Παγκόσμια ημέρα βιβλίου σήμερα και χαίρομαι ιδιαιτέρως που με πετυχαίνει κλείνοντας με Ναμπόκοφ, ναι με ΑΥΤΟΝ, αυτή την λογοτεχνική περιπτωσάρα.
Επίσης, περίοδος εμβολιασμών, με την Απόγνωση κάνω την τρίτη δόση εμβολιασμού μου κατά Ναμπόκοφ, επομένως θεωρώ ότι έχω αποκτήσει αρκετά αντισώματα σε αυτό που λέμε ανθρώπινη ιδιοτροπία, βίτσιο και άλλα όμορφα κατεξοχήν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, που κάνουν τόσο περήφανο το μοναδικό μας είδος και δη τους καλλιτέχνες.
Καταρχάς παραδέχομαι ότι είμαι σε διάθεση ακατάσχετης πολυλογίας (αντιεμπορικό να το γράφω, το ξέρω), όμως και για αυτό πάλι αυτός φταίει. Γενικότερα, τέτοιος που είναι, μου δίνω το ελεύθερο να του προσάψω τα πάντα, όλα τα κακά της μοίρας μου νιώθω ότι μπορώ και πρέπει να του τα καταλογίσω. Κάτι σαν αντίποινα για τη δοκιμασία –αυτή την απολαυστική δεν κρύβω– δοκιμασία που με έβαλε να περάσω μέσα από την Απόγνωσή του.
Εν αρχή ην το θέαμα, και η ενορχήστρωσή του. Αυλαία, φώτα, ιδού ο βασιλιάς της ειρωνείας, ο μεγαλύτερος είρων όλων, αυτός που θα σε πάρει, αναγνώστη-θεατή, και θα σε σηκώσει, αυτός που θα σε χειριστεί όπως ο γάτος χειρίζεται ένα κουβάρι. Ναι, γλυκό μου κουβαράκι-αναγνώστη, θα σε κάνει ό,τι θέλει ο Βλαδίμηρος και στο τέλος, θα πεις κι ευχαριστώ. Το τελευταίο το λέω με απόλυτη ειλικρίνεια, χωρίς ίχνος εμπαιγμού, γιατί αυτό που θα σου έχει προσφέρει μέχρι το τέλος, θα είναι η τέρψη της Ανάγνωσης, η απόλαυση ενός σεναρίου παρανοϊκού, με ναμποκοφικά αποκορυφώματα, με πληθώρα γλωσσικών τερτιπιών και νοητικών παιχνιδιών που θα σου τεντώσουν τα νεύρα κάνοντάς τα κρόσια, με ευφυΐα του είδους που δε συναντιέται εύκολα, με λίγα λόγια χωρίς ταίρι, με σατανικές συλλήψεις και με χιούμορ του είδους που γελάς κάτω απ’ τα μουστάκια σου ή και –συχνότερα– σαρδόνιας υφής. Ναι, σε στιγμές, χωρίς να το βλέπω να ’ρχεται, με έπιανε νευρικό γέλιο σαν να βρισκόμουν ουρανοκατέβατα κατά διαβολικό λάθος σε χορωδιακή συνάντηση ηλικιωμένων υψιφώνων με uniform που τραγουδούν με κάθε σοβαρότητα το “Σ'αγαπώ γιατί είσ' ωραία, σ'αγαπώ γιατί είσαι εσύ”. Έτσι γελούσα. Νευρικά, ηλίθια.
Ο Ναμπόκοφ απαξιεί, περιγελά έξυπνα και εξυπνακίστικα, ειρωνεύεται και σχολιάζει αδιάντροπα. Μεταξύ των θυμάτων του είναι ο Ντοστογιέφσκι και ο Φρόυντ˙ τους χλευάζει καταφανώς και τους δυο στο συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά και στη Λολίτα, όπως θυμάμαι.
Τη στιλάτη πρόζα του Ναμπόκοφ δεν μπορώ να τη συγκρίνω με κανενός του οποίου το έργο έχω διαβάσει μέχρι στιγμής. Επομένως, μένει πρώτος και μόνος στην ξεχωριστή του θέση. Πιστεύω ότι δε θα ήθελε και κανέναν για παρέα, εδώ που τα λέμε.
