Οι "Ακυβέρνητες Πολιτείες" απαρτίζονται από τρεις τόμους: "Η λέσχη" (1961), "Αριάγνη" (1962), "Η νυχτερίδα" (1965). Η δράση τοποθετείται αντίστοιχα στην Ιερουσαλήμ, στο Κάιρο, στην Αλεξάνδρεια. Ένα μυθιστόρημα που τιθασεύει αριστοτεχνικά μια χειμαρρώδη ιστορική ύλη, δίνοντας ανθρώπινη φωνή στο έπος και στο δράμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την ώρα που κρινόταν το μέλλον των λαών και παίχτηκε στα ζάρια η τύχη της Ελλάδας. Χάρη σε ποικίλες αναδρομές, η τριλογία ζωντανεύει και προγενέστερες περιόδους, από τον Μεσοπόλεμο, τον χλωρό παράδεισο της εφηβείας με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα κάποιων ηρώων, ως την παλιά Αίγυπτο, ανακαλώντας μνήμες προγόνων. Το έργο κορυφώνεται με την εξέγερση του Στρατού και του Στόλου, το κίνημα του Απρίλη 1944 και τη δραματική καταστολή του, ενώ, με τον επίλογο του γ΄ τόμου, μεταφερόμαστε στη Θεσσαλονίκη μετά τον Εμφύλιο, το 1954, όπου ακούγεται ένα συγκλονιστικό ρέκβιεμ για τους χαμένους αγωνιστές.
Ωστόσο, ο Τσίρκας δεν έγραψε χρονικό, αλλά έργο τέχνης. Ιστορική ακρίβεια και φαντασία σπάνια δένονται σ' ένα τόσο αρμονικό σύνολο. Κινώντας στιβαρά μεγάλους όγκους, καταγράφει ευαίσθητα τις απηχήσεις των γεγονότων στη συνείδηση και στις σχέσεις των ανθρώπων, πλάθοντας ολοζώντανες μορφές που θα μείνουν στο πάνθεον των μυθιστορηματικών ηρώων. Πολιτικές μηχανορραφίες, αχαλίνωτες φιλοδοξίες μέσα στη δίνη του πολέμου, αλλά και ωραία όνειρα και περίσσευμα ανθρωπιάς και γενναιότητας δίνουν το στίγμα των "Ακυβέρνητων Πολιτειών", όπου ο έρωτας, κυρίαρχος, τυλίγει και ξετυλίγει το νήμα μιας συναρπαστικής πλοκής. Παράλληλα, με την πολυφωνία της αφήγησης και άλλες νεωτερικές τεχνοτροπίες, ο συγγραφέας κατορθώνει να συγχωνεύσει τον μοντερνισμό με την παράδοση. Ένα μεταιχμιακό έργο, που σφράγισε τα ελληνικά γράμματα σ' αυτό τον "σύντομο 20ό αιώνα".
Yiannis Hatziandreas, who became known by the pen name of Stratis Tsirkas, was born in Egypt in 1911. After graduating from the commercial section of the Ambeteio School he went to work in a cotton mill as an accountant and later as the manager of a factory in Upper Egypt. He read voraciously from an early age and published translations of poetry and short texts of his own in journals in Egypt and Greece. From 1938 to 1963, when he settled in Greece, he managed a tannery in Alexandria, where he became involved in literary and communist circles. In 1937 he published Fellahin, poems inspired by his time in Upper Egypt, in 1938 The Lyrical Voyage and in 1944 his first short story collection, Strange People. The Penultimate Farewell and Spanish Oratorio in 1946 mark his farewell to poetry. Tsirkas was actively involved in the Communist Party’s Anti-Fascist Initiative and he edited their journal, Ellin. The 1944 mutiny of the Greek fleet and army and its brutal suppression inspired his writing, from April is the Cruellest Month (1947) to the final volume of the Drifting Cities trilogy. After the war he published short stories, literary criticism and studies. During the Suez Crisis he wrote Nureddin Bomba. In 1958 he published Cavafy and his Era which won the State Award for biography, and followed up with a work on Seferis. In 1961 he published The Club, the first volume in the Drifting Cities trilogy, prompting his expulsion from the Communist Party. The second volume came out in 1962, the third in 1965. He continued to write articles and literary criticism. He actively opposed the dictatorship and when the Greek Communist Party split, he joined the newly formed Greek Communist Party of the Interior. During the junta he did translations and when preventive censorship was lifted he played a leading part in producing the anti-junta 18 Texts and New Texts, and contributed to the anti-dictatorship journal Synechia. In 1972, the French edition of Drifting Cities won a prize for the best foreign book. Lost Spring, published in 1976, was a novel with an Athenian setting and intended to be first of a trilogy which Tsirkas never completed. He died in 1980.
