«Τα χρόνια της βραδύτητας»
Κάθε κεφάλαιο μας οδηγεί με απλοϊκό και λιτό λόγο στη ζωή μιας συνηθισμένα και επιφανειακά ταπεινής οικογένειας, ενώ στα βαθύτατα λειτουργικά της ενδοοικογενειακής υγείας ελλοχεύει η αρρωστημένη ανυπαρξία ζωτικών θεσμών και δεσμών ανάμεσα στα μέλη της.
Ζούσαν στο Σαν Σεμπαστιάν μέχρι το τέλος του καθεστώτος του Φράνκο, χωρίς να ξεχνάμε τις επιπτώσεις απο τις αρχές της ΕΤΑ, την επιρροή της Εκκλησίας, την κοινωνική οξύμωρη καταπίεση για αποδοχή και επανάσταση και τα μικρά ανέκδοτα μιας ταπεινής και δοσίλογα φλύαρης, αφελώς προσκολλημένης σε κατηχήσεις επιτήδειων κομπάρσων, γειτονιάς, και του πρωταγωνιστή Τσίκι, ενός παιδιού που σχετίζεται μαζί με τα λογοτεχνικά τεχνάσματα και με την τεχνοτροπία του ίδιου του συγγραφέα Aramburu, φτιάχνοντας τα χρώματα που τραγουδούν οι πινελιές με τις οποίες τρέφεται η ιστορία.
Δεν είναι κάτι το καταπληκτικό, σίγουρα απέχει πολύ απο τα αριστουργηματικά κομμάτια της λογοτεχνίας που αφορούν σε ιστορικά και πολιτικά δρώμενα της ανθρώπινης καταξιωμένης ντροπής, μέσα απο τις πράξεις και τις αποφάσεις των δυνατών του κόσμου τούτου ,που ορίζουν την μοίρα μας, την τύχη μας, το πεπρωμένο και την διακεκαυμένη ζώνη της απόφασης μέσα απο την ελεύθερη βούληση και το συλλογικό παροξυσμό της παρόρμησης.
Περισσότερο ενδιαφέροντα και ευχάριστα, σαν νοσταλγικές επαναλήψεις ήταν όσα διάβασα στο διαδίκτυο αναφορικά με την εποχή που διαδραματίζονται τα γεγονότα του βιβλίου,
παρά τα όσα μου χάρισαν ως λογοτεχνική δημιουργία,
το ύφος, η πλοκή, η αφήγηση, το καλούπι και η τελική μορφή των ηρώων, η ανιστορημαρική δεινότητα και η ευκολοδιάβαστη γραφή που σαν εξελικτική διάβαση ανάμεσα σε καταστάσεις και πρόσωπα, δεν κατάφερε να με φτάσει μέχρι τον διάδρομο απογείωσης πνευματικών ταξιδιών.
Μου πρόσφερε πνευματικές ανέσεις που υπόσχονται αναγνωστική τεμπελιά ή χιλιοειπωμένα κλασικά πράγματα, κάτι που δεν συνάδει με τη δική μου ασίγαστη λαγνεία για υπεργαλαξιακά αναγνωστικά μυστικά στις σκοτεινές περιοχές του μυαλού.
Τόπος, χρόνος και γεγονότα αποσκοπούν σε μια πολιτικό-ιστορική εξιστόρηση τρομοκρατίας και πεζογραφίας.
Η τεταμένη κοινωνική ατμόσφαιρα,,το σκηνικό και η πλοκή λειτουργούν, αλλά το λογοτεχνικό παιχνίδι που δημιουργούν οι σημειώσεις του συγγραφέα, διαλύεται.
Το σκηνικό που παίζεται το μυθιστόρημα, η βασική πτυχή αλλά και το πιο ύποπτο νόημα έχει αμφίσημη προοπτική: ο αφηγητής στέλνει μερικές επιστολές στις οποίες αφηγείται την παιδική του ηλικία στον ίδιο τον Aramburu και έτσι ο συγγραφέας κάνει σχολιασμούς και σχεδιασμούς μιας ψευδοβιογραφίας για το νέο του μυθιστόρημα, με βάση αυτές τις αναμνήσεις.
