Τα Βαλκάνια ονομάστηκαν «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης». Και οι Ευρωπαίοι αυτή τη στιγμή δίνουν περισσότερη σημασία στην πυρίτιδα που υπάρχει εδώ παρά στο όνομα της πυριτιδαποθήκης. Τα ονόματα δεν κάνουν ζημιά, παρά μόνο σ’ αυτούς που τα χάνουν και δεν έχουν να εμπορευτούν τίποτα άλλο εκτός από ονόματα. Που, όσο πιο ένδοξα είναι, τόσο πιο καλή τιμή πιάνουν στη μαύρη αγορά των ονομάτων. Τα Σκόπια θέλουν το όνομα Μακεδονία, για τον ίδιο λόγο που δεν τους το δίνουμε εμείς. Ξέρουν πως θα μπορούσαν να το εμπορευτούν, όπως εμείς εμπορευόμαστε το ένδοξο όνομα Ελλάδα, που αν δεν το είχαμε κανείς δεν θα μας δάνειζε, τέτοιοι αχαΐρευτοι που είμαστε. Το όνομα μας είναι η τραπεζική μας εγγύηση. Λέμε: δώστε κάτι στον αόμματο! Μη βλέπετε που είναι ανάπηρος. Οι πρόγονοί του όμως, είχαν κάτι μάτια, να! Διαπερνούσαν τα ουράνια και έφταναν εκεί που βρίσκονταν κρυμμένες από κάθε βέβηλο βλέμμα αδαούς και ηλιθίου οι Ιδέες του Πλάτωνα.
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης ήταν Έλληνας κριτικός κινηματογράφου, δημοσιογράφος, συγγραφέας και δοκιμιογράφος.
Γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1934 στα Σέρβια του νομού Κοζάνης και πέθανε στις 8 Σεπτεμβρίου 2000 στην Αθήνα. Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από την Κωνσταντινούπολη, την οποία και ο ίδιος αναγνώριζε ως πατρίδα του (κυρίως διότι του άρεσε ως πόλη). Εξάλλου είχε και άλλες "πατρίδες". Κατεξοχήν, την Καστοριά στην οποία πέρασε την εφηβεία, λόγω μετάθεσης των γονέων του. Σημειωτέον, οι γονείς του ήταν αμφότεροι εκπαιδευτικοί - φιλόλογος ο πατέρας (Απόστολος), δασκάλα η μητέρα του (Ελένη).
Σπούδασε το 1959 κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου στην Αθήνα και μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε σαν βοηθός του Νίκου Κούνδουρου και του Ροβήρου Μανθούλη, ενώ το 1962 γύρισε και ο ίδιος δύο ταινίες - ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, το Βυζαντινό μνημόσυνο και τους Γουναράδες της Καστοριάς και την τέχνη τους. Η πρώτη του ταινία, γυρισμένη με πενιχρά και πεπαλαιωμένα μέσα, ήταν εξαιρετικά φιλόδοξη, αλλά ο ίδιος την απέρριψε αμέσως ως αισθητικά απαράδεκτη και έκτοτε αδιαφόρησε παντελώς για την τύχη της παρότι βραβεύτηκε αργότερα από διεθνές φεστιβάλ.
Το 1963 αποφασίζει να εγκαταλείψει την προοπτική του επαγγελματία σκηνοθέτη για να γίνει επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου. Αρχικά εργάστηκε σ' αυτό το πόστο σε έντυπα της Αριστεράς στην οποία ιδεολογικά ανήκε, αρχικά την "Επιθεώρηση Τέχνης" και αργότερα στη "Δημοκρατική Αλλαγή". Στη συνέχεια εξέδωσε το περιοδικό "Ελληνικός Κινηματογράφος" το οποίο έκλεισε η Χούντα για να το επανεκδώσει στη συνέχεια με τον τίτλο "Σύγχρονος Κινηματογράφος".
