Το «Σέργιος και Βάκχος» (1959), ιστορικό μυθιστόρημα ή καλύτερα μυθιστορηματική χρονογραφία, αντλεί την υπόθεσή του από το Βυζάντιο, εξιστορεί όμως συνολικά, άλλοτε σοβαρά και άλλοτε με ευτράπελο τρόπο, 14 αιώνες ζωής του ελληνισμού, από το 250 μ.Χ. έως το 1948. Οι άγιοι Σέργιος και Βάκχος δεν ζουν αποσυρμένοι στη μακαριότητα του Παραδείσου, αλλά αντίθετα, από τον περικαλλή ναό που έχτισε προς τιμήν τους ο Ιουστινιανός, παρακολουθούν με άγρυπνο μάτι την πορεία της Ρωμιοσύνης αλλά και ολόκληρης της οικουμένης, τη συζητούν, τη σχολιάζουν, την κρίνουν. Εν τω μεταξύ, ο αναγνώστης ευφραίνεται και ξεκαρδίζεται.
Το μυθιστόρημα αυτό είναι μοναδικό μέσα στο έργο του Καραγάτση, όχι μόνο επειδή δεν υπάρχει άλλο που να εμπνέεται από το Βυζάντιο -εκτός από το διήγημα «Χριστούγεννα του 1448 μ.Χ.»- αλλά και γιατί υπάρχουν δύο εκδοχές του: η εκτενής σε δύο τόμους και η σύντομη η οποία έφερε τον ελαφρώς διαφορετικό τίτλο: «Η θαυμαστή ιστορία των αγίων Σεργίου και Βάκχου».
M. Karagatsis (Greek: Μ. Καραγάτσης) is the pen name of the Greek novelist, journalist, critic and playwright Dimitris Rodopoulos. He was born in Athens, lived in Larissa and studied law in France. The pen name M. Karagatsis is the name by which the novelist is generally known. The initial "M" stands for Mitya, the Russian diminutive of Dimitris. "Karagatsis" is derived from the "Karagatsi" tree, under the shadow of which he used to write as a young writer. Karagatsis has been characterized as primarily a prose writer of the illusory reality of persons and situations. His writing is bold, sensual, with great imagination and a unique narrative style, and is often studied by Greek students. His first three novels (Colonel Liapkin, Chimaera and Junkermann) compose the trilogy "Acclimazation under Apollo" about foreigners who live and work in Greece. Karagatsis sets these books in modern cosmopolitan Greece, in contrast with the stereotype that Greek life is conservative and countrified.
Τι καταπληκτικό παραμύθι ήταν αυτό! Και με τι απαράμιλλη δεξιότητα δανείζεται ο Μ. Καραγάτσης δύο Αγίους της Χριστιανοσύνης για να αφηγηθεί την ιστορική πορεία του Ελληνισμού στο διάβα των αιώνων!
Εν ολίγοις, τη θαυμαστή ιστορία των Αγίων Σέργιου και Βάκχου συνθέτουν τα εξής ‘αληθινά’ περιστατικά: Αμφότεροι ήταν μόνιμοι στρατιωτικοί του ρωμαϊκού στρατού και φίλοι καρδιακοί και αχώριστοι. Ο Σέργιος, πιο σοβαρός από τους δυο, είχε φιλοδοξία να σταδιοδρομήσει στο στρατό, ο Βάκχος δεν πολυνοιαζόταν για τα επαγγελματικά του, είχε όμως αδυναμία στο καλό φαϊ, το δυνατό κρασί, τις όμορφες γυναίκες. Και οι δύο μάχονταν τους Χριστιανούς.
Ένα συγκλονιστικό περιστατικό σε κάποιο γυναικείο μοναστήρι της Βιθυνίας αλλάζει τη ζωή του Σέργιου, για πάντα. Βαφτίζεται Χριστιανός και καταφεύγει σ’ ένα ορεινό μοναστήρι, όπου αναλαμβάνει χρέη ηγουμένου. Από κοντά κι ο Βάκχος, ο αχώριστος φίλος του:
«...Τί με νοιάζει γιατί γίνηκες χριστιανός και καλόγερος. Ό,τι κάνεις, καλά καμωμένο! Θα γίνω χριστιανός και καλόγερος για να μη χωρίσουμε. Για να μείνω κοντά σου. Γιατί δίχως εσένα δεν μπορώ να ζήσω!».