Με αυτόν τον τρόπο το μυθιστόρημα ισορροπεί σε ένα τεντωμένο σκοινί μεταξύ της κύριας ιστορίας και εκείνων των πρόσθετων λεπτομερειών που λαμβάνει και προσθέτει ο συγγραφέας: συνομιλίες που δεν έχουν συμβεί, σκηνές που δεν θα μπορούσαν ποτέ να ειδωθούν. Είναι μια ολοκληρωμένη -και γεμάτη ρωγμές και φουσκώματα υγρασίας, απο βροχή λήθης και δάκρυα απώλειας- τοιχογραφία, μιας εποχής και μιας τεταμένης κοινωνικής κατάστασης, η Χώρα των Βάσκων, κατά τη στιγμή της γέννησης της τρομοκρατικής ομάδας ETA.
«Βάσκοι είναι ίσως το παλαιότερο έθνος της Ευρώπης και η γλώσσα τους μια από τις αρχαιότερες διαλέκτους της. Απολαμβάνουν ειδικό καθεστώς από το ισπανικό κράτος, στο οποίο ανήκουν ως και σήμερα. Τρεις από τις τέσσερις επαρχίες, έχουν απόλυτη αυτονομία. Έχουν δικό τους κοινοβούλιο και αστυνομία, εκπαιδευτικό και φορολογικό σύστημα, ενώ δεν συμμετέχουν στον ισπανικό στρατό.
Αυτή η αυτονομία όμως, δεν έφτανε στην ΕΤΑ η οποία θέλει ένα ανεξάρτητο κράτος που θα περιλαμβάνει όχι μόνο τους Βάσκους της Ισπανίας, αλλά και εκείνους της γειτονικής Γαλλίας. Η ΕΤΑ, που θεωρείται τόσο από τους Αμερικανούς όσο και από τους Ευρωπαίους τρομοκρατική οργάνωση, έχει στο παρελθόν επιχειρήσει να δολοφονήσει τόσο τον βασιλιά της Ισπανίας Χουάν Κάρλος, όσο και τον τότε πρωθυπουργό του Λαϊκού Κόμματος, Χοσέ Μαρία Αθνάρ.
Ο Φράνκο κατέλαβε τη χώρα των Βάσκων το 1937, τελειώνοντας την αυτονομία που απολάμβανε η περιοχή. Το υπέροχο και διασημότερο έργο του Πάμπλο Πικάσο, η Γκερνίκα, δεν θα είχε υπάρξει χωρίς τον δικτάτορα της Ισπανίας, ο οποίος με τη βοήθεια του Χίτλερ, ισοπέδωσε αεροπορικώς την βάσκικη πόλη. Εκτός από την πόλη Γκερνίκα όμως, ο Φρανσίσκο Φράνκο, επιχείρησε να εξαφανίσει και την αρχαιότερη διάλεκτο της Ευρώπης, την Εουσκέρα, δηλαδή τη γλώσσα των Βάσκων, την οποία και απαγόρευσε».
«Κάπου μέσα στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 και ανάμεσα στα θλιβερά χρόνια που τραγουδούσαν τη βραδύτητα του χρόνου όπου «η Ισπανία φυτοζωεί κατεστραμμένη από τον πόλεμο και απομονωμένη διεθνώς λόγω των δεσμών της με τον ευρωπαϊκό φασισμό. Μετά έρχεται ο ύστερος φρανκισμός (1959-1975) με το άνοιγμα στην Ευρώπη, την εισρροή τουριστών και τη μερική φιλελευθεροποίησή του προς το τέλος της ζωής του δικτάτορα».
Καλή ανάγνωση.
Πολλούς ασπασμούς.