3,5
Οι κόσμοι του Απολλιναίρ, είναι κόσμοι λαγνείας, χυδαιότητας, τακτικισμών, ομορφιάς και κινήσεων που ξεφεύγουν από κάθε μέτρο, σε μια διαιωνισμένη στροφή, με άτακτα βαλμένες ρίμες, που φαίνονται να κυνηγούν η μια την άλλη, χωρίς καμιά συνέπεια. Κι όμως είναι συνεπής. Μαγεμένος απ’ το Νίτσε, παλεύει να τον ακολουθήσει, μα και να τον διώξει. Κυνηγά τον Αντιχριστιανό του, παλεύει μες στον κόσμο του Ζαρατούστρα του, ξεμπροστιάζει την αντινομία όπου τη συναντά, την εύρωστη πονηριά, τους κρυφούς υπαινιγμούς που μας αφήνουν ενεούς κι ας είναι κάλπικοι ουραγοί κάποιας τυφλής πίστης. Χρόνια μετά, θα έγραφε ο Βαλερύ, η ειρήνη είναι πόλεμος κι εδώ έχουμε την απόδειξη του κόσμου που Είναι και του κόσμου του Δεν Είναι. Νύχτες με βροχή ακολουθούνται από μέρες με βροχή, ώσπου κάποτε στερεύει το νερό.
Ο Φλωμπέρ έπαιζε με τα ύφη και τα ρεύματα, έβρισκε την ιστορία και την αντικατόπτριζε με ό,τι θα της ταίριζε. Ο Απολλιναίρ αρνείται στον εαυτό του, τη χαρά αυτού του παιχνιδιού. Η ιστορία πρέπει να ειπωθεί ως αποτέλεσμα όσων διαρκώς πρέπει να αποδεικνύονται, όσων οφείλουν ν’ αποκαλύπτονται, με τη συστηματικότητα που συνήθως κρύβονται, με την ίδια φοβερή τραχύτητα το μυθικό δίνει τη θέση του, στο καθημερινό. Στερούνται των υπαινιγμών, που δίνει στο ένα μαγικότητα και στο άλλο επιπεδότητα. Ό,τι είναι, Είναι. Ό,τι είναι, Δεν Είναι. Δυο καταστάσεις, δυο κόσμοι. Αυτός που φαίνεται πάντα κι εκείνος που για χάρη μιας αναγκαίας μαγικότητας δεν αποκαλύπτεται ποτέ. Γιατί, ίσως θα τρόμαζε, να είναι τα κτίρια, οι λέξεις, οι θεωρίες άτακτα βαλμένα τσουβάλια που κρύβουν τη θέα του απόλυτου κενού και μιας ανάγκης κάποιων να κρύβουν και να κρύβονται, να κατευθύνουν, αλλά να μην κατευθύνονται.
Κε βλο-βε;.
Η ωραιότητα δεν είναι παρά μια ασκήμια που εκτιμήθηκε.