Ένας πλανήτης «αμετάκλητα απολεσθείς» για την ανθρωπότητα, μια πραγματικότητα που μάχεται κάθε ιδέα αρετής, κάθε διαχωρισμό ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στον άνθρωπο και στη μηχανή. Ένας κόσμος που το σώμα του το έχει καταφάει η σήψη, ένας κόσμος συναρμολογημένος από γυμνά οστά. Σε αυτόν τον κόσμο ένας άνθρωπος και μια μηχανή αναπτύσσουν μια απρόσμενη, συμβιωτική σχέση, για να αντιμετωπίσουν τη φρίκη της ραδιενέργειας και των άλλων ανθρωποφάγων μηχανών. Αδίστακτοι κυνηγοί οι δυο τους, απελπισμένοι νεκροφάγοι σε ένα περιβάλλον όπου η επιβίωση είναι μια διαρκής άσκηση στη βία και τη σκληρότητα. Ωστόσο, η έλευση ενός ξένου θα θέσει σε αμφισβήτηση την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, γιατί θα τους φέρει αντιμέτωπους με κάτι που πίστευαν πως έχει οριστικά χαθεί – με την ελπίδα. Είναι, όμως, αυτός ο ξένος και όσα υπόσχεται ικανά να τους οδηγήσουν έξω από την επικράτεια του θανάτου, ή θα τους σπρώξουν βαθύτερα σε αυτήν;
Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος γεννήθηκε το 1983 στη Μαλεσσίνα Λοκρίδος. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα και κόμικ. Το 2014 η συλλογή διηγημάτων Γκιακ βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών-Ίδρυμα Πέτρου Χάρη και από το περιοδικό "Ο Αναγνώστης". Το 2016, μαζί με τον Γιάννη Ράγκο και τον Γιώργο Γούση, διασκεύασε σε γκράφικ νόβελ τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου, το οποίο τιμήθηκε με πέντε βραβεία από την Ακαδημία των Ελληνικών Βραβείων Κόμικς. Επίσης, έχει γράψει για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Στο πλαίσιο του Onassis Artistic Research Fellowship έγραψε το θεατρικό έργο Στον κόρακα.
Τα Γυμνά οστά, ένα sci-fi/δυστοπικό κόμικ, ίσως δεν είναι ό,τι καλύτερο για να σε κάνει να ξεφύγεις από την ατμόσφαιρα των τελευταίων ημερών. Και παράλληλα είναι.
❌ Δεν είναι, ακριβώς λόγω του genre και της υπόθεσης. Σε ένα μακρινό μέλλον, ένας πλανήτης που μπορεί να είναι η Γη, μπορεί και όχι, έχει καταστραφεί ολοκληρωτικά λόγω ενός πολέμου. Τότε οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν βοηθητικά κάποια ρομπότ/μηχανές, τα οποία απέκτησαν μια κάποια ιδιαίτερη συνείδηση. Πλέον οι -νεκροί- άνθρωποι λειτουργούν ως πηγή ενέργειας για τα ρομπότ. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο χωρίς ζωή, χωρίς ελπίδα, δημιουργείται μια επωφελής σχέση ανάμεσα σε έναν άντρα και ένα ρομπότ/μηχανή που έχει αναπτύξει μια ανώτερη συνείδηση.
✅ Είναι ό,τι καλύτερο, για *πολλούς* λόγους. Κείμενο Δημοσθένη Παπαμάρκου (του γνωστού, με το Γκιακ) που αποδεικνύει ότι το κόμικ τού πάει. Αν και μας το είχε αποδείξει ήδη με τις ολιγοσέλιδες ιστορίες των Γυμνών οστών στον Μπλε Κομήτη (αχ). Έχει Kanellos Cob με φο βε ρά σχέδια (δεν περιμέναμε τίποτα λιγότερο). Πλέον τον αγαπάω και λίγο παραπάνω για τα μπρουταλιστικά κτίρια που σχεδίασε, αλλά και γενικά για την ατμόσφαιρα που δημιούργησε. Η ατμόσφαιρα έχει κάτι από Lovecraft και από Blade Runner 2049 (Βιλνέβ, μη μας απογοητεύσεις με το Dune ε). Το κόμικ έχει σωστή αναλογία διαλόγων-σαλονιών (όχι, δεν είναι δεδομένο). Τέλος, πρόκειται για μια δουλειά που δεν προσπαθεί να μιμηθεί κόμικ του genre από το εξωτερικό (αυτό και αν δεν είναι αυτονόητο), αλλά βάζει ένα λιθαράκι στο ελληνικό sci-fi κόμικ.
