3.5 STARS
Υπάρχει ένας τρόπος σίγουρος για να διαβαστεί λάθος αυτό το μυθιστόρημα κι εκ των πραγμάτων να απορριφθεί: να διαβαστεί σαν αστυνομικό. Όπα μεγάλε και τότε ως τι θα διαβαστεί; Ως πεζογραφία μήπως; Και αυτός ο τρόπος είναι λανθασμένος. Το μυθιστόρημα αυτό μεταβάλλεται καθ’ όλη την εξέλιξη του από την πεζογραφία στην αστυνομική λογοτεχνία. Επειδή ωστόσο γράφτηκε από λογοτέχνη που ανήκει στην αστυνομική λογοτεχνία και επειδή στην Ελλάδα οτιδήποτε εκδίδεται πλέον απ’ τις εκδόσεις Μεταίχμιο στη γνωστή σειρά θεωρείται ως τέτοιο, προκαταβάλλεται ο αναγνώστης.
Το σίγουρο πάντως είναι πως η κυρία Fossum έχει κάτι να πει. Ωστόσο δεν ξέρω αν το πετυχαίνει απόλυτα και όχι λόγω του ευμετάβλητου χαρακτήρα. Πιστεύω ότι διατηρεί τα ηνία στην αστυνομική προσέγγιση διότι με αυτή έγινε γνωστή. Το θέμα είναι όμως ότι έτσι στερεί απ’ τον εαυτό της τη δυνατότητα να εκφράσει τους προβληματισμούς και τις εμπειρίες της και παράλληλα στερεί απ’ τον αναγνώστη μια καλή πεζογράφο.
Είχα αποφασίσει πως θα το απορρίψω. Μόνο που υπάρχουν πρώτα απ’ όλα δυο στοιχεία που με έκαναν να αναθεωρήσω: Αφ’ ενός, διακρίνει μια αντρική πτέρυγα απ’ αυτές που δύσκολα αποκωδικοποιούνται ( αν διαβαστεί ή έχει διαβαστεί από άντρα μπορείτε να καταλάβετε ακριβώς τι εννοώ και σε ποια σημεία το επιτυγχάνει ) και αφ’ ετέρου εντοπίζει, στοχεύει και φωτίζει τον τρόπο που βλέπει την καθημερινότητα του ένας φιλόζωος. Επειδή είμαι φιλόζωος, επειδή γνωρίζω πως είναι να ζεις με σκύλο με όσα συνεπάγεται κι επειδή βίωσα πολύ έντονα σε κάποιες περιπτώσεις το χαμό, την απώλεια, ξέρω πως γράφει φιλόζωος. Γι’ αυτούς τους λόγους σε πρώτη φάση δεν απέρριψα το μυθιστόρημα.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα χροιά στην αστυνομική φύση του βιβλίου είναι πως δεν υπάρχουν αποδείξεις, υπάρχουν μόνο ενδείξεις και με αυτές απαγγέλλεται κατηγορία.
Ωστόσο σε δυο περιπτώσεις αυτό που έχει ιδιαίτερη ουσία είναι στον τρόπο που η Λίντα απαντάει στη μητέρα της σχετικά με τις αποχρώσες ενδείξεις και στον τρόπο που εντοπίζει ο Σέγερ τα αιτιατά που οδήγησαν στο φόνο της Πούνα Μπάϊ. Μπορεί να κάνω λάθος, μπορεί να μην ήταν αυτή η πρόθεση της συγγραφέως ή να μην έχει διαβάσει ποτέ τα έργα στα οποία θα αναφερθώ, αλλά ωστόσο η ανάλυση των ενδείξεων και η μεθοδολογία στη σκέψη του Σέγερ, συγκλίνουν πως χρησιμοποιείται ο νόμος της ομοιογένειας που παραπέμπει στην Κριτική του καθαρού λόγου και τον τρόπο που το ένα αιτιατό οδηγείται στο άλλο με τον τρόπο που μιλάει ο Πλάτων για τις απόψεις στο Συμπόσιο. Τονίζω πως μπορεί να κάνω λάθος. Αυτό όμως δεν είναι κακό να το δούμε εμείς έτσι, ως μια πνευματική εξάσκηση καθαρά δική μας. Και γι’ αυτό το λόγο δεν το μετράω στα υπέρ του βιβλίου διότι δεν μπορώ να αναγνωρίσω τις προθέσεις της συγγραφέως. Ωστόσο, προτείνω εμείς να το δούμε και έτσι.