Πιο δεμένο και πιο στρωτό από το Η λέσχη, και γι αυτό μάλλον καλύτερο. Για να πω την αλήθεια πάντως, μου έλειψε και λίγο το χάος της Λέσχης.
Το εκπληκτικό με τα βιβλία της τριλογίας αυτής πάντως - και τελικά αυτό που τα κάνει ξεχωριστά και ιδιαίτερα, τουλάχιστον από ότι έχω δει μέχρι τώρα - είναι ότι, ενώ στην ουσία πρόκειται για έργα τέχνης (λογοτεχνικές δημιουργίες υψηλότατου επιπέδου, με διάχυτο λυρισμό και εξαιρετική γραφή), μας ανοίγουν τα μάτια και μας βάζουν μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι μιας εποχής και ενός τόπου που αγνοούμε τελείως, με τρόπο που και εφτά βιβλία ιστορίας να διαβάζαμε για το συγκεκριμένο θέμα, δεν ξέρω αν θα ήταν τελικά το ίδιο αποτελεσματικό.
Από την Ιερουσαλήμ της «Λέσχης» στο Κάιρο της «Αριάγνης». Ο Τσίρκας μας ταξιδεύει στην πολυπολιτισμική πρωτεύουσα της Αιγύπτουαριστοκρατική μ’ έναν ευρωπαϊκό αέρα από τη μία (εκεί κατέφυγε και η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Τσουδερού), λαϊκή με μαχαλάδες (τόπος κατοικίας Αραπάδων και άλλων εθνικοτήτων) από την άλλη.
Βλέπουμε και εδώ γνώριμα πρόσωπα από το πρώτο μέρος της Τριλογίας, όπως ο Μάνος Σιμωνίδης. Τώρα, όμως, ο συγγραφέας εισάγει δύο νέους, ενδιαφέροντες χαρακτήρες, την Αριάγνη και τον Φάνη.
Η Αριάγνη, μια «λαϊκή» γυναίκα χωρίς ίχνος ρατσισμού απέναντι σε ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων και θρησκευτικών πεποιθήσεων γίνεται σύμβολο του ανθρωπισμού και γίνεται ο κεντρικός χαρακτήρας αυτού του βιβλίου.
Εκεί που είναι ο πόνος, ο ιδρώτας και τα δάκρυα εκεί δεν είναι ο άνθρωπος; Γιατί λοιπόν σκάβετε ένα χαντάκι και χωρίζεστε;
Ο δε Φάνης, ο γραμματέας της οργάνωσης του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Αίγυπτο, βρίσκεται ανάμεσα στον ρομαντικό αριστερό διανοούμενο Σιμωνίδη και το Ανθρωπάκι. Μια σεμνή και ευγενική μορφή. Ταυτόχρονα, είναι ανιδιοτελής και προσπαθεί να ηρεμήσει τα πνεύματα όταν εμφανίζονται συγκρούσεις μεταξύ των μελών του κινήματος. Η προσωποποίηση της φωνής της λογικής και της-καλώς εννοούμενης- μετριοπάθειας . Ο αφανής ηγέτης του κομμουνιστικού κινήματος.
Η «Λέσχη» έστρωσε με όμορφο τρόπο τη συνέχεια της τριλογίας. Η «Αριάγνη» , ένα βιβλίο με μεγαλύτερη συνοχή από τον προκάτοχό του, προσφέρει μια κριτική ματιά στα γεγονότα που εξιστορεί. Η ιστορία και η μυθοπλασία γίνονται ένα, με τον μύθο και τον λυρισμό να παίζουν σημαντικό ρόλο πλέον.
