Το Συμβόλαιο Γάμου είναι ένα βιβλίο που πρέπει να παλέψεις μαζί του και κανένας δε θα σε αδικήσει, αν η ηλικία σου, τα βιώματα σου, η αντίληψη σου και δεν έχεις σκεφτεί προσωπικά ποτέ την ηθική και τη φύση του έρωτα, σε οδηγήσουν να το αφήσεις στην άκρη, θεωρώντας το πληκτικό, ακαταλαβίστικο, ξεπερασμένο. Μέχρι και προχτές το βράδυ με έφτασε στα όρια μου, αλλά τότε συνέβη αυτό: μια πρόσκληση για κρασί σ’ ένα φιλικό σπίτι, έκανα κεφάλι και επειδή ήμουν στα λυπημένα και τα ζορισμένα μου, το αλκοόλ έδρασε καταλυτικά, ώστε πηγαίνοντας σπίτι να μεμψιμοιρώ και να καταριέμαι. Έχω αρκετά βιβλία ανοιχτά και φτάνοντας στο σπίτι, έβαλα ρύζι να βράζει και ψιλομεθυσμένος είπα στον εαυτό μου και έγραψα με την ίδια ανακούφιση στο ημερολόγιο μου, πως ευτυχώς ανάμεσα στα βιβλία υπάρχει Μπαλζάκ. Καλός Μπαλζάκ, Κακός Μπαλζάκ, πάντως Μπαλζάκ. Ελάχιστοι είναι οι συγγραφείς που με έχουν κάνει να νιώσω τόσο ασφαλής και να με ζεσταίνουν οι σκέψεις τους, να μου μεταλαμβάνουν συναισθήματα. Τότε αποφάσισα να το παλέψω το βιβλίο, ό,τι και να γίνει. Το αποτέλεσμα είναι προϊόν κόπου, που ευτυχώς σε αυτή την περίπτωση δεν επιβαρύνθηκε περισσότερο απ’ τις συγκεκριμένες εκδόσεις που έχουν κερδίσει την απαξίωση μου. Λέγοντας δεν επιβάρυναν, αυτό δε σημαίνει πως το αποτέλεσμα ήταν καλό, ήταν αδιάφορο κι επειδή διαβάζω Μπαλζάκ καιρό, απ’ τους καλύτερους μεταφραστές και απ’ το πρωτότυπο επίσης, πιστεύω πως με μια άλλη επιμέλεια και μια πιο προσεγμένη μετάφραση, το βιβλίο δε θα απογειωνόταν, αλλά θα κατείχε καλύτερη θέση.
Το κύριο θέμα του βιβλίου και λέγοντας κύριο, εννοώ πως καταλαμβάνει αρκετές σελίδες στο άτυπο πρώτο μέρος, δηλαδή μέχρι και το γάμο, σχετίζεται με την επαγγελματική ηθική. Έχουμε τον παλιό συμβολαιογράφο, Ματιάς που πονάει τον πελάτη του και μια περιουσία που έχει φροντίσει σε όλη τη σταδιοδρομία του κι έχουμε απ’ την άλλη, το νεαρό, Σολονέ που είναι νέας κοπής επαγγελματίας και δε διαφέρει σε τίποτα απ’ όλους τους τωρινούς ελεύθερους επαγγελματίες που τουλάχιστον στη δική μου δουλειά, συναντώ καθημερινά, τους λεγόμενους πανταχού παρόντες, μέσω των υφισταμένων τους και που ο στόχος τους είναι καθαρά προσωπικός και κάθε δουλειά έχει σημασία, μόνο για το κέρδος και η προστασία του πελάτη, όπως και αυτή η σκέψη, ‘’να έκανα καλά τη δουλειά μου, είμαι υπερήφανος’’, η μεν πρώτη έχει σημασία μόνο φαινομενικά και παροδικά, η δεύτερη μόνο ως διαφήμιση. Το είδος του επαγγελματία που δεν πονάει τη δουλειά του, βρέθηκε σ’ αυτή, είναι ο τρόπος να βγάλει το ψωμί του, να συντηρήσει τα πάθη του και τίποτα περισσότερο. Θα σας αφηγηθώ ένα σύντομο μικρό περιστατικό: ένας απ’ τους μαρμαράδες που προτιμώ να συνεργάζομαι, έχει τις καλύτερες ποιότητες, σε ανταγωνιστικές τιμές και τις κατάλληλες γνωριμίες στο χώρο. Πρόσφατα, χρειάστηκε νε αλλαχτούν τα σοβατεπί σε μια οικοδομή, ύστερα από ανακαίνιση κι επειδή το