Πολλές καρδούλες για το κόμικ ΚΑΙ τη συνέντευξη Παπαμάρκου-Cob στο γιουτιούμπ κανάλι του λούμπεν που μιλάνε για το κόμικ. (Ναι, και εμείς θέλουμε Αγέλαστο Πέτρα και Τρεις Χάριτες σε κόμικ. Όχι Το Νησί. Όχι. ΟΧΙ.)
Δεν θα αναφερθώ στο ποσό σημαντικό είναι να έχουμε τέτοιες δουλειές από Έλληνες, οι οποίες στέκονται άνετα στο Ευρωπαϊκό αλλά και αμερικανικό κοινό.
Ο πρωταγωνιστής στα Γυμνά Οστά είναι ο κόσμος του. Ένα απίστευτα λεπτομερή μετα-αποκαλυπτικο τοπίο όπου τα πάντα έχουν διαλυθεί, ωστόσο δείχνουν πανέμορφα μέσα στην καταστροφή τους. Φαίνεται ξεκάθαρα η δουλειά και το μεράκι που εχει πέσει από πίσω, από τα απαλά χρώματα, μέχρι το παραμικρό πετραδάκι στο background.
Το κόμικ ανήκει στο sci-fi, έχει ρομποτ που χρησιμοποιούν ανθρώπους, όπως και το αντίθετο, έχει περιπλάνηση και δράση. Υπάρχουν μπολικα πάνελ που πιάνουν όλη την σελίδα και εκεί εγώ βλέπω την αγάπη του δημιουργού για την τέχνη του.
Η μοναδική, ελάχιστη όμως, παραφωνία, είναι πως σε κάποια πάνελ υπήρχαν κάποια άσπρα σημαδακια που στην αρχή τα πέρασα για σκόνη, μα έπειτα νόμιζα ότι φταίει το χαρτί. Δεν κατάλαβα. Μπορεί να ήταν το αντίτυπο μου βέβαια, ωστόσο δεν με ενόχλησαν, απλά παραξενεύτηκα. Α, και οι φωτιές των κάμπινγκ. Ελάτε, μπορείτε να φτιάξετε καλύτερες φωτιές από αυτές, :) .
Πέρα από την πλάκα, τα Γυμνά Οστά ειναι εξαιρετικά και χαίρομαι που τα πρόσθεσα στη συλλογή μου. Ελπίζω οι 2 δημιουργοί να μας δώσουν στο μέλλον και άλλα κόμικ ανάλογης ποιότητας.
Όταν ένας από τους αγαπημένους σου συγγραφείς καταπιάνεται με ένα δυστοπικό sci-fi θέμα και αυτό συνοδεύεται από σχέδιο που μπορείς να χαζεύεις κάθε καρέ ώρες, μόνο καλά μπορεί να πάει αυτό :) Μου αρέσει πολύ όταν συγγραφείς που συνήθως ακολουθούν πιο συμβατικά μοτίβα, αναλαμβάνουν κάτι εντελώς διαφορετικό και χαίρομαι ακόμα περισσότερο όταν αυτό το εγχείρημα είναι τόσο επιτυχές. Τα γυμνά οστά άνετα θα μπορούσαν να γίνουν ταινία στο Χόλυγουντ (στο μυαλό μου την σκηνοθετεί ο Denis Villeneuve, μιας και το Arrival ήταν φοβερό) και άνετα θα μπορούσε να υπάρξει ένα σικουελ στο graphic novel αυτό, μιας και πραγματικά δεν μου έφτασε! Οι "παλιοί" θα θυμούνται πώς ξεκίνησε αυτή η δουλειά μέσω του Μπλε Κομήτη, που θα ζει για πάντα στην καρδιά μου και χαίρομαι που τουλάχιστον κάποια από όσα μας παρουσίασε η ανθολογία εκείνη συνέχισαν και την πορεία τους εκτός και ολοκληρώθηκαν!
