Ας ξεκινήσουμε με μια απλή παραδοχή: Τα Midlands της Αγγλίας είναι απο τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές στο Η.Β. Δεν είναι μόνο ότι το λένε οι ίδιοι οι Άγγλοι, το έχω διαπιστώσει προσωπικά τα τελευταία χρόνια.Όπως φάνηκε απο το βιβλίο όμως, αυτό το ξέρει και ο Κόου. Για την ακρίβεια, ξέρει την ιστορία πίσω απο αυτή την υποβάθμιση, μιας και την έχει ζήσει και επι της ουσίας την περιγράφει στο βιβλίο του.
Ας πάρουμε τα πράγματα απο την αρχή. Η «Λέσχη των Τιποτένιων» δεν είναι μια απλά μια ιστορία ενηλικίωσης, αλλά μια ιστορία αλλαγής. Πρωταγωνιστές, μια ομάδα εφήβων στα περίχωρα του βιομηχανικού Birmingham και η πορεία τους απο τις τελευταίες μέρες της Συντηρητικής κυβέρνησης του Ted Heath το 1973, μέχρι την ημέρα των εκλογών του 1979 και την διαφαινόμενη άνοδο της Θάτσερ. Ωστόσο, αυτή η ομάδα, η «λέσχη» αν θέλετε, αντικατοπτρίζει ταυτόχρονα και την Αγγλική πολιτική και κοινωνία της δεκαετίας του 1970, γεγονός που κάνει την ιστορία τους να λειτουργεί σε δύο επίπεδα.
Προφανώς, το πρώτο επίπεδο έχει να κάνει με την παρέα αυτή καθ’αυτή. Οι πρωταγωνιστές είναι έφηβοι και αυτό συνεπάγεται ότι θα περίμενε κανείς απο μια ιστορία ενηλικίωσης: φόβοι, ανασφάλειες, αβεβαιότητα, το γεγονός ότι ερωτεύεσαι κάθε Τρίτη- Πέμπτη-Σάββατο και πιστεύεις ότι θα κρατήσει για πάντα. Η εφηβεία είναι η περίοδος, όπου αρχίζεις να ανακαλύπτεις σιγά σιγά, ποιός είσαι, τι (νομίζεις ότι) θέλεις, τι περιμένεις απο τους άλλους, και oh Joy! Τα πράγματα δεν είναι μαύρο η άσπρο! Ποιός θα το περίμενε; Σε αυτό το σημείο, ο Κόου δείχνει ότι μπορεί πολύ άνετα να γράψει για όλα αυτά που σε απασχολούν όταν είσαι έφηβος. Κοινώς, δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ ταυτίστηκα και θυμήθηκα πως είναι να είσαι 14-18 και να τα σκέφτεσαι όλα αυτά. Επίσης θυμήθηκα πως όταν είσαι έφηβος πιστεύεις πως this is the best of times. Μετά απλά μεγαλώνεις.
Πάμε όμως στο πιο ζουμερό κομμάτι, αυτό με την πολιτική διάσταση του έργου. Μέχρι στιγμής έχω καταλάβει το εξής για τους Άγγλους: εννοούν πολλα περισσότερα, όταν μιλάνε πολύ λίγο και ο Κόου δεν αποτελεί εξαίρεση. Για την ακρίβεια, ο Κόου είναι πολύ μαλαγάνας, όπως λέμε και στο Leicestershire. Με βάση αυτά, η ιστορία των προαναφερθέντων νέων έρχεται να μας δείξει με έναν έμμεσο τρόπο την κατάσταση του Η.Β. την δεκαετία του 1970 και τα προβλήματα της ως επι τω πλείστω. Γιατί για τον Κόου, δεν είναι μια εποχή, όπου όλοι μαζί έτρεχαν ανέμελοι στα λιβάδια, αλλά μια εποχή κούρασης, μια εποχή σύγκρουσης, μια εποχή κρίσης. Το παλιό εναντίον αυτού που έρχεται, που κάποιους τους τρομάζει και κάποιους τους χαροποιεί. Η χρυσή τριακονταετία του καπιταλισμου και της σοσιαλδημοκρατίας έρχεται στο τέλος της και διαφαίνεται η σκληρή εποχή του νεοφιλελευθερισμού. Το εργοστάσιο παύει να αποτελεί κέντρο παραγωγής και αντικαθίσταται απο την υπηρεσία. Η ανοχή σε ορισμένα πράγματα μετατρέπεται σε κούραση για ορισμένες καταστάσεις και σε αντιλήψεις του «δεν πάει άλλο». Είναι η εποχή, όπου όπως λέει και ο ίδιος ο Κόου, θεωρούσαμε πως κάποια πράγματα είχαν τελειώσει, είτε το θέλαμε, είτε όχι. Και δεν θα μπορούσε να το είχε περιγράψει καλύτερα. Μεμψιμοιρεί ο Κόου εδώ; Μπορεί. Μας παραθέτει ένα φανταστικό πορτραίτο της δεκαετίας του 1970 στην Αγγλία. Αδιαμφισβήτητα. Μπόνους το γεγονός πως ο Κόου μας πετάει έμμεσα θέματα ρατσισμού, εθνικισμού και τα κατάλοιπα της αποικιοκρατίας των Άγγλων, με έναν ιδιαίτερο και καθόλου κουραστικό τρόπο. Kudos.
Θα του έδινα 4 αστεράκια, γιατί πιστεύω πως κάνει μια κοιλιά σε ορισμένα σημεία. Αλλά μετά ήρθαν οι τελευταίες 40 σελί��ες και είπα, «να πάρει Κόου, είσαι καλός ρε».
Υ.Γ.1 London was grey and brown. Καλύτερη περιγραφή του Λονδίνου δεν έχω δει.
Υ.Γ.2 Σε ένα θεατρικό που είχα δεί πρόσφατα με τίτλο “This House” και είχε παρόμοια θεματική, ένας πολιτικός των Εργατικών σε ένα σημείο λέει πως “We are the bloody government and we cannot even keep the lights on!”. Κάπως έτσι ήταν τα 1970ς.