Ήθελα να το διαβάσω το συγκεκριμένο βιβλίο κι η ημέρα ευνοούσε για κάτι τέτοιο, δεν κατέβαινε μπουκιά κάτω, όπως δεν έφτανε και σελίδα απ' τα βιβλία μου στο μυαλό. Χάνονταν στο πουθενά. Ο λόγος που ήθελα να το διαβάσω δεν ήταν βέβαια, ούτε πως ήθελα να διαβάσω παραμύθι, ούτε για το χάπι εντ, που ήταν αναμενόμενο για έργο αυτής της εποχής, που απευθυνόταν κατά βάση σε νεαρόκοσμο ( και όχι σε παιδιά, όπως έχει περάσει σαν άποψη ). Ο λόγος ήταν πως ανήκει στα ώριμα έργα του συγγραφέα. Αυτό που το καθιστά ώριμο, είναι πως έπεται του θανάτου, του εκδότη Εζέρ, για τον οποίο έχει λεχθεί πως επηρέαζε υφολογικά κυρίως και θεματολογικά το Βερν. Το κυρίαρχο σημείο αυτής της επιρροής είναι πως ο Εζέρ είχε αποφασίσει σε ποιο κοινό θα πλάσαρε το συγγραφέα, με αποτέλεσμα να επιμένει στον αισιόδοξο τόνο. Στο βιβλίο, αυτό, επαληθεύεται, κατά την άποψη μου.
Μπορεί η τόσων χρόνων πρακτική να είχε αποκτήσει τη δική της ισχύ, που δεν επέτρεψε ένα λιγότερο θειοδικίστικο τέλος και κατά το δυνατόν ''ευχάριστο'', αλλά δεν ήταν πολύ ευχάριστο, ήταν μάλλον η τελική δικαίωση, που άλλους τους ξαλάφρωσε και για άλλους δεν είχε πια καμιά σημασία. Αλλά αυτό που κυρίως έχει σημασία είναι η θεματολογία, είναι η δριμύτητα της και το πόσο ντόμπρο είναι το βιβλίο, τουλάχιστον για τα δεδομένα της εποχής και γνωρίζοντας ο συγγραφέας πως αναγκαστικά το κοινό του πλέον, είχε επιλεγεί. Τα καλώς νοούμενα παραλείπονται, τα κακώς κείμενα απ' την άλλη, συχνά επίσης παραλείπονται. Αλλά γενικά, το βιβλίο απευθύνεται σε εφήβους, πιθανόν στο μεταίχμιο μεταξύ ανηλίκου κι ενηλίκου βίου.
Υπάρχει ρυθμός, υπάρχει φυσικότητα στους διαλόγους, η ανάπτυξη των χαρακτήρων είναι επιδερμική αλλά όχι υποτυπώδης στο επίπεδο που φτάνει και κάποιες σκηνές, ειδικά σε αυτές που περιλαμβάνεται όχλος, πείθουν και είναι αυτές ιδίως, που αποτελούν ίσως, το πιο διακριτό σημείο, ότι ο συγγραφέας έβλεπε τον εαυτό του και ως παιδαγωγό.
Θα μπορούσα το θέμα του να το θεωρήσω ακόμα και προφητικό, αλλά όχι για το βασικό στόρι, όσο για τις τέμνουσες. Τοποθετημένο στα 1870, το πολιτικό έγκλημα του Ρώσου Βλαντιμίρ βρίσκεται μέσα στη ''χρυσή'' τριακονταετία της δυσαρέσκεια του Ρώσικου λαού και του αναβρασμού. Ο άλλος λαός, μία επίσης απ' τις Μεγάλες Δυνάμεις, μοιάζει να επιβεβαιώνει την αυτοπρόκληση οργής για την οποία μιλάει ο Καμύ στον Επαναστατημένο Άνθρωπο, όπως άλλωστε κι ο Μπελ σε κάποιο βιβλίο που απλά περιγράφει τα αντικείμενα σε ένα γερμανικό σπίτι και δημιουργεί αυτή την αίσθηση. Κι αν πάμε λίγο παραέξω, το κύμα που ακολούθησε και στις δυο χώρες, οδήγησε στο θρόνο, δύο ψυχασθενείς τελικά, που βέβαια δεν ήταν παρά φαινόμενα της εποχής τους, τα τελικά.
Πιστεύω πως αν ο Βερν είχε τύχει της προσοχής ενός άλλου εκδότη, θα είχε γράψει αριστουργήματα. Η ''σκοτεινιά'' αυτή που θορύβησε και φιμώθηκε, δεν ήταν παρά το βήμα ενός πρωτοπόρου.