"Βάλε να φάω, βάλε να πιω, κι έτσι ν' αναθυμήσω πώς κάμουνε οι βλάμηδες κι οι ξυπνητοί ανθρώποι. Γιατί αδερφός σου ξάπλωσα, μ' αναγυρίζω ίσκιος".
Δώδεκα διηγήματα για την αδελφική αγάπη και την εκδίκηση, την ανία και την τρέλα, το παράδοξο της ταυτότητας και τη μοναχική πορεία προς το θάνατο. Αναμειγνύοντας το φανταστικό με το ρεαλισμό και το ανοίκειο με το καθημερινό, οι ιστορίες αυτές μιλούν για την αγωνιώδη αναμέτρηση με το χρόνο και την πραγματικότητα, αλλά και για τη δημιουργική μεταποίησή τους.
Οι ήρωες της "ΜεταΠοίησης", χωρίς να ζητούν κατανόηση ή συγχώρηση, αφηγούνται σε πρώτο ενικό, αιφνιδιάζοντας τον αναγνώστη με την παραδοξότητα, την αμεσότητα και τη βίαιη τρυφερότητά τους.
Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος γεννήθηκε το 1983 στη Μαλεσσίνα Λοκρίδος. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα και κόμικ. Το 2014 η συλλογή διηγημάτων Γκιακ βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών-Ίδρυμα Πέτρου Χάρη και από το περιοδικό "Ο Αναγνώστης". Το 2016, μαζί με τον Γιάννη Ράγκο και τον Γιώργο Γούση, διασκεύασε σε γκράφικ νόβελ τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου, το οποίο τιμήθηκε με πέντε βραβεία από την Ακαδημία των Ελληνικών Βραβείων Κόμικς. Επίσης, έχει γράψει για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Στο πλαίσιο του Onassis Artistic Research Fellowship έγραψε το θεατρικό έργο Στον κόρακα.
Γκρίχου (στα αρβανίτικα) σημαίνει σήκω. Αλλά και υψώθητι, ανάστηθι, εξεγέρθητι. Γκρίχου τιτλοφορείται το πρώτο από τα δώδεκα ολιγοσέλιδα διηγήματα της ΜεταΠοίησης του Δημοσθένη Παπαμάρκου, του βιβλίου που προανήγγειλε στα γράμματά μας το «Γκιακ» (Βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών και Βραβείο Διηγήματος / Νουβέλας 2015).
Το Γκρίχου, μια σύγχρονη παραλλαγή του τραγουδιού του Νεκρού Αδελφού, είναι ένα συγκλονιστικό οδοιπορικό στην αδελφική αγάπη και μιαν ελεγεία στον γδικιωμό∙ κι απόδειξη απτή πως έντεκα σελίδες είναι αρκετές για να γράψει κανείς (ή, έστω, μια συγγραφική ιδιοφυΐα σαν τον Παπαμάρκου) μια από τις πιο συγκλονιστικές ιστορίες που έχουν ποτέ ειπωθεί.
«Το ίδιο βράδυ, όταν σκοτείνιασε, πήρα το φτυάρι και πήγα στο νεκροταφείο. Μούσκεψα το χώμα με νερό από τη βρύση του Καλόγερου, εκεί που πίνουνε οι νεράιδες, έτσι όπως μου 'πε η Σιδερέσαινα. Είπα τα λόγια, έβγαλα το μαυρομάνικο από το χώμα κι έσκαβα μέχρι αργά. Όταν άνοιξα το φέρετρο, βρήκα το Χρήστο μπρούμυτα, με τα χέρια δεμένα στην πλάτη. Του τα ‘λυσα, τον γύρισα ανάσκελα και του ‘σταξα στο στόμα νερό και λάδι από το καντήλι του. – Σήκω, ρε αδερφέ. Σήκω γιατί μας έχουνε κάνει κακό».
Πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις [οι προτάσεις είναι κοφτές, ο λόγος αφαιρετικός κι ο λυρισμός διάχυτος] από ήρωες που συνυπάρχουν με το έγκλημα, είτε ως αυτόχειρες, είτε ως θύτες και θύματα. Ο χρόνος, όπου τοποθετεί τις ιστορίες του ο συγγραφέας, δεν είναι ποτέ ο ίδιος: από τους Βαλκανικούς Πολέμους στον Μεγαλέξανδρο κι από τις εποχές της Γένεσης στο σήμερα. Όλες τους, όμως, έχουν για τόπο (κοινό) την ηθική του αίματος, τη σκοτεινή, κτηνώδη πλευρά του εγκληματία ανθρώπου. Από τα διηγήματα του βιβλίου, παρότι άλλη τέτοια σπουδαία ιστορία σαν το Γκρίχου δεν βρήκα, ξεχώρισα το «Ferrum» (η κατάρρευση σήραγγας ορυχείου έφερε τον χαμό του αδελφικού φίλου και συναδέλφου του αφηγητή και την απώλεια να φωλιάζει πια διαπαντός στην καρδιά του), τον «Εγκιβωτισμό» (ένας ναυτικός δολοφονείται και τον χώνουνε σε ένα κιβώτιο με το καπάκι ανοιχτό), και το «.45» (η απολογία του δολοφόνου ή μήπως η μαρτυρία του ίδιου του αυτόχειρα;).
