Ενώ οι Σουηδοί συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων επιδίδονται σε κόντρες μεταξύ τους, ποιος θα γράψει την πιο αιματηρή σκηνή, διατηρώντας το πλέον αποστειρωμένο και συνάμα αγαπησιάρικο περιβάλλον. Έστω και σε γκρίζες αποχρώσεις, που να ενισχύονται από πολύπλοκους συναισθηματικά μη διαθέσιμους χαρακτήρες, ακόμη κι όταν έχουν οικογένεια κι οι Άγγλοι απ’ την άλλη μοιάζουν σαν να τους ακολουθούν με mtb, ενώ οι πρώτοι τρέχουν με road, οι Ιταλοί με ευγενέστερο τρόπο κοντράρονται μεταξύ τους σε επίπεδο φινέτσας και ‘’καθαρού’’ τοπίου. Ίσως, βέβαια ο συγκεκριμένος συγγραφέας, κατά κάποιο τρόπο, είναι πιο μπρουτάλ, πιο καθαρόαιμος αστυνομικός συγγραφέας, αλλά και πάλι, η υφολογική καταχνιά, απουσιάζει. Και προσωπικά, νομίζω πως το προτιμώ, το μπλοκμπαστεράκι του ΣΚ, να είναι χαλαρό.
Στα πρώτα θετικά, η πολύ ευνοϊκή εντύπωση που δημιουργεί η χρήση της ‘’συλλογικής μνήμης’’. Ανοίγει πολλά ενδεχόμενα κι εξιτάρει τη σκέψη, ασχέτως αν είναι ένα χαρτί που δεν εκμεταλλεύεται επαρκώς. Το επόμενο, είναι ένα τρικ που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Με ένα ήπιο ύφος, που θυμίζει εγκυκλοπαίδεια αρχίζει να δίνει πληροφορίες για το C4 και ομολογώ πως ξεφεύγουν απ’ τις συνήθεις επαναλήψεις. Εγώ πρώτη φορά διάβασα πως στο Βιετνάμ οι στρατιώτες μάσαγαν μπαλάκια C4 για να ασθενήσουν και να βγουν ελεύθεροι υπηρεσίας. Και όπως είχα χαλαρώσει και ξέχασα τι διάβαζα, η σκηνή που ακολουθεί, υποβάλλει έντονα. Γενικά, σε όσες σκηνές περιλαμβάνονται καταστροφές καταφέρνει να επιβληθεί στον αναγνώστη.
Το σενάριο είναι σφιχτοδεμένο και ενδιαφέρον, χωρίς ανόητη υπερπληροφόρηση και το πρωταγωνιστικό ντουέτο βγάζει συμπάθεια γιατί η συναισθηματική δυσκολία και των δύο, πείθει. Είναι ανάλογη των καταστάσεων που έχουν προηγηθεί, χωρίς να γίνεται υπερβολική. Η εμβάθυνση πάντως διαρκώς μοιάζει να ξεφεύγει απ’ το συγγραφέα, ή να την αποφεύγει. Κι οι διάλογοι πάντως έχουν σε γενικές γραμμές φυσικότητα και ροή.
<< Έλυσε τη γραβάτα του και πάντα με τα μάτια κλειστά κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού του και ούρησε πάνω της, χωρίς καν να φύγει απ’ το πλήθος, που απομακρύνθηκε κατά κύματα αηδιασμένο. Τύλιξε τη βρεγμένη γραβάτα γύρω απ’ το στόμα και τη μύτη του, άναψε το φακό του κινητού του και μπήκε. Για ένα δευτερόλεπτο δεν έβλεπε τίποτα. Μετά ο καπνός αραίωσε… >>
Μεγάλο φάουλ, η αναφορά στη φυλή των Ντόμπερμαν, αρκετά έχουν ήδη στοχοποιηθεί, όπως επίσης και η υπόνοια των κομμένων αυτιών. Παρεπιπτόντως, ο σκύλος δεν έκανε επίθεση, αμυνόταν. Τον τρόπο που αφοπλίστηκε ο σκύλος, δε θα τον σχολιάσω. Αλλά ανάλογου βεληνεκούς είναι και το τέχνασμα με το λουκέτο συνδυασμών που ανοίγει σε μισή ωρίτσα, παρότι είναι μάλλον απίθανο να γίνει με το ένα χέρι και ευτυχώς που υπάρχει το βιντεάκι της ομάδας Mad Science Hacks, αλλιώς μπορεί να πήγαινα νυχτιάτικα να αγοράσω κανένα λουκέτο. Αλλά αυτό που θέλω να πω είναι ότι γενικά σε ορισμένες περιπτώσεις δίνεται μια εντύπωση πως οι πληροφορίες ή οι συλλογισμοί προέρχονται από ξεφύλλισμα και συρραφές του ίντερνετ. Άλλωστε και στο επιλογικό σημείωμα ο ίδιος ο συγγραφέας παραπέμπει σε διάφορες ιστοσελίδες.
Για ‘μενα, η πραγματική βαθμολογία του βιβλίου είναι 2,5. Και δηλώνει πως το βιβλίο έχει εξαιρετική πλοκή, που από μόνη της δεν αρκεί. Η έλλειψη εμβάθυνσης, το να μην αντιμετωπίζονται οι ανθρώπινες σχέσεις ανεμικά, όπως κι η διάσταση των χαρακτήρων που είναι επιλεκτική και ανώριμη, ανήκουν σε αυτά που δεν εκτιμώ. Η φινέτσα και η κουλτούρα από μόνες τους δε δηλώνουν και πολλά. Όταν όλα αυτά που σε ερεθίζουν και θαυμάζεις, αποτελούν μόνο δομικά στοιχεία της υπόθεσης και κινείσαι σε μια πανέμορφη χώρα, την οποία δε βλέπεις, σα να κρύβεις ποιος είσαι, σα να γράφεις απ’ το Γιβραλτάρ, ή το Άργος, ή οπουδήποτε, ακόμα και απ’ το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, όταν απουσιάζουν τα πάντα σα να βρίσκεσαι μέσα σε ένα στούντιο, κέρδισες το στοίχημα σου κι έχασες την ουσία. Αρκετά καλό για να συνοδέψει την πίτσα του Σαββατόβραδου, ή μια σεράνο, όταν τελειώνει όμως ούτε που το ξανασκέφτεσαι.
2,5