Στις επτά Οκτωβρίου ο Σέργιος πεθαίνει κι ο Βάκχος του σφαλίζει τα μάτια. Και τον ακολουθεί στην αποδημία του προς τον Κύριο. Τους έθαψαν στον ίδιο τάφο και τρεις μήνες μετά την ταφή τους, Γενάρη μήνα με το χιόνι ολούθε, δυο τριανταφυλλιές ανθίσαν στο μνήμα τους. Μία με κόκκινα τριαντάφυλλα (εκείνη που ρίζωνε στο κεφάλι του Σέργιου) και μία με άσπρα (πάνω από το κεφάλι του Βάκχου). Όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ανακήρυξε τον Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία του κράτους, ο πατριάρχης έκρινε πως ο Σέργιος και ο Βάκχος ήταν άγιοι. Κι ανήλθαν στον παράδεισο, όπου παρέμειναν αχώριστοι κι αγαπημένοι.
Όμως ο παράδεισος είχε γεμίσει αγίους! Ασφυκτικά! Κι αποφάσισε ο Θεός να ‘ξαποστείλει’ μερικούς στους ναούς που τιμούσαν το όνομά τους. Ο μοναδικός τέτοιος ναός που έφερε το όνομα και του Σέργιου και του Βάκχου σ’ ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο ήταν η καινούργια εκκλησία στην Πόλη (Κιουτσούκ Αγια-Σοφιά Τζαμί). Που φιλοτέχνησαν οι αρχιτέκτονες της Αγια-Σοφιάς Ισίδωρος και Ανθέμιος. Οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος παρέμειναν στην εκκλησία για χρόνια, χαζεύοντας τους πιστούς που τους προσκυνούσαν και παρακολουθώντας τις λειτουργίες, τις ακολουθίες, τα ιερά μυστήρια.
Και κάθε τόσο, «έζωναν τα σπαθιά τους, φορούσαν τις περικεφαλαίες τους κι έτρεχαν στα τείχη, να αποκρούσουν τους Άραβες, τους Άβαρες, του Ρώσους, τους Βούλγαρους, τους Πετσενέγκους κι όλους τους βάρβαρους κι ειδωλολατρικούς εχθρούς της αυτοκρατορίας».
Ώσπου η Πόλις εάλω κι η εκκλησία έγινε τζαμί. Κι ο Θεός έδωσε εντολή στους δύο Αγίους του να καταχωνιαστούν στα θεμέλιά της, να πέσουν σε λήθαργο βαθύ και να ξυπνάνε κάθε ενεννήντα εννέα χρόνια, όπου, αν εν τω μεταξύ το τζαμί δεν έχει ξαναγίνει εκκλησιά, να περιδιαβάζουν μια νύχτα ολόκληρη στους δρόμους της Πόλης και, πριν ξημερώσει, να αποφασίζουν αν θέλουν να ‘κοιμηθούν’ ξανά για άλλα τόσα χρόνια ή να χωρίσουν, ώστε ο μεν Βάκχος να γυρίσει στον παράδεισο, ο δε Σέργιος σε κάποιον από τους ναούς που τιμούσαν το όνομά του στη Ρωσία. Δεν το σκέφτονται και ξανακοιμούνται και ξυπνούν ξανά, αλλά η Πόλη παραμένει τουρκική κι ο ναός δεν ελευθερώνεται από τους μιναρέδες του (οι οποίοι αρέσουν στον Σέργιο: «Βέβαια, είναι κρίμα που η Πόλη δεν είναι πια ελληνική. Μα και να γίνη, θα ήταν έγκλημα να γκρεμιστή έστω κι ένας μιναρές. Αυτά τα γρανίτινα κυπαρίσσια, με το φωτερό ζωνάρι, έχουν μια ομορφιά!»).
