαφήνισης των μεγάλων ρευμάτων που συντάραξαν τους ανθρώπους, που έγιναν ιδεολογίες και γαλούχησαν νοοτροπίες, μέσα από αλλεπάλληλες συγκρουσιακής φοράς ιστορίες κι αποστροφές μεταξύ τους, έτσι που να μοιάζουν να συγκεράζονται και να ανατινάζονται διαρκώς και τελικά αντί να μένουν συντρίμμια, ή να δημιουργούν ασυνέχειες, συμπλέκονται. Και προκαλούν, τι προκαλούν; Προκαλούν αυτή τη διαρκή στάση που διέκρινε ο Βαλερύ πως η ειρήνη δεν είναι παρά μια στιγμή γαλήνης σε ένα διαρκή πόλεμο. Δεν υπάρχει ειρήνη, όσο και αν πιστεύουμε συνεχώς πως ζούμε ειρηνικά. Η πώληση είναι πόλεμος, ο έρωτας είναι πόλεμος, η ειρήνη φέρεται ως νικήτρια σε όλους αυτούς τους ρεμβαστικούς συμβιβασμούς που λέμε καθημερινότητα και δεν είναι παρά ο κροκόδειλος που σε περνάει απέναντι, αλλά αν πεινάσει κατά τη διάρκεια της διαδρομής, την έβαψες. Υπάρχει λύση; Ναι υπάρχει, υπάρχουν. Η απώθηση. Η αντίσταση. Η σκέψη. Ακόμα και ο Μίσσιος όταν σου λέει χαμογέλα ρε τι σου ζητάνε, σου προσφέρει έναν τέτοιο τρόπο. Μα ας μη γελιόμαστε, τίποτα δεν είναι εύκολο και ειδικά να ταρακουνήσεις τον άλλο, συχνά δεν είναι πως δεν έχεις τη δύναμη, αλλά δε βρίσκεις το δικαίωμα και πιστεύεις διαρκώς σε μια ελπίδα που κοιμάται, χωρίς ακόμα να γεννήθηκε.