Πρόδηλα άπτεται το συγκεκριμένο έργο αφενός μεγαλύτερης συνοχής και αφετέρου ενός πιο δεμένου πυρήνα μύθου σε σύγκριση με το πρώτο μέρος της τριλογίας. Οι χαρακτήρες που εμφανίζονται στη Λέσχη εδραιώνονται εδώ, λαμβάνουν υπόσταση, αναπτύσσονται και δρουν σε άμεση συνάρτηση με τα ιστορικά γεγονότα, ενώ εισάγονται καινούρια πρόσωπα, όπως η Αριάγνη, που κυριαρχούν με το δυναμισμό και την ειλικρίνεια της αποτύπωσής τους. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι λαογραφικού προσανατολισμού σκηνές στο λαβύρινθο του Καΐρου, όπου το ελληνικό στοιχείο έρχεται σε επαφή με την αιγυπτιακή κουλτούρα, τα ήθη και τα έθιμα.
Η μυθοπλασία συναντά την Ιστορία και σε αυτόν τον τόμο, και ο Τσίρκας μοιάζει πιο ώριμος όταν, με μεστή γλώσσα, ξεκάθαρη και - σε στιγμές - απότομη γραφή, θέτει ως κεντρομόλο δύναμη τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις-τριβές κατά τη δεκαετία του '40. Εξαιρετικά πυκνό ως προς τα ιστορικά δρώμενα, το δεύτερο βιβλίο των Ακυβέρνητων Πολιτειών καθιστά απαραίτητη τη γνώση του ιστορικού πλαισίου της εποχής, κι εδώ βοηθά αρκετά το ιστορικό σημείωμα της Χρύσας Προκοπάκη, στην αποσαφήνιση των όσων διαδραματίζονται.
Τυχερός να διαβάζει κανείς παράλληλα Μπολανιο και Τσίρκα, δύο συγγενείς πένες, με έμφαση στο καθημερινό, στο γήινο, στο απλό
Όταν με ρώτησε τι ήθελα να σπουδάσω όταν θα πήγαινα στο Μεξικό, απάντησα ιατρική αλλά στην πραγματικότητα ήθελα να γίνω ποιητής Και τι έχεις διαβάσει; Ξαφνικά έμεινα βουβός, ακριβώς την εποχή της ζωής μου που είχα απαντήσεις για τα πάντα. Νικανόρ Πάρρα απάντησα.
Και με αυτόν τον απλό τρόπο να περνάνε τις αλήθειες τους αβίαστα και καθαρά
Ζητιάνοι, αλήτες, νεραϊδοπαρμενοι, συλλέκτες αποτσιγαρων κ πλανόδιοι πουλητές , μόλις μπουν κάτω από τις τέντες που σκεπάζουν τη σκηνή , χαμηλώνουν τη φωνή και περπατούν αθόρυβα, πνιγμένοι από το μολυσμένο χνωτο τόσων τάφων.
Μια μίξη, μια όσμωση γλυκόπικρων δίπολων κόσμων: Ελλάδα - Αίγυπτος/ Χιλή - Μεξικό Η εξορία και η εποχή της αθωότητας
Όταν ρώτησα μια Περουβιανή που επέστρεφε από την Ιταλία γιατί δεν κατεβαίνουν να αποχαιρετήσουν το συνεπιβάτη τους στη στεριά, μου απάντησε ότι έτσι ήταν πιο ρομαντικό
Το τέλος είναι το προβλεπόμενο αλλά ωστόσο δεν του λείπει κ λίγη ποίηση
Το εμβληματικό έργο του Στρατή Τσίρκα αποτελεί μυθιστόρημα -σταθμό στη μεταπολεμική λογοτεχνική παραγωγή. Διδάσκεται στα πανεπιστήμια και σε σεμινάρια αφηγηματολογίας .Κεντρικό πρόσωπο της τριλογίας ο Μάνος Σιμωνίδης,κουμουνιστής-διανοούμενος που μέσα από μια πορεία αυτογνωσίας με πάθη και διλήμματα η συνείδηση του κλυδωνίζεται αδιάκοπα. Η Αριάγνη ξεκινησε να γράφεται από τον Τσίρκα μολις 2 μήνες μετά την κυκλοφορία της Λέσχης και με μεγάλη αγωνία από τον συγγραφέα για την αποδοχή της.Ο θάνατος της μητέρας του θα του δώσει ώθηση για πολλα στοιχεία του χαρακτήρα της στην Αριάγνη.Λαικό χαρακτήρα , ζουμερή γλώσσα, σοφή καρδιά που κρατά στο 2ο τόμο τα βασικά νήματα της πλοκής.Υπάρχει ένας μονόλογος της στο 6ο κεφάλαιο που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ.Η Αριάγνη μάνα σύμβολο που αγωνίζεται,προσφέρει,βοηθάει αυτούς που κινδυνεύουν. Ένα πρόσωπο πλήρες και ανθρώπινο που μόνο ένας μεγάλος συγγραφέας μπόρεσε να σκιαγραφήσει.