Με τη Μεταπολίτευση εργάστηκε σε διάφορες εφημερίδες όπως "Το Βήμα" (1974 - 1983), το "Έθνος" (1983 - 1998) και η "Ελευθεροτυπία" (1998 ως το θάνατό του το 2000), μη περιοριζόμενος στην κριτική κινηματογράφου, αλλά γράφοντας σχόλια και επιφυλλίδες που άπτονταν ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών θεμάτων.
Επίσης παρέδιδε σεμινάρια και δίδαξε κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου, στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, στο Ινστιτούτο Γκαίτε και αλλού. Επιπλέον εργάστηκε και σε ραδιοφωνικό σταθμό σε εκπομπές διαλόγου. Στη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας των συνταγματαρχών βασανίστηκε και εκτοπίστηκε στις φυλακές της Αίγινας. Υπήρξε συνειδητοποιημένος μαρξιστής-κομμουνιστής και μέσα από τα βιβλία του ανέλυσε τη μαρξιστική θεωρία με τρόπο απλό αλλά όχι απλουστευτικό.
Απεβίωσε το 2000 σε ηλικία 66 ετών από καρκίνο και κηδεύτηκε στην Πάτρα. Κατοικούσε στα Εξάρχεια επί της οδού Ιπποκράτους.
Δεν είμαι άνθρωπος να κακολογήσει το Ραφαηλίδη σε καμία περίπτωση. Θεωρώ ότι είναι από τα πιο αδύναμα πονήματά του, κυρίως γιατί συναντούμε πολύ πιο έντονα την αγαπημένη του συνήθεια να επαναλαμβάνει τα συμπεράσματά του. Αυτά τα συμπεράσματα, όμως, δεν είναι τα τετριμμένα κλισέ που ακούς καθημερινά. Ο συγγραφέας έχει οξύτατη κριτική ικανότητα και σε οδηγεί σε μονοπάτια που δε φανταζόσουν. All in all, χαίρομαι πάρα πολύ που έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο. (έχει και ωραίο λόγο!). Στα μείον του, μου φαίνεται υπερβολικά "πατριωτικός", ίσως για τα δικά μου γούστα βέβαια.
Αν καταφέρετε να αντέξετε μέσα στη σωρεία γενικεύσεων, αναπαραγωγής στερεοτύπων, περίεργων εμμονών και οξύτατης, αν και πασέ, συνωμοσιολογίας (τα ελληνικά δεν έγιναν γλώσσα των ΗΠΑ για έναν [sic] ψήφο), ε τι να πω, είσθε χαλκέντεροι.
Του δίνω τουλάχιστον ότι μετέφερε ορθά το πολύχρωμο, πολυγλωσσικό και πολυφωνικό μωσαϊκό των αυτοκρατοριών που απλώθηκαν στη διάρκεια σχεδόν δύο χιλιετιών πάνω απ' τα Βαλκάνια, επιμένοντας στη συνύπαρξη (με τις συνακόλουθες κόντρες, εντάσεις, πολέμους αλλά συχνά και με πνεύμα αδελφοσύνης) κι όχι στους διαχωρισμούς και τη μισαλλοδοξία.
Βιβλιο αντιδοτο στον ελληνικο και οχι μονο εθνικισμο. Ενδιαφερουσες ιστορικες αποψεις περι καταγωγης φαινομενων και συμπεριφορων των νεοελληνων. Απιστευτο το ποσο ανθεκτικος στο χρονο ειναι ο κοινωνικος προγραμματισμος των λαων.
Εξαιρετικό βιβλίο προκειμένου να κατανοήσεις τί πραγματικά έχει συμβεί στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Βίβλιο απάντηση στον σοβινισμό (απ'όπου κι αν προέρχεται).