1552, 1651, 1750, 1849, 1948. Η κατάσταση όχι μόνο παραμένει ίδια, αλλά στενή φιλία δένει πια την Ελλάδα με την Τουρκία. «Γι’ αυτό και δεν υπάρχει ελπίδα να γίνη η Πόλη ελληνική» κι ούτε ανάγκη για τους ήρωές μας να κοιμούνται ξανά και ξανά. Έφτασε, λοιπόν, η ώρα να γυρίσουν στον παράδεισο. Και γυρίζουν, όπως ακριβώς πήγαν: αγκαλιασμένοι, αχώριστοι, φίλοι καρδιακοί.
Μονάχα 5 αστέρια; Έστω, αρκεί να είναι τόσο φωτεινά, όσο η άλως που περιβάλλει τους Αγίους Σέργιο και Βάκχο.
Πρόκειται για την επιτομή του πολύ μεγαλύτερου "Σέργιος και Βάκχος" του Καραγάτση, δια χειρός του ιδίου.
Ομολογώ πως ξεκίνησα να το διαβάζω από καθαρή περιέργεια, καθότι ο Καραγάτσης είναι από εκείνους τους συγγραφείς που τείνει να καταστρέφει το ελληνικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα (ή τουλάχιστον έτσι γινόταν στα 90s), συνήθως με αποσπάσματα του Γιούγκερμαν.
Ποτέ δε μου πέρασε από το μυαλό πως έπιανα στα χέρια μου ένα τίμιο, ελληνικό, σατιρικό fantasy, που ξεκινάει επί Αυτοκράτορα Δέκιου (ή Μαξιμιανού, ανάλογα αν δεχόμαστε το εκκλησιαστικό story) και καταλήγει στο 1948. Ο Καραγάτσης ξεκινάει από την εποχή που Σέργιος ήταν Ρωμαίος εκατόνταρχος, παρέα με τον Βάκχο που λόγω της απείθαρχης φύσης του είχε μείνει καραβανάς. Ήδη μοιάζουμε να αποκλίνουμε από τα ιστορικά γεγονότα και οι δύο αυτοί άνθρωποι γίνονται αρχετυπικοί χαρακτήρες, με τον Σέργιο να είναι σοβαρός και υπεύθυνος, οριακά αρτηριοσκληρωτικός και ο Βάκχος ο απροσάρμοστος γλετζές, αλλά και "Σάντσο Πάντσα" του φίλου του: σφαγές ο Σέργιος; Σφαγές και ο Βάκχος. Χριστιανός καλόγερος ο Σέργιος; Το ίδιο και ο Βάκχος και ούτω καθεξής.
Εν ολίγοις, το δίδυμο εκφράζει την ελληνική σχιζοφρένεια όπως την αντιλαμβανόταν ο Καραγάτσης, με τη διαφορά ότι οι ίδιοι ως άγιοι είναι πάντα καλών προθέσεων και πάντα πιστοί στον Θεό.
Στην πορεία της ιστορίας και στο διάβα του χρόνου μεταμορφώνονται σε διάφορους χαρακτήρες (γενίτσαρους, Ρώσους αξιωματικούς, Έλληνες αξιωματικούς) για να αναμιγνύονται με τον πληθυσμό, κι ενσαρκώνουν τις μεταμφιέσεις σε σημείο που ξεχνιούνται και νομίζουν ότι είναι πάλι ζωντανοί (μέχρι που σε μία περίπτωσση τους εκτελούν δι' απαγχονισμού και ξαφνικά συνειδητοποιούν πως δεν μπορούν να πεθάνουν).
Ο Καραγάτσης σατιρίζει αμείλικτα την ιστορία των Ρωμιών από τα τέλη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι τη σύγχρονη (του) εποχή, πιάνοντας τη ρεμούλα, το νεποτισμό, τους παπάδες (καθολικούς και ορθόδοξους), την τούρκικη βασιλική αυλή κι ένα σωρό άλλα, ενώ καταφέρνει, θαρρείς, αβίαστα να περιγράφει φρίκες με ελαφρύ, πλην κατάμαυρο χιούμορ.