Πραγματικά πολύ πιο καλογραμμένο και ώριμο από τη Λέσχη, διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον απο την αρχή μέχρι το τέλος. Γραμμένο με σχετικά ελλειπτικό τρόπο, δεν είναι και το πιο ευκολοδιάβαστο βιβλίο δηλαδή, αλλά αξίζει και με το παραπάνω. Δυστυχώς παίρνει σαν δεδομένο ότι ο αναγνώστης γνωρίζει με λεπτομέρεια τα ιστορικά γεγονότα της εποχής, κάτι που θα έκανε το κείμενο αρκετά δύσβατο αν δεν υπήρχε η καταπληκτική δουλειά του επίμετρου / ιστορικού σημειώματος της Χρύσας Προκοπάκη, που είναι πολύ κατατοπιστική για τα γεγονότα (αν και γραμμένη με υποκειμενικό τρόπο από συγκεκριμένη σκοπιά, και όχι και τόσο ουδέτερη πολιτικά).
Το κίνημα του Ελληνικού στρατού και του στόλου τον Απρίλη του '44 στη Μέση Ανατολή αποτελούν ουσιαστικά την πρώτη πράξη του Εμφύλιου, μερικούς μήνες πρίν τα Δεκεμβριανά. Αυτό πολύ λίγοι το γνωρίζουν, τα γεγονότα μέχρι και σήμερα είναι σχετικά άγνωστα στο ευρύ κοινό μιας και έλαβαν χώρα στο εξωτερικό. Η τριλογία του Τσίρκα είναι ένας θαυμάσιος τρόπος να έρθουμε σε επαφή με αυτή την πτυχή της πρόσφατης Ιστορίας μας, μέσα από ένα φοβερά ποιοτικό κείμενο που θα ικανοποιήσει και τους πιο απαιτητικούς αναγνώστες.
Σειρά τώρα έχει το τρίτο μέρος, η ''Νυχτερίδα''...
Εξαιρετικό βιβλίο!Ο Τσίρκας με την γραφή του καταφέρνει ν' αποδώσει ένα εξαιρετικό σύνολο εικόνων αλλά και του διδάγματος πως η αγάπη,στο ευρύτερο συνολό της,είναι ένα συναίσθημα που μόνο μπροστά μπορεί να μας πάει ως άτομα.Ολοκληρώνεται όλο αυτό το σκηνικό μέσα σ' ένα αληθινό ιστορικό πλαίσιο για την Ελλάδα,πράγμα που κάνει ακόμα πιο σπουδαίο αυτό το βιβλίο καθώς ο Τσίρκας κατάφερε μέσα σ' ένα σκηνικό πολέμου και ίντριγκας ν' αποδώσει τόσο όμορφες εικόνες της φύσης και των ανθρωπίνων σχέσεων που ταξιδεύουν τον αναγνώστη.Βιβλίο που θ�� προτείνω ανεπιφύλακτα απο δω και πέρα.
