Θα ξεκινήσω λίγο περίεργα, αλλά ελπίζω ότι όσοι γνωρίζουν πόσο με παθιάζει ο Μπροχ, θα το δικαιολογήσουν, έστω και λίγο. Καθ’ όλη τη διάρκεια που διάβαζα αυτό το βιβλίο, μου ήταν αδύνατο να μη σκέφτομαι ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στα μέρη που κινούνταν ο Φώκνερ, του οποίου το συγγραφικό ύφος κι ο μακροπερίοδος λόγος, θυμίζουν το Μπροχ. Επίσης, όταν βρέθηκε ο Μπροχ για πρώτη φορά στην Αμερική, το 1942, ο Φώκνερ ολοκλήρωσε το Go Down Moses. Δεν υπονοώ απολύτως τίποτα. Αλλά επειδή δεν είναι όλοι μ@λάκες κι επειδή δεν θεωρώ τέτοιο ούτε το Φώκνερ, θεωρώ αδύνατο να μην είχαν γνωριστεί. Ήθελα να γράψω αυτά, όχι για κανέναν άλλο λόγο, ούτε να υπονοήσω πως ο Φώκνερ αντιγράφει το Μπροχ. Κανένας δε μπορεί να αντιγράψει το Μπροχ, όπως κανένας δε μπορεί να αντιγράψει το Φώκνερ, ή το Μπέρνχαρτ. Εδώ και περισσότερο από αλλού, λάμπει αυτή η τρομερά μοντέρνα σύλληψη, του Γκαίτε, για τις Εκλεκτικές Συγγένειες.
<< τύπους που ο θείος του έλεγε ότι βρίσκεις, που δεν ηγούνταν στ’ αλήθεια όχλων ούτε καν τους πυροδοτούσαν μα που ήταν πάντοτε ο πυρήνας τους εξαιτίας της μαζικής τους διαθεσιμότητας >>
Κατά κάποιο τρόπο ο συγγραφέας, σου φυτεύει εικόνες, όχι από κάτι που υπάρχει στο βιβλίο, αλλά από ιδέες που σχηματοποιούνται σε δικά σου οπτικά σενάρια κι ιδέες που ταιριάζουν με ψήγματα της ζωής σου κι ό,τι σου γεννά η ιδέα – εικόνα, του συγγραφέα.
Μάνα και γιος.
Μια απ’ τις ομορφότερες χαρτογραφήσεις, που δε χωρά ούτε μια περισσότερη, λέξη. Και με τη μόνη αποδεκτή γραφή, που θα μπορούσε, να χρησιμοποιηθεί. Χωρίς σαφή δομή, χωρίς φαινομενική υπακοή σε γραμματικούς κανόνες. Απέραντη γραφή, για μια απέραντη σχέση. Κι η μάνα, ποτέ δεν μπορεί να περιγραφεί και κανένας δε μπορεί να στην περιγράψει, αλλά ξέρεις. Με όλο σου το είναι, ξέρεις. Ακόμα κι όταν, θυμώνεις, κι, όταν ντρέπεσαι, κι, όταν οργίζεσαι: πόσο πονά η αγάπη, πόσο πονά η έκφραση, πόσο πονά να βρεις τη δύναμη, να γίνεσαι λογικός.
Καμιά ανακοπή στο λόγο του συγγραφέα, κανένα φίλτρο σχετικότητας, σαν την ανάσα. Είναι αδύνατο να αναχαιτιστεί, τίποτα δε μπορεί να εμποδίσει τη σκόνη, τα ακάρεα, τα χνώτα, σαν το κοίταγμα. Μπορείς να εστιάσεις, να καρφώσεις με το βλέμμα, δεν παύεις να βλέπεις τα πάντα, ακόμα κι όσα συνειδητά δεν καταγράφονται.
<< Όλα συμβαίνουν στο τώρα βλέπεις. Το χτες δε θα τελειώσει μέχρι το αύριο και το αύριο άρχισε πριν από δέκα χιλιετίες >>
Επιβάλλεται στον αναγνώστη των Κοτσυφιών, να διαβάσει το Ξένο στο χώμα. Για να ενηλικιωθεί. Όσο δύσκολο κι αν το κάνει αυτή η απλωσιά στο λόγο, η ασάφεια στη δομή, η ταυτόχρονη, ασυγκρότητη ( ; ), ασυγκράτητη, ύπαρξη, κάθε παράστασης, ως ιδέα και το μουσικό κύμα, που ποτέ δε σκάει γρήγορα, αυτό ειδικά που θυμίζει το Μπροχ, μα που αν ήταν πιο σαφές και αψύ, θα προανήγγειλε τον Πύντσον κι αν ήταν πιο αμβλύ, θα χαιρετούσε, το Στάϊνμπεκ. Εξαιρετικά δύσκολο, με ένα συγγραφέα που παρατάει την αφήγηση, για να σου απευθυνθεί και σ’ αφήνει κι εσένα για να χαϊδέψει τους χαρακτήρες του, να τους βάλει να μιλήσουν με τις ιδέες του, να εκτοξεύσουν τις εικόνες του και γυρνά σ’ εσένα για να σου πει, πως αυτοί όλοι που βλέπεις να κινούνται, να δρουν, να υπάρχουν ως κύριοι ή ως περιβάλλον και ποτέ δεν τους ακούς πραγματικά, γιατί πάντα ακούς το συγγραφέα κι ίσως αυτό να μοιάζει μειονέκτημα, αλλά δεν είναι μειονέκτημα, γιατί προτάσσει ένα στήθος, για να σου