Δε μπορώ να κάνω αντικειμενική κριτική, γιατί είμαι φαν του Παπαμάρκου. Θεωρώ ότι και σε αυτό το βιβλίο καταφέρνει, με πιο απλή γλώσσα αυτή τη φορά, να δημιουργήσει έντονα συναισθήματα, εικόνες και την αντίδραση μετά από γροθιά στο στομάχι. Ίσως το πιο σημαντικό, η γραφή του είναι τέτοια που μέσα στις λίγες σελίδες του κάθε διηγήματος, ακόμα και αν έχουν ένα τέλος απότομο, δημιουργείται μια εικόνα, ένα νόημα ολοκληρωμένο και απέριττο, που δεν αφήνει αίσθηση ανισότητας, την οποία εγώ τουλάχιστον την έχω συναντήσει πολλές φορές σε συλλογές διηγημάτων.
Εχεις απαγορευσει στον βιβλιοπαθημενο εαυτο σου να διαβασει κι αλλο βιβλιο αν δε τελειωσουν αυτα τα ρημαδια τα σεμιναρια και οι εργασιες που τα συνοδευουν. Εχεις απαγορευσει στον εαυτο σου να αγορασει αλλο βιβλιο γιατι τα αδιαβαστα σου ξεχειλιζουν στα ραφια κι ετσι οπως παει το πραγμα δε ξερεις αν θα προλαβεις και να τα διαβασεις ποτε ολα (με, ας πουμε, 50 βιβλια το χρονο, χρειαζεσαι για την ωρα περι τα 5 ετη και παλι περισσευουν βιβλια). Περνας το κατωφλι αγαπημενου μικρου βιβλιοπωλειου (βλεπε: Book and Art) για να παραστεις σε βιβλιοφιλικο ιβεντ γνωριζοντας πως ουτως η αλλως θα φυγεις απο κει με ενα βιβλιο σιγουρα και λιγο πριν πεις καληνυχτα λες να ριξεις και μια ανωδυνη ματια στα ραφια που 'ναι πισω σου . Πιανεις στα χερια σου 3-4 τιτλους ("Ο θρυλος του Ασλαν Καπλαν", "Δεντρα, πολλα δεντρα", "Τσοτσηγια&Ω'μ") που εμφανιζονται ως δια μαγειας μπρος στα ματια σου και βρισκονται ηδη στην TBR λιστα σου με βιβλια που ακομη δεν εχεις αγορασει, κανεις ομως κρατει και τα αφηνεις, με πονο καρδιας, πισω στη θεση τους. Και τοτε βλεπεις κι ενα βιβλιαρακι για το οποιο ξερεις πως η μαχη αναμεσα στις δυο φωνες ειναι ανιση. Ξερεις οτι φευγοντας πρεπει και θα το παρεις μαζι σου. Γιατι ενω οι αλλοι τιτλοι ειναι προσφατοι και σκεφτεσαι πως μπορουν να σε περιμενουν για λιγο καιρο ακομη μεχρι να γινουν δικοι σου, αυτο το βιβλιο ειναι παλιοτερο και τοτε παραλογοι φοβοι και δικαιολογιες σε κατακλυζουν "κι αν δε το βρω ποτε ξανα; κι αν εξαντληθει; κι αν εχει ηδη εξαντληθει και δεν το ξερω; απαπα!" και η αλλη φωνη, αυτη που φωναζει "μη!!!" δεν ακουγεται πλεον, εχει σβησει. Και καπως ετσι, χωρις να το καταλαβεις, εχεις διαβασει το πρωτο βιβλιο της νεας χρονιας. Ο λογος για τη "ΜεταΠοιηση", την πρωτη εκδοθεισα συλλογη διηγηματων του αγαπημενου Δημοσθενη Παπαμαρκου, η οποια κυκλοφορησε το 2012, με τη δευτερη εκδοση να ακολουθει το 2015. Τη γραφη του Παπαμαρκου την αγαπω. Η δευτερη συλλογη διηγηματων του το "Γκιακ" ανηκει στα αγαπημενα μου βιβλια, δεν εχω διαβασει ξανα συλλογη τοσο αρτια και η οποια να θιγει ολη τη λιστα θεματων που απασχολουν την επικαιροτητα και διχαζουν την κοινωνια. Για το "Γκιακ" ειχα γραψει αυτο: https://www.goodreads.com/review/show...