[Tsirkas - Drifting Cities Trilogy - Book 2] Οι τελευταίες 25 σελίδες.... δάκρυα.... ξεπλήρωσαν κάποια σημεία στην μέση του βιβλίου που δεν καταλάβαινα καν ποιος μιλάει, σε ποιους.... Ο τρόπος που γράφει είναι απλά υπέροχος, και τελικά αυτό έχει σημασία στην Τέχνη: όχι τι λες αλλά πώς το λες. Γιατί.... όσο κι αν ο ίδιος προφανώς θέλησε να γράψει αυτή την "στρατευμένη" Αριστερή Τριλογία, εμένα που προσωπικά δεν προσυπογράφω καθόλου τα πιστεύω του αυτό που μέχρι στιγμής μένει είναι το πόσο, Θεέ μου πόσο, εκτός πραγματικότητος ήσαν όλοι αυτοί οι ήρωές του, πόσο ψεύτες, πόσο άχρηστοι, πόσο ερωτύλοι, πόσο κολλημένοι σε ανύπαρκτους κώδικες, πόσο ξενόδουλοι.... πόσο δίκαια κι αναμενόμενα τελικά δεν κατάφερε τίποτα η Αριστερά στην Ελλάδα.
Το βιβλίο ήταν εξαιρετικό, αλλά είχε πολλή ιστορία και μεγάλο μπλέξιμο στους χαρακτήρες (και τα δύο σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τη Λέσχη) οπότε δεν κατάλαβα πολλά... Αξίζει όμως για το καφενείο με τους καθρέφτες, τον προσφυγικό θρήνο, την κηδεία του Ναμπουλιόν...
13 Δεκεμβρίου 1942, λίγο μετά τη μάχη στο Ελ-Αλαμέιν. Ο κεντρικός ήρωας της τριλογίας, ανθυπολοχαγός Μάνος Σιμωνίδης και ο λοχίας Μιχάλης Σαρίδης κινούνται οδικώς προς την Πρώτη Ελληνική Ταξιαρχία, στη δυτική ακτή της Μεγάλης Σύρτης. Τα γεγονότα όμως και οι εξελίξεις μας φέρνουν στο Κάιρο. Μπροστά μας απλώνεται μια τοιχογραφία της πόλης όπου συνυπάρχουν ντόπιοι και ξένοι κάτοικοι, κυρίως Ευρωπαίοι. Η οικογένεια Σαρίδη ανοίγει το φτωχικό σπίτι της και μας δέχεται. Μια οικογένεια Ελλήνων, από αυτούς που δεν πλούτισαν στην Αίγυπτο, μα παλεύουν μαζί με τους αυτόχθονες να επιβιώσουν. Μέσα από τις αφηγήσεις του Διονύση Σαρίδη μαθαίνουμε τους αγώνες των εργατών, τις απεργιακές κινητοποιήσεις, την εθνικοαπελευθερωτική εξέγερση των Αιγυπτίων εναντίον της Βρετανικής κυριαρχίας το 1919. Σε αυτό το μωσαϊκό προσώπων ξεχωρίζει η Αριάγνη Σαρίδη, η μητέρα της οικογένειας. Μια γυναίκα ευφυής, δυναμική, με αυτοσεβασμό, αυτογνωσία που με γνώμονα το δίκαιο πορεύεται στη ζωή. Μια μάνα που δε δίστασε να κλέψει για να μεγαλώσει τα παιδιά της σε εποχές ένδειας. Μια γυναίκα που διακινδύνευσε για τον πλησίον. Την Αριάγνη την χαρακτηρίζει αλτρουισμός και ένα βαθύ αίσθημα ουμανισμού. Δέχεται τον άνθρωπο πέραν από χρώμα, καταγωγή, θρησκεία.
"Αριάδνη και Αράχνη : Αριάγνη. Έτσι μου έρχεται να σας φωνάξω. Από τη μια δίνεται τον μίτο κι από την άλλη μπλέκετε το δίχτυ..."
Σε ένα λαβύρινθο κομματικών/πολιτικών/ιμπεριαλιστικών μηχανορραφιών η Αριάγνη γίνεται ο μίτος που διευκολύνει και εξομαλύνει, ενώ παράλληλα εξυφαίνει ιστούς προστασίας, δρώντας προληπτικά, διαβλέποντας τις εξελίξεις στη ζωή στην Αίγυπτο και τις επερχόμενες μεταβολές ισορροπιών.