Η γυαλάδα του ματιού του πρωταγωνιστή της Απόγνωσης είναι εξόφθαλμη, όπως άλλωστε και αυτή του Χάμπερτ Χάμπερτ στη Λολίτα. Οι ήρωές του είναι psycho και διεστραμμένοι, over and out. Όλοι αρνητικοί, όλοι αντιπαθείς μέσα στο κυριλέ, στιλβωμένο περίβλημα της απόλυτης ευφυΐας τους. Αυτή τους η ευφυΐα είναι υπερτροφική, αυτή δημιουργεί τα νοητικά τους καρκινώματα, ενορχηστρώνει τα σατανικά τους σχέδια και παραστρατήματα, όλα αυτά τίθενται σε λειτουργία και περιγράφονται με την υπογραφή του οξύνου συγγραφέα. Δεν υπάρχει ηθικοπλαστική διάσταση και παράδρομοι με γλυκές ή γλυκερές υπόνοιες. Περιθώριο ταύτισης: ουδέν. Στιλάτο, καθαρόαιμο, ψυχρό δράμα, αυτά ναι, σε αφθονία. Αυτό είναι το μεγαλείο του σύμπαντος του Ναμπόκοφ. Εν πολλοίς, ο συγγραφέας κάνει ξετσίπωτα ό,τι γουστάρει, παίζει όπως θέλει, κι άμα θέλουμε. Αν όχι, από δω είναι η έξοδος, παρακαλώ περάστε, ευχαριστούμε για τη συμμετοχή.
Η Απόγνωση είναι ένας ακόμη νοητικός δαίδαλος, ένα καλοστημένο υφολογικό παιχνίδι με κομβικά στοιχεία τη μνήμη, έναν εκτελεσμένο φόνο με ειδικές, βιτσιόζικες προδιαγραφές και βιρτουόζικη εκκίνηση της ιδέας του, και την επιθυμία εκτέλεσής του έχοντας αποκλείσει το παραμικρό περιθώριο λάθους. Το τελευταίο δε θα συγχωρούνταν επουδενί, όπως δε συγχωρείται και δε γίνεται αποδεκτό οτιδήποτε λιγότερο από ένα αριστούργημα στον καλλιτέχνη που αναζητά το τέλειο, το άψογα εκτελεσμένο. Επέτρεψα και πάλι συνειρμούς στο φτωχό μου μυαλουδάκι. Σκεφτόμουν το Δημιούργημα του Zola και την ένταση του άγχους και της απόγνωσης –ναι, και εκεί απόγνωση!– του καλλιτέχνη που ξετυλίγεται εκεί μεγαλοπρεπώς. Από την πένα όμως του νατουραλιστή λογοτέχνη. Εδώ έχουμε μια αντίστοιχη απόγνωση, revisited όμως, αποδοσμένης με την πένα του μοντερνιστή Ναμπόκοφ. Εδώ έγκειται ο διαχωρισμός. Ενώ η κεντρική ιδέα μοιάζει να είναι όμοια, ο αφηγηματικός τρόπος δημιουργεί τη μεγάλη διχάλα και μιλάμε πια για κάτι το τελείως, το εκ βάθρων διαφορετικό πράγμα.
Η Απόγνωση είναι εντέλει μια εξαιρετική παράσταση. Μια παράσταση παιγνιώδης και πανέξυπνη όπου χρειάζεται η συνέργεια όλων των εγκεφαλικών κυττάρων του αναγνώστη –τα φαντάζομαι εν χορώ– για να ρουφήξουν κάθε ρανίδα ευστροφίας, χιούμορ και φυσικά ειρωνείας που προσφέρονται αφειδώς στις σελίδες, από την εναρκτήρια παράγραφο (Αν δεν ήμουν απολύτως βέβαιος για το ταλέντο μου στο γράψιμο και τη θαυμαστή μου ικανότητα να εκφράζω ιδέες με υπέρτατη χάρη και ζωντάνια… ) μέχρι το γκραν φινάλε.
Το βάπτισμα του πυρός με τον Ναμπόκοφ το πήρα με την Άμυνα του Λούζιν και μετέπειτα με τη Λολίτα, δείγμα ικανό για να δείξει εάν έχω δυσανεξία ή όχι στην αυτού εξοχότητα. Όχι μόνο δεν έχω, αντιθέτως. Με την Απόγνωση επισφραγίζω μια λογοτεχνική μου αδυναμία.
* Έχω βάσιμες υποψίες ότι από τον τάφο μέσα, τρίβει τα χέρια του μειδιώντας σαρδόνια και σαρκάζοντας αυτάρεσκα "Άντε να πληρώνετε 350€ για τη Χλομή Φωτιά γλυκάκια μου. Τα αξίζω και με το παραπάνω, αν θέλετε τη γνώμη μου."
* Θέλω διακαώς να σας δώσω λίγο να δοκιμάσετε. Κάπου στη μέση του βιβλίου, εντελώς ξεκούδουνα, ξεκινάει ένα κεφάλαιο ως εξής: «Καταρχάς, ας δεχτούμε το ακόλουθο απόφθεγμα (όχι ειδικώς γι’ αυτό εδώ το κεφάλαιο, αλλά γενικώς): Λογοτεχνία ίσον έρωτας. Τώρα, μπορούμε να συνεχίσουμε.» Ναμπόκοφ, αγόρι μου, πώς μας παίζεις έτσι στα γόνατά σου;
* Το επόμενο γατί μου θα το πω σίγουρα Βλαδίμηρο, ή Βλάντι, ή Νάμπι, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.
* Χαμογελάς, ευγενή αναγνώστη; Καλά κάνεις!
(Εύσημα στον Αύγουστο Κορτώ για την άψογη μετάφραση)