Η steampunk αισθητική του Κανέλου Κομπ αποσβολώνει απ' τη λεπτοδουλειά μιας προσωπικής σχεδιαστικής γραφής που είναι αδύνατο να τη μπερδέψεις με άλλου δημιουργού. Αναρωτιέμαι πόσο χρόνο να χρειάστηκε για κάθε καρέ. Το στόρυ, αν και βασίζεται σε μια ωραία και τρυφερή σύλληψη, νομίζω πως ολοκληρώνεται λιγάκι άγαρμπα και βιαστικά.
Έχουμε αναφέρει πολλές φορές ότι η Ελλάδα έχει μια παράδοξη, και συχνά υποτιμημένη, παράδοση στην επιστημονική φαντασία, ειδικά στον χώρο της 9ης Τέχνης. Η παράδοση αυτή έχει σίγουρα τη δική της αξία, αισθητική και ιστορική, ενώ συνεχίζει να ζει και, γιατί όχι, να ακμάζει, ανά περιπτώσεις. Μία τέτοια είναι και τα Γυμνά Οστά (εκδόσεις Polaris), το πολυαναμένο comic σε σενάριο του Δημοσθένη Παπαμάρκου και σχέδιο του Kanellos Cob.
Το μελλοντολογικό, post apocalyptic αλλά εντελώς ελληνικό σκηνικό του comic το είχαμε δει, επεισοδακά και με άλλον συντελεστή στο σχέδιο, αρχικά στον Μπλε Κομήτη, και τώρα έχουμε την ευκαιρία να το ξεψαχνίσουμε στη δική του, αυτόνομη και ολοκληρωμένη μορφή. Γιατί όμως τα Γυμνά Οστά αξίζουν όλο αυτόν τον ντόρο;
Αρχικά, το έργο των Παπαμάρκου/ Cob καταφέρνει και δημιουργεί έναν εντελώς δικό του κόσμο, ή καλύτερα, σκιαγραφεί με υποδειγματικό τρόπο το τέλος ενός. Tα Γυμνά Οστά στήνουν το σκηνικό της εσχατιάς, του απόλυτου τέλους μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο (ειρωνικά και ελληνικά) φως, θάλασσα και αρχαία ερείπια. Το τέλος πολιτισμών, θεσμών, εννοιών, ακόμα και ειδών. Για τους απελπισμένους θηρευτές αυτού του κόσμου, σημασία δεν έχει τίποτα περισσότερο από την επιβίωση και κάθε ίχνος συναισθήματος ή ηθικού ενδοιασμού έχει προ πολλού χαθεί, σε τέτοιο σημείο που μεταξύ του κανίβαλου νεκροφάγου κυνηγού και της ανθρωποφάγας μηχανής να μην υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές σε πολλά. Ή, τουλάχιστον έτσι φαίνεται στην αρχή.
Το ταξίδι των δύο αυτών χαρακτήρων μέσα στον θάνατο έχει τη δική του αξία. Γιατί ενώ και οι δύο ξεκινούν, όπως διαπιστώνει ο εξωτερικός παρατηρητής, από ένα ίσο σημείο εξαθλίωσης, η πορεία τους στη συνέχεια είναι εντελώς αντίθετη. Ο άνθρωπος βυθίζεται όλο και περισσότερο στην απανθρωπιά και, αργότερα, στο μίσος της εκδίκησης ενώ αντίθετα η μηχανή αποζητά τα ψήγματα μιας ταυτότητας, ένα νόημα στην ανούσια επιβίωση.