εργοστάσιο στο οποίο είχαμε καταλήξει στο παρελθόν με τον αρχιτέκτονα, είχε σταματήσει την παραγωγή, βρήκα το ίδιο σοβατεπί, σε πλακάκι. Χρειαζόταν κοπή ακριβείας, διότι ήταν δευτεράτζα και κόβοντας το ο πλακάς τσάκιζε σε διάφορα σημεία. Μου σύστησαν τότε ένα μικρομαρμαρά τοπικό και πράγματι πήγα μαζί με τον πλακά, για να βολιδοσκοπήσω. Από ποιότητες ήταν μέτριος, από διάθεση ήταν εξυπηρετικότατος και κάπου στο βάθος του μαγαζιού του είχε φτιάξει ένα κτίριο με όλες τις λεπτομέρειες από μάρμαρο και βιτρώ. Αυτό λέγεται πάθος. Επίσης, όταν του τηλεφώνησα δυο μέρες μετά, για κάτι που χρειάστηκα, ήρθε επιτόπου στην οικοδομή και έδωσε λύσεις που δεν τον συνέφεραν. Αυτά λέγονται συνέπεια και ήθος. Σε κάθε επάγγελμα μπορείς να συναντήσεις το σωστό, ή το μάπα. Ο Σοπενάουερ, έλεγε συμπόνια και κατανόηση: να μπαίνεις στη θέση του άλλου ώστε να νιώθεις τι δε θα ήθελες να σου κάνουν και τι χείρα θα ήθελες να λάβεις αν ήσουν στη θέση του αλλουνού. Αυτό ισχύει και στα επαγγέλματα.
Έχουμε τρεις βασικούς χαρακτήρες: Ο Πωλ, είναι ένας νεαρός 28 χρονών που απ’ τις σπουδές του γυρίζει για να ζήσει με ένα πατέρα που τον τρομοκρατεί και τον κατσιάζει, χωρίς να του δίνει την παραμικρή τρυφερότητα και ελευθερία όσο ζει. Επίσης πρόκειται για ένα πλάσμα που δε βλέπει κακό στους άλλους, γιατί δε θέλει να δει, είναι περισσότερο αυτό, παρά ψυχικά αδύναμος. Και βέβαια είναι ένας μαλθακός κόμης, που ξέρει πως σαν πεθάνει ο πατέρας του, θα χαίρεται μια ζωή στα μαξιλάρια, δεν έχει τίποτα να κοπιάσει. Η κυρία Ευαγγελίστα, η μέλλουσα πεθερά είναι μια γυναίκα παθιασμένη, εκδικητική, συλλέγει παρατηρήσεις για τους ανθρώπους γύρω της ώστε μόλις τη θίξουν να μπορέσει να τους διαλύσει και που αποφασίζει να εκδικηθεί το γαμπρό της, όταν χάρη στο Ματιάς, στο συμφωνητικό που συντάσσεται, καταφέρνει να προφυλάξει τον πελάτη του και προσωποποιεί το μένος στο γαμπρό της και το σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή, ξεκινώντας να δίνει συμβουλές προ του γάμου, στην ανόητη και αβαθή κόρη της, Ναταλί που ως τότε δεν ξέρει τίποτα απ’ τη ζωή, αποκρύπτοντας της τους πραγματικούς λόγους και ουσιαστικά αφήνοντας να υποτεθεί ότι δίνει συμβουλές για ισότητα στο γάμο και για να μην αφήσει το πάθος να σβήσει διαμιάς, ενώ στην πραγματικότητα φροντίζει να κλειδωθεί η κόρη της σε πλατωνικά ερωτική αγαμία, πράγμα που την καθιστά αργότερα θύμα, ενός εραστή, που έχει αρκετό πάθος και ίντριγκα, ή που αν το προτιμάτε, βρίσκει πρόσφορο έδαφος, χάρη στην αντιξοότητα της υπάρχουσας δέσμευσης και του εξιταρίσματος απ’ το παράνομο. Όλα αυτά, δεν έχουν άλλο στόχο βέβαια απ’ το να θίξουν τα ήθη της Γαλλίας στη συγκεκριμένη περίοδο, την έκπτωση των αξιών. Αυτό διαφαίνεται αργότερα και μέσω της επιστολής του Ντε Μαρσέ που σκιαγραφεί τον τρόπο δράσης και τη στρατηγική που χρειάζεται να ακολουθηθεί στο δρόμο για την εξουσία.