Ο κεντρικός άξονας της τριλογίας παραμένει ο ίδιος και στο δεύτερο μέρος της. Η γερμανική κατοχή στον Ελλαδικό χώρο, οι δράσεις των Ε.Α.Μ, Ε.Λ.Α.Σ., η κυβέρνηση του Καΐρου επί Τσουδερού, οι προσπάθειες του Κανελλόπουλου, οι πιέσεις του Τσόρτσιλ, ενώ ο Β'ΠΠ μαίνεται στην Ευρώπη σε πολλά μέτωπα. Το Κομμουνιστικό Κίνημα των Ελλήνων της Αιγύπτου εντείνει τη δράση του στον αντιφασιστικό αγώνα, ενώ οι βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις προσπαθούν να συντρίψουν το κίνημα στη Μέση Ανατολή. Προσωπική ζωή και πολιτική δράση σε ένα χορό ερωτικών καλεσμάτων, δολοπλοκιών, αγνών αισθημάτων, ηρωικών πράξεων.
Ωραία λες, άντε τώρα να διαβάσω και το επόμενο... Και προετοιμάζεσαι να ζήσεις την ψυχρολουσία που έζησες διαβάζοντας την Λέσχη... Αλλά (ευτυχώς) ατύχησες. Θεωρώ ότι ήταν το καλύτερο και από τα 3 (προσωπικό αγαπημένο από τα 3 της σειράς). Θες γιατί ο συγγραφέας δεν το παραέκανε με την επανοηματοδότηση των σημείων στίξης; Θες γιατί η ιστορία είναι πιο δεμένη και συμπαθητική βλέποντας περισσότερο τον χαρακτήρα των ηρώων μέσα από καταστάσεις και καθημερινές στιγμές; Θες γιατί είχε κάποια λαογραφικά-τοπικιστικά στοιχεία που συνόδευαν την ιστορία και τα ιστορικά γενονότα; Πολλά θες και ίσως δεν τα βρεις, όπως τα βρήκα εγώ. Αξίζει πάντως να το διαβάσεις για 3 σημαντικότατους λόγους: Α) Διάβασες την Λέσχη -και αν την διάβασες αυτό θα σου φανεί παιχνιδάκι. Β) Δεν είναι χειρότερο της Λέσχης - (το έχω κάψει εντελώς το πρώτο μέρος με το ζόρι το διάβασα) Γ) Μετά θα μπορέσεις να διαβάσεις και το τρίτο της σειράς την Νυχτερίδα και να έχεις διαβάσει όλες τι; Ακυβέρνητες Πολιτείες... ε δεν είναι και λίγο...
Significantly more structured and easier-to-follow than the first novel, this one starts to scale up the story of the trilogy. Same main character, with a few new side-ones, each one better and deeper than the last. I’ve come to indulge on the introduction of a new character, starting from understanding almost nothing to feeling you know them for many years. Story-wise, very satisfying, covering a lot of the pre-civil-war era in Egypt and Greece. As in the first novel, the most amazing thing is the fact that the story is presented through the eyes of the characters. In an even more evident manner in this novel, you get to get a glimpse of the life during war, i.e. high-stake political decisions are hazy and not clear, while living/dancing/loving is still going on among ordinary people. Bottom-line: Another fantastic novel that makes you very eager to read the third part of the trilogy.
Διάβασα την τριλογία για δεύτερη φορα , έπειτα απο 30 χρονια . Ελληνική λογοτεχνία σε απίστευτα υψηλό επίπεδο ! Ιστορικό , πολιτικό , με ιδιαίτερη γλώσσα και φιλοσοφικές αναζητήσεις .