Το πιο ενδιαφέρον, ίσως, είναι το πώς παρουσιάζει τον Θεό, τον οποίο φαίνεται να κατανοεί μόνο ο σχετικά αφελής (και πότε-πότε οριακά βλάσφημος) Βάκχος. Θαρρώ πως η οπτική του συνοψίζεται στα ακόλουθα λόγια:
"Μωρέ ο Θεός καταλαβαίνει περισσότερο από εσάς! Γι' αυτό τον διόρισαν Θεό! Ζήτω ο Θεός!"
και
"Ο Θεός είναι καλός και καταλαβαίνει. Εσείς που γινήκατε άγιοι ένεκα η αυστηρότητα του βίου σας, δεν μπορείτε να καταλάβετε τι πανάγαθος που είναι ο Πανάγαθος!"
Το προτείνω ανεπιφύλακτα αν θέλετε κάτι ελαφρύ να σας φτιάξει το κέφι και δεν χολοσκάτε πολύ με θεολογικά ζητήματα.
Δεν είχα σκοπό να μπω σ’ εκείνη την αίθουσα, μάλλον έκανα λάθος. Ήταν ψηλοτάβανη, πολλά μέτρα πάνω απ’ το κεφάλι μου βρισκόταν το τέρμα. Παντού υπήρχαν διαδοχικοί φεγγίτες μ’ αργυρόχρωμα πλαίσια. Λευκό μάρμαρο με γκρι και μαύρα νερά στα πατώματα, μεγάλωνε την αίθουσα και της έδινε ένα ψυχρό αίσθημα, που απάλυνε κάπως ένα μακρύ καλογερικό τραπέζι. Καρέκλες ξύλινες, μεγαλόπρεπες, με μαύρες φανερές βίδες και καλογυαλισμένες και στις δυο πλευρές. Σε κάθε μια καθόταν κι ένας απ’ τους μεγάλους ιστορικούς στη μια πλευρά, στην άλλη κάθονταν όλοι οι ιστορικοί μυθιστοριογράφοι. Μα να κάπου στη μέση κι ένας που διαφέρει, φορά λευκό πουκάμισο, τσαλακωμένο γύρω απ’ τα κουμπιά και γκρι φανελένιο παντελόνι, έχει ένα τσιγάρο σβηστό στο στόμα και το βλέμμα του χαμηλωμένο, εκπέμπει παρόλ’ αυτά μια λάμψη διαφορετική. Δε μπορεί! Δε μπορεί! Αυτός είναι ο Καραγάτσης… Μα τι δουλειά έχει ανάμεσα στους τόσους έγκριτους και σοβαρούς ιστορικούς και στους τόσο καταξιωμένους συγγραφείς ιστορικών μυθιστορημάτων;
Μια κυρία κοντά στα εξήντα, με σαντρέ μαλλί κότσο που φεύγουν κάποιες κοντύτερες τρίχες απ’ τη σφιχτή πλέξη, μπαίνει από μια πόρτα στην άλλη άκρη. Σ’ ένα κακό μυθιστόρημα δε θα ‘χα προσέξει την πόρτα και θα τιναζόμουν, αλλά η αλήθεια είναι πως ο σκηνοθέτης στο κεφάλι μου δεν πρόσεξε πολύ αυτή τη λεπτομέρεια κι έτσι η πόρτα που άνοιξε θύμιζε πόρτα μπάνιου, αυτές που στο πάνω μέρος έχουν παράθυρο με αμμοβολημένο τζάμι, έτριξε κιόλας. Κρατά στα χέρια της μπλοκ ιχνογραφίας, όσα κι οι συγγραφείς. Τους τα δίνει κι όλοι ανοίγουν το πρώτο φύλλο. Στραβολαιμιάζω και βλέπω τον κοινό τίτλο ‘’Η άγια ιστορία των θρησκειών και των ανθρώπων’’, από κάτω υπάρχουν αχρωμάτιστα σχέδια με όλη την ιστορία κοντά στα χίλια πεντακόσια χρόνια. Κι όσο το μάτι μου κατεβαίνει, ή περιφέρεται φαίνεται μαγικά να προστίθενται κι άλλες λεπτομέρειες που δε χωρούσαν.