Μα θίγεται ακόμη, η φύση του έρωτα, όχι για το πάθος του, αλλά για τα μειονεκτήματα του, με καθαρή ψυχρή ματιά. Τι είναι, τι δεν είναι, τι δίνει, τι δε δίνει και πως δεν εξαγοράζεται κι αυτό προκαλεί βαθιά λύπη στο συγγραφέα, διότι στον έρωτα δε μπορείς να μιλήσεις για αξιοκρατία. Ναι μπορούν τα υψηλά ιδανικά, η αρετή, το θάρρος, οι νίκες να εμπνεύσουν τον έρωτα, μα την ίδια στιγμή μπορεί να μην έχουν καμιά σημασία και να προτιμηθεί ένας ασήμαντος, ένας άσχετος, ένας δειλός, ή ένας φονιάς. Δεν εξηγείται; Όχι εξηγείται, αλλά κατά περίπτωση, εντρυφώντας στην ιδιαίτερη ψυχογραφία του ατόμου. Αυτό δε σημαίνει πως εγώ μπορώ να σε κάνω να ερωτευτείς εμένα, τηρώντας τις αναλογίες που συνάδουν με το χαρακτήρα και τα βιώματα σου, είναι πολύ περισσότερο σύνθετο, όχι όμως ακαταλαβίστικο. Από ‘κει και πέρα, υπάρχουν πολλά που ξεκινούν απ’ τον έρωτα και το κυριότερο αυτό που λέμε οικογένεια και εννοώ το ζευγάρι, ούτε γάμους, ούτε συμφωνητικά, εννοώ μόνο τη συμβίωση. Είναι άγχος και του συγγραφέα, πώς να διατηρηθεί το πάθος, όταν δυο άνθρωποι καταδικασμένοι να ζουν συνέχεια μαζί, δίνουν ο ένας στον άλλο την ολότητα του, θέλει, δεν θέλει, κάθε λεπτό. Είναι λεπτές οι ισορροπίες αυτές για τον οποιονδήποτε. Σε αυτό ας προσθέσουμε δυο ακόμη παράγοντες: τους γονείς κατ’ αρχήν κι εν συνεχεία τα περιουσιακά. Στη μεν πρώτη περίπτωση τον πωπώ σου κάτω να χτυπάς, ποτέ δε θα σε αποδεχτούν ολοκληρωτικά, πάντοτε θα υπάρχει ένα ερωτηματικό, ένα φύλαγμα, μια αμφιβολία. Το ίδιο ισχύει και για τους δικούς σου γονείς. Ακόμη λεπτότερες είναι οι ισορροπίες, όταν δε σε πάρουν με καλό μάτι. Ναι φυσικά και έχει σημασία το ήθος του γονιού κι η εμπιστοσύνη που έχει στην κρίση του παιδιού του, αλλά πάντα κάτι μένει, έτσι δεν είναι; Κάτι θα ξεφύγει και στις ψυχές που ζουν μαζί, ειδικά σαν αρχίζει η φθορά, χωρίς όμως ακόμα να έχει καταλάβει σημαντικό ποσοστό, ακόμη κι οι μικρότερες αμυχές κάνουν τρομερό κακό. Όσο για τα περιουσιακά, είναι ένας σίγουρος τρόπος, για να δηλητηριαστούν οι σχέσεις του ζευγαριού, με τους γονείς τους και μεταξύ τους.
Το βιβλίο είναι κουραστικό, υπάρχουν πολλά καλύτερα βιβλία να διαβάσεις, υπάρχουν βιβλία που τα ίδια πράγματα τα αναλύουν περισσότερο, πιο φρέσκα, ή που θα σου ταιριάξουν καλύτερα. Γιατί να διαβάσεις αυτό; Έχει κάτι ξεχωριστό που να το κάνει, ν’ αξίζει τον κόπο σου; Αυτό το κρίνεις εσύ, εγώ έκρινα για τον εαυτό μου, πως δε θα μου μείνουν πολλά απ’ το βιβλίο αυτό, δεν είναι σίγουρα το καλύτερο του συγγραφέα, όμως μου κράτησε παρέα και ήταν ανοιχτό στις συζητήσεις μας.