μιλήσει για κάτι μεγαλύτερο, για την ομοιογένεια εκείνη των ανθρώπων που μοιάζουν με ένα σώμα, όχι γιατί λένε τα ίδια, ούτε γιατί δεν έχουν προσωπική φωνή και μοιάζουν ενιαίοι, αλλά γιατί ακριβώς μόνο μαζί μπορούν να εξελιχτούν, να προχωρήσουν, κι, αυτό που μοιάζει με μια χελώνα που κινείται αργά, λίγο μπρος, μετά λοξά κι ύστερα πίσω, σα να κυνηγά την ουρά που δεν έχει, μοιάζει με την παλάμη σου, που δεν είναι πραγματικά ενιαία, αλλά αποτελούμενη από μικροσωματίδια, ενωμένα κι απωθούμενα διαρκώς και είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να είναι και ο Νότος ένα σώμα, που μαζί θα εξελιχτεί, απ’ τους λίγους, ή απ’ τους πολλούς, μαζί, λίγο μπροστά, μετά λοξά, πίσω και κυκλικά, θα πέσει κι ας μην πίστευες ότι ένα σώμα που είναι τόσο κοντά στο έδαφος και σχεδόν έρπει, έχει τη δυνατότητα να λυγίσει, ή να πέσει και να ξαπλώσει κι επειδή έχεις ξεχάσει πως έχει ένα καβούκι στο οποίο μπορεί να κουρνιάσει και να γίνει απρόσβλητη απ’ τον οποιονδήποτε και το οτιδήποτε δε μπορεί να κινηθεί υπογείως, το βλέπεις ξαφνικά και τίποτα δεν κινείται και κάτι από κάτω την ανασηκώνει, όμως ακόμα παραμένει εκεί που είναι, δεν το ξέρεις αν πονά, ή αν προσβάλλεται, δεν το ξέρεις αν πιέζεται, δεν ξέρεις απολύτως τίποτα, ξέρεις μόνο πως πάλι ο συγγραφέας σε πάει κάπου άλλου και ξέρεις μόνο πως όλοι αυτοί οι χαρακτήρες είναι αδύνατο να μην είναι υπαρκτοί, μα είναι γιατί θα ζήσουν για πάντα εδώ μέσα και θα ζεις κι εσύ μαζί τους και κατά τους και με το συγγραφέα, αιχμάλωτος και φίλος, θα είναι το μυστικό που μοιράζεστε κι όπως όλα τα μυστικά θα είστε αιχμάλωτοι του, όπως ήταν κι ο συγγραφέας κι ο κόσμος όλος.
<< Μα όχι όλοι μαζί συγχρόνως διότι υπάρχει ένα απλό αριθμητικό σημείο στο οποίο ο όχλος ακυρώνει και καταργεί εαυτόν, ίσως γιατί έχει γίνει τελικά υπερβολικά μεγάλος για το σκοτάδι, η σπηλιά όπου αναπαράχθηκε δεν αρκεί πλέον για να τον κρύψει από το φως κι έτσι επιτέλους είτε θέλει είτε όχι πρέπει να αντικρίσει τον εαυτό του, ή ίσως επειδή η ποσότητα αίματος σ’ ένα μονάχα ανθρώπινο κορμί δε φτάνει πλέον, όπως ένα φιστίκι μπορεί να εξάψει έναν ελέφαντα μα όχι δύο ή δέκα. Ή ίσως να φταίει το ότι ο άνθρωπος έχοντας μεταβεί σε όχλο μεταβαίνει κατόπιν σε μάζα που καταργεί τον όχλο δι’ απορρόφησης, δια μεταβολισμού, κατόπιν έχοντας γίνει υπερβολικά μεγάλη ακόμα και για μάζα γίνεται άνθρωπος ξανά ικανός να συλλάβει το έλεος και τη δικαιοσύνη και τη συνείδηση ακόμα κι έστω μοναχά από την ανάκληση της μακράς οδυνηρής φιλόδοξης πορείας προς αυτές, προς αυτό το κάτι τέλος πάντων, κάποιου γαλήνιου πανανθρώπινου φωτός >>
Ένας απόλυτα αξιοπρεπής μαύρος παππούς που σώζει ένα παιδί σε κάποιο ρέμα, επειδή το θίγει κι αρνείται κάθε ευχαριστία, κάθε ανταπόδοση, αντιστρέφει τα δώρα που επιλέγει πότε θα σταματήσει να χαιρετά στην πόλη, γίνεται η νέμεση του παιδιού, κάποιος στον οποίο οφείλει ένα λόγο, κάποιος που δεν το αφήνει να τιμολογήσει την πράξη του και να μπορεί να την εξοφλήσει. Γίνεται κάποιος για τον οποίο πλάθει σενάρια, που φοβάται πως δε θα σταματήσει να τον χαιρετά κι έχει ήδη σταματήσει και μ’ έναν αδιευκρίνιστο τρόπο, σου είπε ο συγγραφέας, πως το αντιλήφθηκε ο γέρος στο παιδί κι επιβάλλει στο παιδί να του χρωστά, ένα δεύτερο χρέος πια, την απελευθέρωση του. Και τίποτα δε λήγει, ώσπου να έρθει μια ακόμα, μια τελευταία, θριαμβευτική πρόσκληση, να ξαναβρεθούν στο ρέμα.