Ούτε σαν πεζογράφημα ωστόσο είναι απλό, ούτε σαν αστυνομικό μυθιστόρημα. Έχει ιδιαιτερότητες. Θέλω να πω, πως η πλοκή το έχει το αλάτι της, την έχει τη ζάχαρη της. Πάντως, στο τέλος δείχνει η συγγραφέας να αποφάσισε τελικά πως θα κλείσει πεζογραφικά. Πλήρωση και όχι κορύφωση. Γιατί στην πραγματικότητα, το βιβλίο είναι το βιβλίο του Γκίντερ και η συγγραφέας τηρεί τη μεγαλύτερη υπόσχεση της: τίποτα δεν μπαίνει σε τάξη, πάντοτε κάτι δεν κολλάει. Αν αυτό σας θυμίζει τη ζωή σας είναι γιατί έτσι έχουν τα πράγματα. Μου άρεσε το τέλος, με κάλυψε και οι εκκρεμότητες που άφησε, μου δίνουν χώρο να σκεφτώ.
Στα εσωτερικά του βιβλίου τώρα:
Η μοναξιά διέπεται απ’ την ελπίδα, όσο κι απ’ τα παιδιά της, την προσδοκία και την ψευδαίσθηση. Συχνά ορθώνει ένα τοίχο που δε μας επιτρέπει να βλέπουμε τον εαυτό μας ως αιτία για τα προσδοκώμενα που δεν έρχονται αλλά τους άλλους. Αρχικά μ’ εξόργισε ο Γκίντερ κι έπειτα αντιλήφθηκα πόσο ανθρώπινο και κατανοητό είναι να μην έχεις το χρόνο να βρεις τον εαυτό σου, επειδή κυνηγάς τους άλλους μέσα απ’ την απραξία, ή την επίδειξη σε άλλες περιστάσεις, ακόμη και ορίζοντας ανώτατες συμβολικές εκφράσεις που ποτέ δεν έρχονται, γιατί τα σταθμά σου οι άλλοι δε μπορούν να μυρίσουν τα νύχια τους, αν δεν τους δώσεις το κλειδί.
Πόσο απεριόριστο κακό μας κάνει η τηλεόραση με τα στερεότυπα που έχει καθιερώσει. Να κλείνεις τα μάτια και να λες έτσι είναι ο Άγγλος, έτσι ο Βραζιλιάνος, ο Έλληνας, ο Ινδός.
΄΄Από το καφέ πήγαινες με τα πόδια σπίτι, το χωριό ήταν μικρό. Οπότε όλοι προτιμούσαν να πιουν μερικές μπίρες παραπάνω, παρά να χρεωθούν το κόστος ενός ταξί ως την πόλη. Έτσι παντρεύονταν ντόπιες και παρέμεναν στον τόπο τους. Ωστόσο πριν φτάσουν σε αυτό το στάδιο, τα κορίτσια περνούσαν απ’ τον έναν στον άλλο. Αυτό είχε δημιουργήσει μια παράξενη αδελφικότητα μεταξύ τους με πολλούς άγραφους νόμους΄΄
΄΄- Ήθελα να ρωτήσω πόση ώρα χρειάζεται για να πάω από ‘δω στο αεροδρόμιο;
- Κάπου μιάμιση ώρα θα έλεγα. Πρωινή πτήση;
- Δέκα και τέταρτο.
- Τότε πρέπει να σηκωθείς νωρίς.
Ο Άιναρ του γύρισε την πλάτη και συνέχισε τη δουλειά του. Δεν ήταν ούτε φιλικός ούτε χαμογελαστός. Είχε μονίμως μια παρεξηγημένη έκφραση και δεν κοίταξε ούτε στιγμή τον Γκίντερ κατάματα.
