3,5
Δε μπορείς να μην υποκλιθείς στη δυναμική εικονογράφηση του συγγραφέα, είναι οπερατέρ και σκηνοθέτης και τίποτα δεν αφήνει να πέσει καταγής. Χειρίζεται σκηνή και χαρακτήρες βιρτουόζικα και τις σκέψεις τους σα να είναι μέρος τους. Αγνοεί κάθε φίλτρο ωραιοποίησης χρωμάτων και κινήσεων. Ο ήχος, η εικόνα, η οσμή, η ενέργεια δίνονται όπως συμβαίνουν. Γιατί; Γιατί η ωραία φτιαγμένη εικόνα, η φτιαγμένη στυλιστική όψη ταιριάζει με τα παραμύθια, τον κινηματογράφο και το facebook. Έχουμε κάποιον που ο Καλβίνο θαρρετά θα του πρόσφερε το χέρι του και που θα έκανε τον Κρόνενμπεργκ να πάθει συμφόρηση. Ο Χραμπάλ ασχολείται μόνο με την κάτοψη, την τομή και τα η/μ. Τα υπόλοιπα δεν τον αφορούν.
Κι αν ακόμα διαφωνώ με το συμπέρασμα για το πέπλο δέους που μας τυλίγει πριν απ’ το θάνατο, γιατί κανείς μας δεν γνωρίζει, εντυπωσιάζομαι κι ευαισθητοποιούμαι, που είναι πρόθυμος να σαμποτάρει ακόμη και τους αγαπημένους του χαρακτήρες, αρκεί να τονίσει τις σκέψεις του για τα ζώα. Δε θαυμάζει τα ζώα, τα σέβεται. Κάτι που δε θα μπορούσε να καταλάβει κανένας ηλίθιος απ’ όσους συνεχίζουν με τις ζητήσεις τους και διαιωνίζουν τα puppy mills, τους byb και τις φαινοτυπικές εκτροφές. Μπορεί εδώ να υπάρχουν μόνο άλογα, γουρούνια, ρακούν, ένας γάτος κι ένα σκυλάκι που το λέγανε Μούτσεκ κι εγώ να μιλάω γενικά για ένα φαινόμενο της αντι-ευζωίας αλλά ο συγγραφέας με κάνει να αισθάνομαι ασφαλής να μιλώ εκ μέρους του.
Πρώτη φορά πάντως συναντώ συγγραφέα να χρησιμοποιεί αμείλικτα αυστηρό ρεαλισμό και παράλληλα να δουλεύει πολύ το σουρρεαλιστικό χιούμορ και την αλληγορία, σ’ ένα βιβλίο ταξίδι στα παλιά χρόνια, με τα χάδια και τις σκληρές τους συγκινήσεις κι όσα χάθηκαν ώσπου να φτάσουμε σε μια εποχή που είναι απλή διαδικασία να πατήσεις το διακόπτη για ν’ ανάψουν τα φώτα κι ωστόσο παραμένει διαδικασία, σχεδόν, ασύνειδη πράξη. Δεν εμπεριέχει κανένα τελετουργικό, προσκυνά μόνο την ευκολία. Που να ‘χε δει ο Χραμπάλ τις σύγχρονες τάσεις με τις λάμπες των εκατομμυρίων αποχρώσεων, που ρυθμίζονται απ’ τα κινητά τηλέφωνα. Θα ντρεπόταν για ‘μας και τη σκοτωμένη ελευθερία μας.
Υπέροχη η κρυστάλλωση του αντιφατικού ανθρώπου στο πρόσωπο του Φράνσιν. Δειλός, σκλάβος, υποτακτικός, θύμα του καθωσπρεπισμού και των σιωπηλών παθών που αποκτούν δικαίωμα μόνο πίσω απ’ την πόρτα και μαζί ένας άνθρωπος που στα ωραία του μπράτσα βλέπει αδυναμία, που σταματάει με μια φωνή και μια ατσάλινη λαβή το απειθάρχητο άλογο και τιθασεύει τον πληθωρικό αδελφό του κι ένας βαθειά ερωτευμένος άνθρωπος με την γυναίκα του, που είναι όσα δεν είναι εκείνος. Άνθρωπος της συνήθειας, του καθήκοντος, του υπερβολικού σεβασμού και την ίδια στιγμή ένας επαναστάτης που δεν κάνει τίποτα πραγματικά δριμύ για να καθυποτάξει τη γυναίκα του και που προτιμάει τα ταξίδια με μια σαραβαλιασμένη μοτοσυκλέτα που μονίμως χαλάει και κουβαλάει ως και τόρνο για να την επιδιορθώνει, σε μικρές αποδράσεις στην Πράγα, που πάντοτε η επιστροφή συνοδεύεται από χαρές μικρής ελευθερίας, στο τελετουργικό των δώρων της επιστροφής, στην Ιθάκη του.