Φεύγει η κυρία κι όλοι ανεβάζουν πάνω κασελάκια με ξυλομπογιές. Παλ και γήινα χρώματα οι ιστορικοί, κάποιοι μάλιστα με πολλές παραπάνω αποχρώσεις, ελεκτρίκ και πιο μοντέρνα οι μυθιστοριογράφοι. Ανοίγει κι ο Καραγάτσης τη βαλιτσούλα του: χοντροί μαρκαδόροι σε όλα τα πιθανά χρώματα, μπουκαλάκια με χρυσή, ασημένια και πράσινη σκόνη, τρεις διαφορετικές αποχρώσεις κάρβουνου, αρώματα για το χαρτί. Ένα καμπανάκι ακούγεται, μάλλον ξεχνιέται ο σκηνοθέτης μου και αργεί να το κλείσει, το μπογιάτισμα αρχινά. Όλοι προσεκτικοί, με ύφος αγέρωχο, μη μου άπτου, εκείνο που λέει πως απέναντι σου έχεις έναν μεγάλο καλλιτέχνη, ή έναν τρανό παπαγαλιστή μα με μεγάλη φαντασία κι έπειτα είναι κι ο Καραγάτσης. Δε διστάζει, δεν αργεί, πάρε το μωβ, πάρε το φούξια, πέφτουν οι σκόνες, να και το κάρβουνο, λίγο άρωμα από γιασεμί και να εδώ καίει λίγο με τον αναπτήρα το χαρτί κι η ώρα κυλά.
Γέλασα πολύ διαβάζοντας αυτή την ιστορία. Δυο ώρες δε σηκώθηκα για κανένα λόγο απ’ το γραφείο μου. Αλλά πως είναι αστεία, δε σημαίνει ότι είναι και γελοία. Κάθε άλλο, βρήκα συλλογισμούς, ιδέες, μπρίο, κέφι, διάθεση, φρεσκάδα. Μια φιλοσοφική σπουδή, ένα αφήγημα που δεν έχει να ζηλέψει τί-πο-τα απ’ τα αντίστοιχα του Βολταίρου και του Ντε Σαντ ούτε σε σπιρτάδα, ούτε σε χιούμορ. Και κάποιες στιγμές, κάποιες εικόνες είναι πολύ γλυκές. Επίσης τα σκίτσα είναι ξελιγωτικά!
‘’Εδώ χρειάζεται μια υποσημείωση για τους κριτικούς που ίσως ανοίξουν την Εγκυκλοπαίδεια κι ανακαλύψουν 1) ότι ο Σέργιος κι ο Βάκχος δεν πέθαναν από φυσικό θάνατο, αλλά μαρτύρησαν στη Μεσοποταμία και 2) ο άγιος Σέργιος που τιμάν οι Ρώσοι είναι άσχετος με το δικό μας. Ο συγγραφέας τα γνωρίζει όλ’ αυτά. Αλλά τα αντιπαρέρχεται επειδή έχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη φαντασία του παρά στις Εγκυκλοπαίδειες’’
Εξαιρετικό βιβλίο για έναν απλούστατο λόγο: Σου δείχνει έναν ομορφότατο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσες να διδάξεις σε παιδιά διάφορα γεγονότα και πρόσωπα ιστορικά με εύπεπτο και ενδιαφέροντα τρόπο. Η αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο, οι ήρωες, οι φιλόσοφοι, οι ιδέες, θα μπορούσε με αυτό τον τρόπο να δειχτεί στα παιδιά ότι συνεχίζουν να ζουν μέσα μας και σε ότι είναι γύρω μας.