Στη "ΜεταΠοιηση" βρισκουμε 12 συντομα διηγηματα. Η αφηγηση ειναι κι εδω πρωτοπροσωπη, δινοντας ετσι την αισθηση της αμεσοτητας, ο ηρωας μοιαζει να καθεται αντικρυ μας και να εξομολογειται. Μου αρεσει πολυ αυτος ο τροπος αφηγησης. Με βαζει κατευθειαν μεσα στην ιστορια και νιωθω σα να συνομιλω με τον ηρωα κι ας ακουω μοναχα τι εχει να μου πει χωρις εγω να μιλαω. Η πρωτοπροσωπη αφηγηση κανει την ιστορια να φαινεται πιο προσωπικη, πιο αληθοφανης, πραγμα βεβαια οξυμωρο αφου σε αρκετα διηγηματα το πραγματικο και το φανταστικο μπλεκονται. Το κλιμα που επικρατει ειναι αγριο και σκοτεινο. Σε καποια διηγηματα το τελος ειναι απροβλεπτο. Εκει που εχεις αφεθει στο ρυθμο της αναγνωσης ερχεται το τελος και σε αφηνει με το στομα ανοιχτο. Ξεκινας την αναγνωση του ιδιου διηγηματος απο την αρχη με αλλη οπτικη γωνια. Γεννωνται ερωτηματα που ισως απαντηθουν, ισως και οχι. Οι ηρωες, με τη σειρα τους τα εχουν τα θεματακια τους. Καποιους θα μπορουσαμε να τους χαρακτηρισουμε ψυχοπαθεις. Στην πραγματικοτητα το μεγαλυτερο τους προβλημα ειναι η αβασταχτη μοναξια, αβασταχτη σε τετοιο βαθμο που τους βγαζει εκτος πραγματικοτητας, τους μεταμορφωνει σε τερατα. Καποιους τους εχει βρει ο θανατος πριν καν πεθανουν. Η ελλειψη της αγαπης εχει νεκρωσει την ψυχη τους.
Ξεχωρισα τα: "Γκριχου" (που φερνει στο μυαλο το δημοτικο τραγουδι "Του νεκρου αδελφου" αλλα σε μια πιο νταρκ και σπλατερ εκδοση), "Τισις", "Εγκιβωτισμος", "ΜεταΠοιηση" και ".45".
Η αναγνωστικη χρονια ξεκινησε επομενως περιφημα. Καλη συνεχεια!
Το βιβλίο γράφτηκε πριν από το Γκιακ, αλλά έχει πολλά κοινά στοιχεία κι είναι εξίσου δυνατό. Είναι κι αυτό μια συλλογή διηγημάτων με θέμα τον θάνατο σε πολλές εκδοχές. Αφηγητές είναι συνήθως θύματα ή δολοφόνοι, ο Κάιν, ένας στρατιώτης του Μεγαλέξανδρου, κ.α. Τα βιβλία του Παπαμάρκου είναι πολύ πυκνογραμένα και πλήρη νοήματος. Από την πρώτη ανάγνωση μένει κυρίως το σοκ και για να τα καταλάβεις καλύτερα, επιβάλλεται κατά τη γνώμη μου να τα ξαναδιαβάσεις. Ο συγγραφέας μας είπε ότι χρησιμοποιεί τη βία και τον θάνατο ως αφορμή για μια υπέρβαση. Οι ήρωές του υπερβαίνουν τα ανθρώπινα δεδομένα. Θεωρούν εαυτούς και γίνονται «ένα άλλο ζώο».
Τέσσερα αστέρια για την πρώτη ιστορία — χωρίς αυτή τρία. Το Γκριχου θυμίζει πολύ στην ατμόσφαιρα και την γραφή τα διηγήματα του Γκιακ. Οι υπόλοιπες ιστορίες καλές. Κάποιων διηγημάτων η αξία βασιζόταν μόνο στο σοκ της ανατροπής στην τελευταία παράγραφο, που είναι λίγο κρίμα και προβλέψιμο μετά από κάποιο σημείο (γκουχ 45. εσένα κοιτάω). Α, επίσης ο Εγκιβωτισμός έφερνε κάτι σε Breece Pancake. Καλό. Τέλος, παρ' όλο το πρώτο πρόσωπο, ο Παπαμάρκος φαίνεται να γράφει όπως φαντάζεται ότι θα μιλούσαν οι χαρακτήρες του, με εξαίρεση το Γκρίχου, όπου δεν το ένιωσα αυτό. Για να εξηγήσω τι εννοώ: στο Γκιακ ας πούμε, ο Παπαμάρκος έχει κυριολεκτικά χαθεί και οι χαρακτήρες του έχουν δική τους γλώσσα πιο φυσική, και γι'αυτό είναι πιο μαγευτικοί. Λίγο φλου αυτό που γράφω, ελπίζω να βγάζει κάποιο νόημα.
