Η Κορτέσα είναι η μάνα του Δημήτρη, ο οποίος είναι μετανάστης στην Ολλανδία. Παρόλο που έχει και μια κόρη που ζει κοντά της, η Κορτέσα σκέφτεται συνέχεια τον Δημήτρη και θέλει να πάει να μείνει μαζί του για ένα διάστημα. Αυτή είναι και η αιτία που η κόρη της αισθάνεται ζήλια για τη σχέση της μάνας και του αδερφού της. Πονεμένη γυναίκα, παλεύει να τα βγάλει πέρα στη ζωή της βοηθώντας με κάθε τρόπο τα παιδιά της. Καημός της, ο ξενιτεμένος της γιος και η οικογένειά του που δεν έχει δει ποτέ. Παρηγοριά της ο μικρός της εγγονός, ο Ηλίας, ο οποίος έχει πάρει κατά κάποιο τρόπο τη θέση του Δημήτρη. Όταν η Κορτέσα παίρνει επιτέλους την απόφαση να πάει στην Ολλανδία, αντιμετωπίζει τη μεγάλη αντίδραση του Ηλία και της κόρης της. Ωστόσο δεν το βάζει κάτω και δεν αλλάζει την απόφασή της. Όμως η μοίρα έχει άλλα σχέδια για εκείνη...
Η Ζωρζ Σαρή (English: George Sari), λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Γεωργίας Σαρηβαξεβάνη, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες μορφές της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, αλλά και ταυτόχρονα μια ηθοποιός που έζησε με πάθος τις μεγάλες στιγμές του 20ού αιώνα. Με μητέρα από τη Γαλλική Σενεγάλη και πατέρα από το Αϊβαλί, έφερε μέσα της την πολυπολιτισμικότητα και το άνοιγμα στον κόσμο, στοιχεία που σφράγισαν την προσωπικότητά της και αργότερα τα έργα της. Στην Κατοχή, ενώ σπούδαζε υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Δημήτρη Ροντήρη, συμμετείχε στην Αντίσταση και εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ, βιώνοντας εμπειρίες που αργότερα τροφοδότησαν τη γραφή της με αλήθεια και δύναμη. Τραυματίστηκε στα Δεκεμβριανά και, το 1947, βρέθηκε εξόριστη στο Παρίσι, όπου σπούδασε στη σχολή του Σαρλ Ντιλέν και ήρθε σε επαφή με σπουδαίους ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης, από τον Κώστα Αξελό έως τον Μαρσέλ Μαρσώ, ενώ εκεί δημιούργησε οικογένεια με τον γιατρό Μαρσέλ Καρακώστα. Το 1962 επέστρεψε στην Ελλάδα και εμφανίστηκε στο θέατρο και τον κινηματογράφο δίπλα σε μεγάλους ηθοποιούς, κερδίζοντας μάλιστα βραβεία για τις ερμηνείες της. Όταν όμως επιβλήθηκε η Δικτατορία, αποφάσισε μαζί με φίλους της να μη συμμετάσχει πια στο θέατρο, επιλέγοντας τη σιωπηλή αντίσταση. Τότε ανακάλυψε τη συγγραφή, ξεκινώντας σχεδόν σαν παιχνίδι με τα παιδιά γύρω της να δημιουργεί τον «Θησαυρό της Βαγίας» (1969), ένα βιβλίο που γνώρισε αμέσως τεράστια επιτυχία και μεταφέρθηκε στην τηλεόραση, ανοίγοντας τον δρόμο για μια καινούρια καριέρα που θα την καθιέρωνε στη λογοτεχνία. Από τότε αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο γράψιμο, τονίζοντας πως εκεί βρήκε την ελευθερία που δεν μπορούσε να έχει στη σκηνή, και μέσα από τα βιβλία της μπόρεσε να πει τις ιστορίες της με τον δικό της τρόπο, αναλαμβάνοντας η ίδια την ευθύνη των λέξεων και των ηρώων της. Στο έργο της συνυπάρχουν η προσωπική μνήμη, η Ιστορία και η κοινωνική πραγματικότητα: μυθιστορήματα όπως το «Όταν ο ήλιος…», η «Κόκκινη κλωστή δεμένη…», «Οι νικητές», «Τα γενέθλια» και «Τα χέγια» έφεραν στην παιδική και νεανική λογοτεχνία ιστορικά και πολιτικά γεγονότα, μιλώντας για την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τις πληγές της