Αμφότερες αυτές οι συναισθηματικές διακυμάνσεις γίνονται κατανοητές στον αναγνώστη μέσα από την εξέλιξη του comic, στο παρελθόν, το παρόν και, ίσως, το μέλλον της ιστορίας. Εκεί βλέπουμε, μεταξύ άλλων, την ιστορία αυτού του νεκρού κόσμου, πώς κατέληξε να είναι ένα νεκροταφείο πολιτισμών. Εκεί βλέπουμε, για άλλη μια φορά, την ιδέα της ατέρμονης ανάπτυξης σε ένα πεπερασμένο κόσμο να εισβάλει όλο και πιο βαθιά στο ανθρώπινο σώμα και ψυχισμό, μέχρι που τίποτα να μην είναι εμπόρευμα. Εκεί βλέπουμε πως η ανάπτυξη των λίγων οδήγησε στον αφανισμό των πολλών και, μετά, (σχεδόν) όλων. Εκεί βλέπουμε και τον πλήρη ευτελισμό της επιστήμης, που πρώτα ήταν εργαλείο στα χέρια της ανθρωπότητας και μετά, από την απληστία λίγων, έγινε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, το σαρκοφάγο φέρετρο της.
Θα μπορούσε να πει κάποιος πώς, ανά στιγμές, ο Παπαμάρκος σα να ενθουσιάζεται και να χάνει τον ρυθμό του, σαν να παρασύρεται και αυτός από το πάθος του για τον κόσμο που έπλασε (από ξεπλυμένα, γυμνά οστά).
Κάποιες παραλείψεις θα μπορούσε ίσως κάποιος να του καταλογίσει και στους χαρακτήρες, αναφερόμενος στην ενδοσκόπηση που ενώ δεν βλέπουμε την ίδια, βλέπουμε τα αποτελέσματα της. Όμως αυτό θα ήταν άδικο, ειδικά αν υπολογιστεί το τι χρειάζεται κανείς για να επιβιώσει σε ένα τόσο εχθρικό περιβάλλον. Γιατί στην απόλυτη εσχατιά, ακόμα και να κάποιος επιζήσει, παύει αναγκαστικά να είναι άνθρωπος. Αντίθετα, εάν είναι ρομπότ, έχει την ευκαιρία να αναλογιστεί ποιος είναι ο ρόλος που θέλει να επιτελέσει, ποια ταυτότητα ή ακόμα και φύλο, σαν σώμα χωρίς όργανα, μπορεί να χρησιμοποιήσει για να διαμορφώσει το δικό του Εγώ.
Όμως το σχέδιο του Kanellos συμπληρώνει απόλυτα οργανικά την αφήγηση και καλύπτει τις οποίες παραλείψεις. Αναλαμβάνει να μας δ��ίξει και όχι απλά πει για όλες τις φρίκες του παρελθόντος και του παρόντος. Σε πολλά σημεία η εικόνα αναλαμβάνει εντελώς την αφήγηση, είτε αυτή είναι γρήγορη και φονική δράση, είτε μια πιο αργόσυρτη ανάμνηση καταστροφής.
Μέσω του σχεδίου εξερευνούμε και μια άλλη πτυχή της ιστορίας, την τάση προς τον τρανσουμανισμό αλλά και την αντίθεση κατεύθυνση, προς την επαναοικειοποίηση του τι σημαίνει άνθρωπος, μακριά από τον κατακερματισμό της καπιταλιστικής εξειδίκευσης.
Η ελληνικότητα του comic δίνεται επίσης με έναν διττό, ουσιαστικά τρόπο. Το πρώτο στοιχείο είναι το τοπίο με τα αρχαιοπρεπή – μπρουταλιστικά αγάλματα που σαν κόκκαλα βρίσκονται παντού, μέχρι και τον επιστημονικοφανή λόγο του comic. Το δεύτερο αποτελεί η καθαρή ελληνική γλωσσικότητα στους επιστημονικοφανείς όρους, κάτι το ιδιαίτερα δύσκολο, δεδομένου ότι δεν είναι εύκολο να βγάλει κανείς ένα αποτέλεσμα το οποίο δε θα θυμίζει κακή απομίμηση αγγλικών, μια γλώσσα πολύ πιο εύπλαστη και συνηθισμένη σε αυτό το λογοτεχνικό ύφος.