- Εγώ θα ξεκινούσα κατά τις εφτά.
Ο Γκίντερ ένευσε καταφατικά και πλήρωσε. Προτιμότερο να ρωτήσει τον Άιναρ παρά να αποκαλύψει την άγνοια του στην υπάλληλο της SAS. Ο Άιναρ τον ήξερε και δε θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Από την άλλη όμως απόψε κιόλας οι πάντες στο χωριό θα μάθαιναν για το ταξίδι του΄΄
Συλλαμβάνει εικόνες και τις μεταφέρει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο, υπαρκτές του ασφυκτικού περιβάλλοντος που επιβάλλει τους δικούς του κανόνες. Πιστεύω πως όσοι έχουμε ζήσει στο ύπαιθρο ως ντόπιοι κι ακόμη περισσότερο ως ‘’εμιγκρέδες’’ αντιλαμβανόμαστε με ακρίβεια πόσο ευκρινής και ρεαλιστική είναι η εικόνα.
΄΄ Ούτε ο Γκίντερ τον συμπαθούσε. Βέβαια δεν της το χε πει γιατί ο Γκίντερ δεν έλεγε κακή κουβέντα για τους άλλους. Έτσι και δεν είχε κάτι καλό να πει απλώς δε μιλούσε. Όπως τότε που η Μαρί τον ρώτησε για τον καινούργιο υπάλληλο στη δουλειά. Ο αδελφός της είχε σηκώσει τα μάτια του από την εφημερίδα και είχε πει: << Καλά τα πάει ο Μπγιόρνσον >>. Έπειτα είχε γυρίσει στην εφημερίδα του και δεν είχε πει τίποτε άλλο. Από τις άλλες όμως μιλούσε με τις ώρες για τον ταξιτζή του χωριού. << Ο Κάλε Μος αγόρασε ταχυδρομικώς κερί για το αυτοκίνητο. Εξακόσιες κορώνες τα δυο κουτάκια. Απίστευτος άνθρωπος. Νομίζω ότι το αυτοκίνητο του έχει κάνει πεντακόσιες χιλιάδες χιλιόμετρα. Αλλά δεν του φαίνεται καθόλου. Πάω στοίχημα ότι το νανουρίζει το βράδυ >>. Ο Γκίντερ γελούσε και η Μαρί καταλάβαινε ότι συμπαθούσε πολύ τον Κάλε. Μιλούσε και για τον Ούλε Γκούνβαλ με το κατάστημα γενικού εμπορίου << Ο Ούλε υποφέρει από ημικρανίες. Τον κακομοίρη τον Γκούνβαλ >>!
Ο Γκίντερ δεν είναι αργόστροφος. Είναι σαν την Ευτυχία του Φλωμπέρ, καταφερτζού αλλά ωστόσο δεν κοινωνικοποιήθηκε ώστε το συναίσθημα να σκληραγωγηθεί με την τριβή και να αποκτηθεί τελικά αυτή η αποξενωτική απαθής κι εύστροφη ευγλωττία.
Ένα πολύ ανθρώπινο απόσπασμα:
΄΄- Κι εγώ έμενα κοντά στη μητέρα μου όπως κάνετε εσείς τώρα, είπε ο Σέγερ. Πέθανε πριν από δυο χρόνια. Προς το τέλος απλώς ήταν ξαπλωμένη εκεί ακίνητη, με μάτια καρφωμένα στο κενό. Δε με αναγνώριζε πια. Πάντα πίστευα όμως ότι με κάποιο τρόπο διαισθανόταν ότι ήμουν κοντά της. Ακόμα κι αν δεν καταλάβαινε πως ήμουν εγώ, διαισθανόταν ότι κάποιος ήταν στο προσκέφαλο της. Ήξερε πως δεν ήταν μόνη.
