Είναι από τα βιβλία που είχα διαβάσει όταν πήγαινα στο δημοτικό και είχα αγαπήσει πολύ. Παρακολουθούμε την ηρωίδα, τη Ζωή, και τον περίγυρό της να βιώνουν την περίοδο της κατοχής στην Αθήνα. Αρχικά, κανείς δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της φρίκης, όμως ο ενθουσιασμός μετά από τις πρώτες νίκες εναντίον των Ιταλών δίνει σύντομα τη θέση του στον φόβο, την πείνα και το αδιέξοδο της γερμανικής κατοχής. Η Ζωή βλέπει τα πάντα να αλλάζουν δραματικά. Οι δρόμοι γεμίζουν εξαθλιωμένο κόσμο που παρακαλάει, αρκεί να βρει λίγο φαγητό. Οι κατακτητές είναι πολύ σκληροί, όπως επίσης και κάποιοι Έλληνες που εκμεταλλεύονται την κατάσταση με το φαινόμενο της μαύρης αγοράς.
Όλα αυτά είναι πρωτόγνωρα για τη Ζωή που βλέπει τον κόσμο της να γκρεμίζεται και τις σχέσεις των ανθρώπων που την περιβάλλουν να δοκιμάζονται. Ο πατέρας της κλείνεται στον εαυτό του, τον τσακίζει η πείνα, ενώ η μητέρα της, η Έμμα, μια ξεχωριστή γυναίκα που ήταν ο φάρος στη ζωή των κοριτσιών, τρελαίνεται. Η ηρωίδα μάς υπενθυμίζει με την στάση της και το όνομά της ότι πρέπει να υπάρχει πάντα θέληση για ζωή. Αντιμετωπίζει όλη αυτή τη δυστυχία που την περιτριγυρίζει με θάρρος πιστεύοντας στη φιλία, στην αγάπη και στον έρωτα που μέσα από τις κακουχίες βγαίνουν πιο δυνατά από ποτέ.
Ένα από τα πιο δυνατά σημεία της Σαρή, κατά τη γνώμη μου, είναι να παρουσιάζει χαρακτήρες αληθινούς, που ακόμα και μέσα σε συνθήκες καταστροφής, διατηρούν τις εμμονές ή τις ιδιαιτερότητές τους. Κάτι άλλο που μου άρεσε πολύ είναι ο τρόπος που παρουσιάζεται η σχέση της Ζωής με τις αδερφές της, ιδιαίτερα με την Ειρήνη, που βλέπει τη μικρή της αδερφή να τραβάει την αντρική προσοχή, αφού είναι πιο εμφανίσιμη.
Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί μέσα σε μία μέρα, η γραφή της Σαρή ρέει τόσο όμορφα και απλά, δίνοντας παράλληλα την αφορμή για προβληματισμό.