Αυτή η γριά όλη την ημέρα χλαπάκιαζε ασταμάτητα μήλα και γλυκά και τριάντα ολόκληρα χρόνια κλαιγόταν: παιδιά θα πεθάνω σύντομα, δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα, μόνο να κοιμηθώ θέλω, νυστάζω συνέχεια … και είμαι κάπως άρρωστη, έλεγε ο θείος λύνοντας αμέτρητα λουράκια απ’ το σάκο του και ξαφνικά τον γύρισε ανάποδα και πέσανε στο πάτωμα διάφορα εργαλεία του τσαγκάρη κάνοντας πολύ θόρυβο. Ο άντρας μου, όταν άκουσε τη φασαρία, έκρυψε το πρόσωπο του μεσ’ τις παλάμες κι έβαλε τα κλάματα σα να του πέταγε ο Πέπιν τα εργαλεία στο κεφάλι.
<< Θείε Ιώζην >> είπα κι έβαλα μπροστά του ένα ταψί με γλυκά << πάρτε ένα κομμάτι πίτα >>. Και ο θείος καταβρόχθισε δυο κομμάτια με μια χαψιά και δήλωσε: << είμαι κι εγώ λίγο άρρωστος >>.
Το βιβλίο είναι ακόμη μια παραβολή πάνω στις σωστές επιλογές που χειριζόμαστε εντελώς λαθεμένα, από αδυναμία να τις υπερασπιστούμε στον εαυτό μας, στερώντας του το ρόλο που είχε στην επιλογή τους. Και κάποια περιστατικά, όπως κι εξιστορήσεις του Πέπιν υποθέτω πως σημαίνουν κάτι πολύ ιδιαίτερο για τη μνήμη των Τσέχων, που σ’ εμάς θα ήταν αδύνατον να ανιχνεύσουμε, όπως ένας Τσέχος ή ένας Αμερικανός δε θα μπορούσε ποτέ να κατανοήσει συμβολισμούς του Βενέζη, λόγου χάριν. Παρόλ’ αυτά όμως δε βοηθούν να μειωθεί η απόσταση που δυστυχώς δημιουργεί η μακροπερίοδη στατικότητα της ιστορίας, που αποκαθίσταται ελάχιστα, με την πνοή που δίνεται στο τέλος. Και τελειώνοντας, έχω μια αστήρικτη εντύπωση ότι η Μαρία είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα τομή, πάνω στην ίδια την ιστορία της Τσεχίας, στο οποίο συναινεί και η παραληρηματική ιστορία, του κοψίματος των μαλλιών, όσο κι αν μαζί είναι μια οργιαστική εκδήλωση της δυσφορίας του συγγραφέα, για όλες εκείνες τις εποχές που η γυναίκα δεν είχε δικαίωμα στον εαυτό της και που αποχαιρετά ο συγγραφέας εν μέρει με τη Μαρία του, παρά το φινάλε της τρόμπας που είναι μαζί κάθαρση και ράπισμα του νέου ξεκινήματος.
Κλείνοντας, μου άρεσε ο επίλογος της μεταφράστριας, η οποία έμμεσα συνδέεται με τον ίδιο το Χραμπάλ όπως κι η ιστορία της οικογενείας της και το ύφος της με κάνει να υποθέτω πως η λανθασμένη επιλογή χρόνων δεν ξέρω τελικά αν ήταν αβλεψιά του χτενίσματος της μετάφρασης, ή σχετίζεται με επιλογές του ιδιαίτερου τόνου του συγγραφέα, που θα παρέπεμπε βέβαια σε άλλου είδους συμβολισμούς. Πάντως, ο επίλογος της σχεδόν αφομοιώνεται στην ιστορία και μένει τελευταία εικόνα ο Χραμπάλ να απομακρύνεται στο δάσος με το ποδήλατο, φωνάζοντας στο νεαρό συνοδό της, υπονοώντας ομοιότητες με τη γιαγιά της, << έμπλεξες >>.
Λέω, Μπόντια, να μου κόψετε τα μαλλιά όπως τα έχει κομμένα η Τζοζεφίν Μπέικερ