Είχα αγοράσει ολόκληρη την τριλογία επειδή ήταν ενταγμένη στην ύλη του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του 2ου εξαμήνου των σπουδών μου. Δοκίμασα να τα διαβάσω, αλλά ήμουν εντελώς ανέτοιμη γι αυτό. Οι ιστορικές μου γνώσεις για την δράση των αριστερών και των δεξιών και των συμμάχων στο τέλος του Β παγκόσμιου πολέμου και δη στη Μέση Ανατολή ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτες. Η δομή του έργου, από την άλλη, αλλά και η αφηγηματική τεχνική του συγγραφέα - η οποία ξεχώρισε το έργο αυτό ως τομή στα νεοελληνικά γράμματα - με δυσκόλεψαν πολύ. Τα πρόσωπα της αφήγησης άλλαζαν από κεφάλαιο σε κεφάλαιο (μαντεύεις ποιος μιλάει από το ύφος και το περιεχόμενο των λεγομένων), όπως και η οπτική γωνία και το ύφος. Έβαλα στόχο και κατάφερα να το διαβάσω τώρα, 24 χρόνια μετά, που έχει αλλάξει το αναγνωστικό μου ένστικτο, έχει πλουτίσει η πείρα μου και... υπάρχει και η google! Και τα κατάφερα, και μπορώ να πω ότι το απόλαυσα κιόλας και βγήκα πιο πλούσια από αυτή την αναγνωστική εμπειρία. Αντιλαμβάνομαι τους λόγους που το έργο αυτό έμεινε κλασικό.
Πόσο λείπει από το σήμερα η ματιά και η πέννα αυτών των συγγραφέων.. Διαβάζεις, νομίζεις, ένα μυθιστόρημα. Αλλά ταυτόχρονα διαβάζεις Ιστορία, ακούς μουσική, διαβάζεις ποίηση, ταξιδεύεις, τρως, γεύεσαι, αισθάνεσαι. Άνθρωπος. Ξανά.
Όπως πολυ ωραία εκφράζει η κριτική του Κωστή, η Αριαγνη ειναι γραμμένη πολυ συνεκτικά. Πολλα κομμάτια πρέπει να διαβαστούν όταν ο αναγνώστης ειναι πλήρης ξύπνιος και με πνευματική διαύγεια. Συχνή πρέπει να ειναι και η προσφυγή στα σχόλια της Χρύσας Προκοπακη, τα οποία ειναι ανεκτίμητα στη συμβολή τους. Το βιβλίο ειναι πολυ γενναιόδωρο όμως αν κάποιος ασχοληθεί μαζί του. Που και που, η λιτή γραφή δίνει τόπο σε λεπτομερεις περιγραφές, όπου οι εικόνες γίνονται μαγικες. Μια συγκεκριμένη με το ηλιοβασίλεμα ήταν απίστευτη, την διάβασα 2-3 φορές απανωτά για να την ευχαριστηθω πλήρως. Επίσης ελκύει η ιστορία της Αριάδνης και του τρόπου που εκφράζει την ανθρωπιά της και η ανθρωπιά της Αριάδνης.
Σίγουρα θα το ξαναδιαβασω. Ειναι τόσο πυκνό που πιστεύω θα καταλάβω πολλα παραπάνω και ειναι σίγουρος πως θα με κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο και στη δεύτερη ( η και τριτη;) ανάγνωση.
Εξαιρετικό. Το καλύτερο της τριλογίας. Η Αριάγνη με μάγεψε, με συγκίνησε και με εντυπωσίασε. Εκεί διαβάζεις τον αγώνα του ανθρώπου που προσφεύγει σε ξένη γη, τις θέσεις και τους ρόλους που μοιράζονται σε καιρό πολέμου με ηθικές και ιδεολογικές σφραγίδες, και τα πάθη, τα έργα, τις επιταγές της ανθρώπινης σάρκας που καμία, μα καμία, ιστορική περίοδος δεν κατάφερε να αγνοήσει. Κατά τη γνώμη μου είναι και εξαιρετικά επίκαιρα τα ζητήματα που θίγονται.
Ένα ιστορικό μυθιστόρημα, πολιτικοπολεμικό συνονθύλευμα της ενπόλεμης Ελλάδας στην μεση ανατολή, μια ιστορία που ποτέ δεν μάθαμε στα σχολεία, ένας ξεχασμένος και άγνωστος Ελληνισμός που κάποτε δεν είχε σύνορα κάποιου εθνικού κράτους. Σαν μυθιστόρημα, η Αριάγνη συνεχίζει τον μύθο της Λέσχης, αλλά δυστυχώς μὀνο κάτα το πεδίο της πλοκής, κατἀ τ'άλλα έχουμε μια ρεαλιστική γραφή με ζωντανούς χαρακτήρες και απολαυστική αναπαράσταση της ζώης στο Κάιρο.