- Πώς περνούσατε το χρόνο σας, ρώτησε ο Γκίντερ
- Κουβέντιαζα με τον εαυτό μου για ένα σωρό πράγματα, χαμογέλασε ο Σέγερ. Άλλες φορές μιλούσα μ’ εκείνη κι άλλες με τον εαυτό μου. Σκεφτόμουν μεγαλόφωνα. Φεύγοντας είχα πραγματικά την αίσθηση ότι της είχα κάνει επίσκεψη. Ενώ αν κάθεσαι εκεί και δε λες κουβέντα, νιώθεις κατάθλιψη. Κοίταξε τον Γκίντερ. Αρχίστε να μιλάτε. Κανείς δε σας ακούει εδώ. Πείτε της για την Πούνα. Πείτε της όλα όσα συνέβησαν΄΄
Δίνει μια διέξοδο σ’ έναν άνθρωπο που στο έβγα του στον κόσμο πρώτα συνταράχθηκε και στην ουσία στέναξε. Ένας άνθρωπος όχι ρηχός, αλλά άμαθος στη συνάφεια του κόσμου, παραμένοντας ως τώρα με τον εαυτό του κυρίως και με την αίσθηση πως οι άλλοι δεν τον πλησιάζουν, χωρίς να ξέρει τον τρόπο, το κλειδί που έλεγα παραπάνω.
Η συγγραφέας έχει πράγματα να πει, ωστόσο υπάρχει μια αμηχανία που την κρατάει στον αφρό. Φόβος για ενδοσκόπηση; Ασαφής σκέψη που εμποδίζει και τη σαφήνεια του λόγου; Εμμονή με τη δημιουργία εικόνας;
Εντούτοις, το βιβλίο έχει αβίαστο ρυθμό και για την ακρίβεια, μου αρέσει ο ράθυμος τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται. Η γραφή είναι απλή, κατανοητή, προσιτή και συνάμα σε μεγάλα κομμάτια άχρωμη ή επιδερμική.
Λίντα:
Πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα μακροσκοπικά και μικροσκοπικά, ο εξοστρακισμός της έφηβης που ταυτόχρονα αισθάνεται σα βάρος μια δεισιδαιμονία που υπονοείται περισσότερο και λιγότερο που λέγεται, επειδή είναι ακόμα παρθένα και έχει καταντήσει δαχτυλοδειχτούμενη ήδη προ του εξοστρακισμού προσπαθώντας να πείσει για το φαινομενικό αντίθετο. Διακατέχεται από πολύ έντονα συναισθήματα που αυτή της η έκφραση την αναγκάζει να διατηρεί έναν εσωτερικό εαυτό που κάποια στιγμή σκάει, απ’ την ανάγκη μιας μη αποστειρωμένης και ανοιχτής ζωής. Σε αυτά προσθέτουμε την απόρριψη, τις απορρίψεις και την πανταχού παρούσα χημεία, εδώ ως ηρεμιστικά που αποτελεί πλέον την εύκολη λύση σε όλα.
Η συγγραφέας συνθέτει στη Λίντα το αντικάτοπτρο του βασικού υπόπτου όπου έχουμε μια άλλη ψυχολογική χροιά ενός ανθρώπου με παντελή έλλειψη συναισθημάτων έξω από ‘κεινη του τι θα πει ο κόσμος, να προλάβω να είμαι παρών, να τους αναχαιτίσω. Μέσα σε όλα αυτά η υπερβολική οργή επειδή η επιθυμία εκτόνωσης δεν εκπληρώνεται ποτέ πραγματικά. Κοινή συνιστώσα και των δύο, η απόρριψη, υπαρκτή ή φόβος και η χρήση της ιστορίας και για τους δύο του παραμυθιού με τον Πέτρο και το λύκο. Ο ύποπτος κοινωνικά αποδεκτός αλλά όχι εξωστρεφής, δημοφιλής, το κορίτσι μονήρες με μια φήμη, ως μόνη όχι αποδοχή αλλά αναγνώριση απ’ το πλήθος. Ο ύποπτος, ως ο άνθρωπος μας που ξέρουμε. Το κορίτσι, αποπέμπεται διαρκώς κι αμείλικτα.