Όσον αφορά το επιβλητικό σχέδιο του Kanellos, η αλήθεια είναι πως μας είχε εντυπωσιάσει ήδη από τις λίγες εικόνες που προμήνυαν το comic. To επιβλητικό, γραμμικό του σχέδιο φέρνει στο νου εικόνες από Moebius, όμως με έναν εντελώς δικό του τρόπο. Ταυτόχρονα, το αμάλγαμα στυλ που συνθέτει σε έναν (από κλασσικότροπες απεικονίσεις, art nouveau λεπτομέριες και βαρύγδουπα, μπρουταλιστικά σκίτσα) δίνει έναν μοναδικό χαρακτήρα στο comic και, ορισμένα καρέ του, κυρίως τα τοπία ή οι πιο «ονειρικές» (ή πιο ορθά, εφιαλτικές) του σεκάνς σου κόβουν πραγματικά την ανάσα. Ο Kanellos πραγματικά δίνει σώμα, κόκκαλα, και ψυχή στον κόσμο και μας προσκαλεί να τον περιδιαβούμε, γυρνώντας ξανά και ξανά στα μεγαλόπρεπα σχέδια του, με τις κρυμμένες λεπτομέρειες και φιγούρες.
Μέσω του σχεδίου εξερευνούμε και μια άλλη πτυχή της ιστορίας, την τάση προς τον τρανσουμανισμό αλλά και την αντίθεση κατεύθυνση, προς την επαναοικειοποίηση του τι σημαίνει άνθρωπος, μακριά από τον κατακερματισμό της καπιταλιστικής εξειδίκευσης.
Ωστόσο και εδώ, μπορεί κανείς να πεις ότι, ανά σημεία, ειδικά στις μικρότερες σκηνές και κάποια πανοραμικά με τους χαρακτήρες να μιλούν, ο Kanellos σα να χάνει το «ζύγι» και να τους αποτυπώνει με μικρές «εκπτώσεις» στα πρόσωπα, ή να απαλείφει λεπτομέρειες, σκιάσεις και προοπτικές, δημιουργώντας στιγμές ανισορροπίας στο comic.
Σε κάθε περίπτωση, τα Γυμνά Οστά είναι ένα comic με πολύ ζουμί, το οποίο ανεβάζει πολύ τις απαιτήσεις μας από τις ελληνικές δουλειές και δείχνει την ωριμότητα που πλέον έχει η σκηνή, κυρίως όταν το κατάλληλο σενάριο βρίσκει τα κατάλληλα χέρια.
Είχα χρόνια να πιάσω graphic novel στα χέρια μου, αλλά σας το είπα ότι ερωτεύθηκα τη γραφή του Παπαμάρκου και ως φυσικό επακόλουθο, τα «Γυμνά Οστά» και ο «Ερωτόκριτος» αποτέλεσαν άμεσους «στόχους»! Πρώτη μου επιλογή ήταν τα Γυμνά Οστά λόγω θεματολογίας sci-fi.
Γυρνώντας ,που λέτε, τη πρώτη σελίδα, διαβάζω τους τρεις κανόνες της ρομποτικής από τον Asimov. Ω ρε Παπαμάρκο δε θα τα πάμε καλά σκέφτομαι! Δε μπορώ να φανταστώ καλύτερο οιωνό από την αναφορά στον “πατέρα” των sci-fi! Η ιστορία της νουβέλας καταπιάνεται από τη σχέση των ανθρώπων με τις μηχανές και τα καταστροφικά αποτελέσματα που είχε μία απόφαση να γίνει «σύζευξη» μεταξύ ανθρώπων και μηχανών για ένα καλύτερο μέλλον. ΜΠΑ! Αργά ή γρήγορα οι μηχανές αποκτούν δική τους συνείδηση και κάποια από αυτά διαχωρίζουν τη θέση τους, δημιουργώντας μία νέα μορφή «ζωής», η οποία δε συνεργάζεται με τους ανθρώπους (ούτε τα πειθήνια ρομποτάκια), αλλά αντιθέτως τους χρειάζεται για «καύσιμη ύλη».