Είναι πράγματι από τα πιο αδύναμα έργα του Ραφαηλίδη χωρίς αυτό να το κάνει κακό. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης, δημοσιογράφος και κριτικός ταινιών, είχε στο ενεργητικό του μια πολύ πλούσια προσωπική βιβλιογραφία. Όταν διαβάζεις Ραφαηλίδη πρέπει να έχεις πάντα υπόψιν σου τις καταβολές του και τα πολλαπλά biases που τον διακατέχουν. Δεν τιτλοφορεί ποτέ τα έργα του επιστημονικά, πλην παράλληλα δεν τοποθετεί πουθενά τις πηγές του. Φαντάζομαι δε τον αφορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, ωστόσο εμένα μου δημιούργησε ένα ενδεχομένως περιττό έλλειμμα εμπιστοσύνης. Βέβαια χρησιμοποιεί το γνωστό πνευματώδη τρόπο γραφής του ο οποίος είναι τόσο διασκεδαστικός και χαρισματικός που, μαζί με την πλειάδα αγνώστων γεγονότων που παρουσιάζει, οριακά σε κάνει να ξεχνάς τα τρωτά του βιβλίου. Πιο συγκεκριμένα για το έργο, είναι εκείνο με τα εντονότερα και πιο μακροσκελή ιστορικά κομμάτια αναφερόμενα στην δημιουργία της οθωμανικής αυτοκρατορίας απ' το ξεκίνημα των προγόνων της απ' τη Μογγολία και πώς αυτό διαδραμάτισε καίριο ρόλο στη συγκρότηση των βαλκανικών λαών. Πρόκειται για το 1/3 του βιβλίου και εμένα προσωπικά με δυσκόλεψε λιγάκι. Κατά τα άλλα είχε μεγάλα κομμάτια τα οποία έρεαν γρήγορα και δημιουργούσαν ενθουσιασμό. Στο τελευταίο κεφάλαιο ο Ραφαηλίδης κάνει εκτεταμένα λόγο για την πρόσμιξη του αρχαίου ελληνικού πνεύματος με τη σκέψη της ανατολής και πώς αυτά δομησαν το Βυζάντιο κι από κει το νεοελληνικό κράτος. Βλεποντας τον να μιλά με τόσο όμορφα λόγια, θεωρώ ότι ήταν ένα redemption arch για τον δημιουργό που δίνει την εντύπωση πως υποτιμά τον (νεο)έλληνα. Οβερολλ ήταν ένα πολύ χρήσιμο ανάγνωσμα και σε μεγάλα τμήματα του διασκεδαστικό κι επιμορφωτικό. Αυτό που πάντα μου λείπει απ' τον Ραφαηλίδη είναι μια σειρά πηγών, γιατί χωρίς αυτή νιώθω πως και στη συνείδηση εμού της ιδίας χάνει ένα τμήμα του authority του χωρίς να χρειάζεται.
Ένα ακόμα εκπληκτικό βιβλίο ιστορίας από τον υπέροχο και μεγάλο Βασίλη Ραφαηλίδη. Αυτό το βιβλίο ασχολείται με την ιστορία και την ιστορική εξέλιξη των βαλκανικών λαών μέσα από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, την οθωμανική αυτοκρατορία και την ανεξαρτησία των διάφορων μικρών κρατών που δημιουργήθηκαν από τον 18ο αιώνα και μετά. Επίσης καταπιάνεται και με το μέγα πρόβλημα της περιοχής που είναι η οριοθέτηση των κρατών αυτών, αφού οι διάφορες λαότητες ήταν μπλεγμένες η μία με την άλλη στην μεγάλη επικράτεια του οθωμανικού κράτους και ήταν δύσκολο να δημιουργηθουν "καθαρά" εθνικά κράτη. Που έτσι κι αλλιώς αυτό δεν υπάρχει πουθενά στην παγκόσμια ιστορία. Επίσης δίνει πολλές χρήσιμες πληροφορίες για το "Μακεδονικό ζήτημα" που προέκυψε από το 1990 και μετά στην ζωή της χώρας με την