Excellent short stories , very deeply emotional dark stories! Great narrative in first person creates the feeling of "spying" the darkest thoughts of each story teller.
Η ανατροπή , το Άλλο, το κρυμμένο προφίλ στα πρόσωπα και τις διηγήσεις , είναι αυτό που πάντα με συναρπάζει. Οι μισές φράσεις που σε αφήνουν να φαντάζεσαι. Το τέλος που ανατρέπει την αρχή. Οι εξωπραγματικοί outcasts χαρακτήρες. Που ζουν ανάμεσα μας , αλλά οι μάσκες που τους έχουν φορέσει δεν αφήνουν να φανεί αυτό το όμορφο πρόσωπο τους. Όχι 4, γιατί πάντα έχω στο μυαλό μου το Γκιακ , που δεν με αφήνει να μετριάσω ή αντίστοιχα να ωραιοποιήσω τις εντυπώσεις μου.
Μια συλλογή διηγημάτων με ήρωες νεκρούς και ζωντανούς που μοιάζουν με νεκρούς, αφηγητές του σύμπαντός τους. Μια μίξη αφηγηματικών στυλ, που άλλοτε η αφήγηση μοιάζει με εξομολόγηση, χρησιμοποιεί θρησκευτική πρόζα, αρχαιοελληνικά τσιτάτα, και άλλοτε μοιάζει με μανιφέστο, οι φωνές απευθύνονται με οικειότητα και ειλικρίνεια που όμως δεν καταφέρνουν να αγγίξουν και να επιφέρουν την αναγνωστική ταύτηση. Παραμένουν προσκολλημένες στα σύμπαντα βίας στα οποία γεννήθηκαν, δεν μετουσιώνονται ούτε εξιλεώνονται. Οι πολλαπλές συνδέσεις με ιστορικά και πολιτισμικά μένουν μετέωρες, σαν νήματα κουτσουρεμένα σε μια προσπάθεια να γίνει ο λόγος πιο δραματικός ενώ αποτυγχάνει να αποδόσει την θεατρικότητα που ενδεχομένως επιθυμεί. Ενώ το Γιακ είναι εξαιρετικό, η Μεταποίηση μοιάζει περισσότερο με ασκήσεις ύφους και με ψυχαναλυτικό ημερολόγιο εσωτερικευμένης επιθετικότητας και καταπιεσμένης βίας. Όπως είπε μια φίλη, πολλή βία για το τίποτα.
Μια συλλογή από σκληρά διηγήματα που συχνά αφήνουν να διαφανεί το μετέπειτα σύμπαν του Γκιακ και οι πτυχές του: θεματολογία, ύφος, γλώσσα. Ορισμένα ξεχωρίζουν αμέσως -ειδικά το πρώτο με τη γλαφυρότητά του- ενώ άλλα έχουν μια «ακαμψία» που τα κάνει πιο δυσπρόσιτα. Σίγουρα, πάντως, όλα έχουν βάθος και μια ενδιαφέρουσα οπτική γωνία.
Αν και πολύ σκληρό και σκοτεινό για τα δικά μου γούστα, δεν μπορώ παρά να θαυμάσω τη δεξιοτεχνία του Παπαμάρκου σε αυτά τα 12 μικρά διαμαντάκια που μιλούν για το θάνατο, για τον αδελφικό δεσμό, για τον πόνο, τον πόλεμο και την αδικία, τη γεύση που αφήνει ο έρωτας, για εποχές σύγχρονες αλλά και αλλοτινές. Με ξάφνιασε σε κάθε σελίδα.
Δώδεκα ιστορίες απο τον Παπαμάρκο του Γκιακ. Μου φάνηκαν πιο βίαιες, πιο σκοτεινές και ώρες ώρες πιο βιαστικές στο γράψιμό τους. Συχνο το στοιχείο του φανταστικού, με ένα σκοτεινό στυλ πάντα, και καμία διάθεση για περαιτέρω εξηγήσεις, που βάζω στα θετικά. Λίγο μπερδεμένη η θεματολογία, αλλά αν δουμε την κάθε ιστορία ξεχωριστά, με ένα διάστημα μεταξύ τους, τότε ίσως φεύγει αυτή η εντύπωση.