Ο Παπαμάρκος μαζί με τον Kanello Cob δημιούργησαν ένα καταπληκτικό αποτέλεσμα, συνδυάζοντας τις ανεξάντλητες γλωσσικές ικανότητες του συγγραφέα (ο οποίος δημιούργησε λέξεις για τις ανάγκες του έργου), με το απαράμιλλο ταλέντο του Κanello! Σε κάθε σελίδα, κυριολεκτικά, έκανα παύση για να θαυμάσω τις λεπτομέρειες που έντυναν αυτό το δυστοπικό περιβάλλον του μέλλοντος!
Αν θέλετε να διαβάσετε ένα graphic novel με βαθιά νοήματα και με απαράμιλλή εικονογράφηση, μη διστάσετε να επενδύσετε σε αυτό το έργο! Πάμε για δεύτερη ανάγνωση τώρα…
Η δυστοπική επιστημονική φαντασία έχει δουλευτεί τόσο εντατικά που τείνει να στερεύει σε πρωτοτυπία. Τα Γυμνά Οστά είναι μια πνοή αναζωογόνησης στο είδος και (άλλη μια) τρανή απόδειξη ότι κάτι πολύ σοβαρό παίζεται με τα ελληνικά comics τα τελευταία χρόνια. Προσωπικά όταν χαζεύω τα graphic novel sections σε βιβλιοπωλεία κολλάω σχεδόν αποκλειστικά σε δουλειές Ελλήνων υπερταλαντούχων δημιουργών. Στο συγκεκριμένο, που εικαστικά τουλάχιστον είναι jaw-dropping, απόλαυσα και αυτήν την σπάνια αίσθηση ότι η ιστορία έχει ηχητική επένδυση: απο τις σελίδες ξεγλιστράει μια σιωπηλή βοή, ένας ραδιενεργός υποθόρυβος σε έναν κόσμο χωρίς πανίδα, σε μια post-apocalyptic ερειπιογραφία! Κάτω απο την επιβλητική ατμόσφαιρα όμως η αφήγηση υφαίνει και ένα υπόστρωμα φιλοσοφικού αναστοχασμού. Μπήκα στον πειρασμό να διαβάσω την ιστορία ως την απεικόνιση της "γυμνής ζωής", μιας έννοιας που ο Agamben ανέπτυξε στο Homo Sacer. Τα βιορομπότ που αλωνίζουν ψάχνοντας ανθρώπινα κορμιά για τροφή δεν είναι απλώς μηχανικά βαμπίρ. Δημιουργήματα του ενστίκτου για κυριαρχία πανω στον Άλλο μέχρις βαθμού ακύρωσης της ανθρώπινης υπόστασης, τα Θ.Ο.Ρ.Α.Κ.Σ. είναι πλέον κινούμενα μνημεία της αυτοκαταστροφικής ανθρώπινης ασθένειας σε έναν κόσμο άδειο από εμάς, τραγελαφική αρχαιολογία ενός νεκρού πολιτισμού θεμελιωμένου στη βία.
Ορθόδοξο sci-fi ευρωπαϊκής σχολής, εξαιρετικό world-building, ψυχεδελική διάθεση, άψογη δράση. Από τα πολύ καλύτερα ελληνικά κόμικς εκεί έξω, και καθαρόαιμο genre piece ρε γαμώτο — τα 'χουμε ανάγκη.
Εξαιρετικό concept, πανέμορφα πάνελ, πολύ καλά μετρημένη οικονομία ανάμεσα στα διαλογικά μέρη και τα "βουβά" πληθωρικά σαλόνια που ολοκληρώνουν το world building. Μου έφερε συνειρμικά μνήμες από κάποιες υποβλητικές sci-fi/dystopian ιστορίες που έβγαιναν τμηματικά στο 9.
• Τρομερό σχέδιο. Τ Ρ Ο Μ Ε Ρ Ο. Εντάξει, τι να λέμε, τα παιδιά έδωσαν ρέστα. • Φοβερή και ενδιαφέρουσα κοσμοπλασία • Ωραίοι διάλογοι • Κορυφαίες σκηνές μάχης και "βρώσης" (αν διαβάσετε, θα καταλάβετε). • Το wrap up στο τέλος μου φάνηκε λίγο βιαστικό.
Σίιιιγουρα θα ακολουθήσω το έργο τους και ανυπομονώ για τα επόμενα τεύχη.