κατάρευση της Γιουγκοσλαβίας, αλλά πριν από αυτό όλες οι κυβερνήσεις της Ελλάδας (συντηριτικές, πατριωτικές, δεξιές) κατά κύριο λόγο δεν είχαν κανένα θέμα με τα διάφορα ονόματα. Επίσης ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που φωτίζει ο Ραφαηλίδης είναι πως η περιόχή αναγέννηση και διαφωτισμό δεν γνώρισε και για να κρατήσουν οι λαοί της περιοχής την ταυτότητα τους ζωντανή, φέραν κοντά την εκκλησία σαν φάρο ταυτότητας. Εκτός φυσικά της γλώσσας που είναι ένα άλλο σημαντικό στοιχείο για την συνοχή ενός λαού. Ακόμα σημαντικό και που δεν θέλουμε εμείς οι νεοέλληνες να καταλάβουμε και το έχει τονίσει ο Ραφαηλίδης σε όλα τα βιβλία που έχω διαβάσει από εκείνον (4 στον αριθμό με αυτό), ας καταλάβουμε εμείς οι νεοέλληνες πως είμαστε κληρονόμοι ενός μεγάλου και από τους σηματινότερους πολιτισμούς στην ανθρώπινη ιστορία και να εστιάσουμε εκεί και ας πάψουμε να πιστεύουμε σε παραμύθια (βιολογικά αποδεδειγμένο) πως είμαι αιματολογικά απόγονοι αυτών των αρχαίων ελλήνων, που καμιά σχέση δεν έχουμε πέρα από την ελληνική γλώσσα (που και αυτή "φυσιολογικό" εξελίχθηκε), γιατί μόνο συμφορές και καταστροφές από λαικιστές πολιτικούς φέραν οι "μεγάλες ιδέες" στο κεφάλι μας. Βλέπε 1922 και Μικρασιατική καταστροφή. Θα το γράψω για ακόμα μια φορά: για μένα ο Βασίλης Ραφαηλίδης ήταν ένας πολύ σημαντικός στοχαστής και διανοητής της μεταπολίτευσης. Που δεν φοβόταν να πει και να γράψει αλήθειες και να χώσει το δάχτυλο βαθιά μέσα στην πληγή των Ελλήνων (κυρίως για τους εθνοκάπηλους, υπερπατριώτες δεξιούς, αλλά και οι αριστεροί του σύντροφοι ουκ ολίγες φορές την ακούσαν από εκείνον), που μόνο από μεγάλα λόγια ικανοποιούνταν, γιατί με την κριτική και την αυτοκριτική έχουμε ένα πρόβλήμα σαν λαός. Δυστυχώς έφυγε νωρίς από κοντά μας, γιατί πολύ θα ήθελα να μάθω, τι θα έλεγε και έγραφε σήμερα με όλη την σουρεαλιστική κατάσταση που ζει η χώρα!
Πολύτιμη και ενδιαφέρουσα πηγή γνώσεων για την ευρύτερη περιοχή στην οποία ανήκουμε. Όμως ο συγγραφέας επαναλαμβάνεται σε κάθε κεφάλαιο. Χανει το μέτρο γράφοντας δυσνόητες, πολλές φορές, προτάσεις ενώ ταυτόχρονα παρασύρεται από την εγωπάθειά του. Ήταν μάλλον από αυτούς τους τύπους που αρέσκεται στο να ακούει τον εαυτό του να μιλάει. Το βρήκα πολύ ενοχλητικό και κουραστικό. Αφαιρεί πολύ από την αξία του βιβλίου.
Δύσκολα παιδικά χρόνια, καταπίεση από δασκάλους ή ιερείς, καταπίεση στο στρατό ίσως; Ποιός ξέρει; Ένας ψυχολόγος ίσως να μπορούσε να απαντήσει στο ερώτημα γιατί ένας άνθρωπος να απαξιώνει με τέτοιον τρόπο τη γλώσσα του, τον τόπο του αλλά και τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτόν. Μπορεί βέβαια να γράφει κατ'αυτον τον τρόπο απλά και μόνο για να τραβήξει την προσοχή. Αρκετά ενδιαφέρον βιβλίο αν αντέξεις όλα τα παραπάνω.