Ένα sci-fi comic με άψογο λεπτομερές σχέδιο που αγγίζει θέματα τεχνητής νοημοσύνης όπως η συνειδητότητα των μηχανων. Θα μπορούσε άνετα να γίνει ταινία του Χόλιγουντ. Θα ήθελα να είναι μεγαλύτερο, να μάθω κι άλλα για την ιστορία, για το παρελθόν των χαρακτήρων. Τέλος, είναι πολύ ευχάριστο να βλέπεις συγγραφείς να είναι ευέλικτοι στο είδος και το μέσο που δημιουργούν. Ο Παπαμάρκος είναι γνωστός για τα παραδοσιακά του διηγήματα και τώρα φτιάχνει ένα sci-fi comic.
Συναρπαστικό δυστοπικό κόμικ με εξαιρετική πνιγηρή ατμόσφαιρα. Οι δημιουργοί έχτισαν ένα κόσμο που μοιάζει πραγματικά πλήρης, και στήνουν τη δική τους με γερές βάσεις μυθολογία. Το σχέδιο είναι εντυπωσιακό και πολύ εμπνευσμένο. Σε ένα δικαιότερο κόσμο τα δικαιώματα για την κινηματογραφική μεταφορά θα είχαν ήδη αγοραστεί.
Το διάβασα λόγω του συγγραφέα. Έχει ενδιαφέρον αλλά σίγουρα θα αρέσει περισσότερο σε λάτρεις των κόμικς. Ισορροπεί ανάμεσα στα ένστικτα και στα συμφέροντα
Ένα πολύ δυνατό κόμικ, το οποίο στέκεται άνετα ανάμεσα σε αντίστοιχα κόμικς Ευρωπαίων ή Αμερικανών δημιουργών και που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια ακριβή τηλεοπτική ή κινηματογραφική παραγωγή. Η όλη κοσμοπλασία είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και καλοδουλεμένη, η πλοκή έντονη και γεμάτη δράση (αν και το τέλος μου φάνηκε λιγάκι βιαστικό) και, βέβαια, υπάρχουν κάμποσες ιντριγκαδόρικες ιδέες που δίνουν πολλή τροφή για σκέψη. Όσον αφορά το σχέδιο, είναι πραγματικά πολύ όμορφο, χάρμα οφθαλμών που λένε, άνετα μετά την ανάγνωση του κόμικ κάθεσαι μια και δυο ώρες για να χαζέψεις και να θαυμάσεις τα διάφορα καρέ με τα τοπία, τα κτίρια, τις σκηνές δράσης και όλα αυτά. Μάλιστα, τώρα που το σκέφτομαι, το σχέδιο θυμίζει και λίγο Moebius, έτσι δεν είναι; Ναι, γενικά πρόκειται για ένα δυνατό κόμικ επιστημονικής φαντασίας που έχει να προσφέρει πολλά πραγματάκια στους λάτρεις του είδους. Για λεπτομέρειες δεν τσιμπάει πέμπτο αστεράκι, δηλαδή δεν παίρνει το 9/10 από μένα αλλά "μόνο" ένα 8.5/10. Υ.Γ. Άψογη η έκδοση.
I'm not reading comics in general but surely i gave it a go due to the writer (Dimosthenis Papamarkos).
I have to say that i really enjoyed the narrative and the plot. On the surface it is yet another dystopic sci-fi, but underneath it does have some interesting concepts around the human nature, the "Machine-Human" relationship (just consider the generative AI and it's boom these days). Lastly even the concept of "eating" other humans to survive it's equally disturbing but also a point around the importance of preserving nature/animals considering the climate change. Nevertheless it's quick, intriguing to the point and the artwork is definitely interesting read.
Definitely recommend it. Starring it as a 5 since i don't have many comics in my reading list to compare it with, but i surely understand if more experienced comic readers would rate lower.
Το συγκεκριμένο κομικ το βρηκα τυχαια ψάχνοντας σε αυτο το σαιτ. Η αληθεια ειναι πως ειμαι νεος στο χωρο των κομικ οποτε εψαχνα Έλληνες δημιουργούς αφου ειχα ηδη διαβασει 2 απο ξενους στην Αγγλική γλώσσα και με εβαλαν με το δεξί σε αυτο το χομπι. Αρχικα να αναφέρω πως μιλαμε για ενα πολυ ωραιο και ομορφο κομικ το οποιο μιλαει για post-apocalyptic ζωη (δηλ. Μετα απο τη καταστροφή του κοσμου) . Το σεναριο ηταν αρκετα καλο με ωραιους διαλογους αλλά με ενα σημαντικό μειονέκτημα (για μενα) , στο συνολο του το κομικ ειχε ελαχιστο γραπτο υλικο με αποτελεσμα να μπορεις να το βγαλεις μεσα σε 2-3 ημερες χωρις πολύωρη ανάγνωση και αυτος ειναι ο μονος λογος που χανει το ενα αστερι. Το artistic κομμάτι της ειναι πανέμορφο και σίγουρα το συστήνω.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία με πολύ δυνατό σχέδιο, που όμως γινόταν αδύνατο να παρακολουθηθεί από ένα σημείο και μετά λόγω γιγάντιων κομματιών infodumping που σε έβγαζαν από την πλοκή και το ρυθμό. Μπρουτάλ και πολύ ευφάνταστο, και με ένα από τα καλύτερα εξώφυλλα που είδα φέτος, αλλά με δυσκόλεψε πάρα πολύ στην ανάγνωση. Ίσως με λίγο show-don't-tell να με είχε κρατήσει πολύ περισσότερο, επειδή πραγματικά σαν κόνσεπτ ήταν πολύ ενδιαφέρον και φαινόταν τρελά η δουλειά που έριξαν οι δημιουργοί πάνω του.
Το μόνο που μου άφησε την αίσθηση του ανικανοποίητου ήταν το τέλος που έρχεται αρκετά απότομα και είναι ανοιχτό. Είναι σαν να βρίσκεται σε αντίθεση με την υπόλοιπη ιστορία που χτίζεται με κλιμακωτή περιπέτεια και πολλές ιδέες. Σου δίνει την αίσθηση ότι ακολουθεί 2ο μέρος (κάτι που όπως είπαν οι δημιουργοί στην παρουσίαση θα γίνει κάποια στιγμή στο μέλλον) αλλά δεν παύει να ισχύει. Πολλές (κρυμμένες) αναφορές από βιβλία μέχρι ταινίες και μουσική.Το σχέδιο εξαιρετικό και το μεγάλο μέγεθος της έκδοσης το αναδεικνύει όμορφα. Δυνατή δουλειά από δυνατό δίδυμο!
Τα «Γυμνά Οστά» είναι η σπάνια περίπτωση ελληνικού sci-fi που δημιουργεί τον δικό του κόσμο, ή μάλλον τις στάχτες του. Ο Παπαμάρκος στήνει μια δυστοπία που λειτουργεί και ως μύθος για το τέλος του κόσμου, ενώ το σχέδιο του Kanellos Cob δίνει βάρος σε κάθε ερείπιο, κάθε σώμα και κάθε ίχνος ζωής. Η σχέση ανθρώπου–μηχανής είναι το τεχνικό εύρημα και η υπαρξιακή παραβολή: ποιος μένει άνθρωπος και ποιος μαθαίνει να γίνεται κάτι άλλο; Το graphic novel είναι γεμάτο λεπτομέρεια, ατμόσφαιρα και μια γλώσσα ελληνική και ταυτόχρονα παγκόσμια.
Απλά απαραδεκτό. Ξεκίνησα να το διαβάζω οταν κυκλοφορούσε με τον "Μπλε κομμήτη" όπου την εικονογράφηση είχε αναλάβει αρχικά ο Μιχάλης Διαλυνας και στη συνεχεια ο Δημήτρης Πανταζής. Και οι δυο φοβεροί επαγγελματιες, σε αντίθεση με τον Kanellos Cob που εχει εικονογραφήσει το συγκεκριμενο graphic novel. Το downgrade ειναι πραγματικά Α Π Α Ρ Α Δ Ε Κ Τ Ο