σύγχρονης Ελλάδας με τρόπο που κανείς δεν είχε τολμήσει ως τότε. Με άλλα έργα της, όπως «Το ψέμα», «Κρίμα κι άδικο», «Νινέτ», «Ζουμ» ή «Μια αγάπη για δύο», έθιξε ζητήματα κοινωνικά, οικογενειακά, αλλά και προσωπικά, ενώ μέσα από τη φιλία της με την Άλκη Ζέη και την κοινή τους πορεία χάρισε στη λογοτεχνία αυτοβιογραφικές αφηγήσεις που μιλούν για την αξία των ανθρώπινων σχέσεων. Δεν περιορίστηκε όμως στα βιβλία· επισκεπτόταν σχολεία σε όλη την Ελλάδα, μιλούσε με παιδιά και εφήβους, συμμετείχε σε συζητήσεις για τη λογοτεχνία και τον ρόλο της γυναίκας, ενώ με την ίδια ζέση υπερασπιζόταν τη θέση του παιδικού βιβλίου στην κοινωνία. Η συμβολή της αναγνωρίστηκε με σημαντικά βραβεία, όπως το Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου για το «Νινέτ», διακρίσεις από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, προτάσεις για διεθνή βραβεία όπως το Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, αλλά και τιμές για την καλλιτεχνική της πορεία στον κινηματογράφο. Ως συγγραφέας αγαπήθηκε γιατί μίλησε με αμεσότητα, με ζεστασιά και με ειλικρίνεια, δίνοντας φωνή σε μια ολόκληρη γενιά που έζησε τον πόλεμο, την εξορία, την αντίσταση και τον αγώνα για ελευθερία, αλλά και μεταφέροντας στα παιδιά την πίστη της στη ζωή, στη φιλία και στην αγάπη. Όπως έλεγε η ίδια, κάθε βιβλίο της κουβαλούσε κομμάτια της προσωπικότητάς της, κρυφά ή φανερά, γιατί «ο συγγραφέας πάντα βρίσκεται κάπου μέσα στις ιστορίες του». Η Ζωρζ Σαρή, είτε με τις σελίδες της είτε με τις ερμηνείες της, άφησε μια παρακαταθήκη γεμάτη πάθος, αλήθεια και ανθρωπιά, και μέχρι σήμερα τα βιβλία της διαβάζονται με την ίδια συγκίνηση, αποδεικνύοντας ότι η λογοτεχνία μπορεί να είναι ταυτόχρονα προσωπική μαρτυρία, ιστορική μνήμη και παγκόσμια φωνή.
3,5/5! Η μετανάστευση,οι φαύλες ελπίδες για την αναγέννηση της Πατρίδας,ΕΟΚ και ξεχασμένα μεγαλεία,η σύνταξη της γιαγιάς και η εκμετάλλευσή της,ο πρόωρος χαμός του παιδιού,όλα αυτά και άλλα πολλά μέσα τις υπέροχες σελίδες του σύντομου διηγήματος που δεν του λείπει τίποτα παρόλο που απευθύνεται σε νεαρή ηλικία!
Ένα βιβλίο που πρώτη φορά διάβασα στην εφηβική ηλικία και ίσως να ήταν και από τα πρώτα αναγνώσματα που με έκαναν να αγαπήσω τα βιβλία! Τόσα χρόνια μετά και ακόμη με συγκινεί το ίδιο η αγάπη της γιαγιάς προς τα παιδιά και τα εγγόνια της! Σε μεταφέρει σε μια άλλη εποχή με τα στερεότυπα και την καθημερινότητά της! Μία εποχή όπου υστερούσε σε παιδαγωγικές μεθόδους μεγαλώματος των παιδιών (κάποιες περιγραφές και εικόνες άγνωστες στα δικά μου μάτια αλλά σίγουρα όχι άγνωστες για τις μαμάδες και γιαγιάδες μας). Σε μία εποχή που τα παιδιά μεταναστεύουν σε χώρες του εξωτερικού για ένα καλύτερο μέλλον και την πικρή συνθήκη όπου η μάνα αποχωρίζεται το παιδί της! Περιγράφει πολύ γλαφυρά τις διαφορές των κοινωνικών τάξεων: τις μεν οικογένειες, ευκατάστατες όπου μεγάλωναν μέσα στα πούπουλα τα παιδιά τους, οδηγώντας τα στην επαγγελματική αποκατάσταση με τα "μέσα" που διέθεταν με αποτέλεσμα να οδηγούνται στην απληστία, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και τη δυστυχία και τις δε όπου είχαν οικονομικές δυσκολίες, χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και το μεγάλωμα των παιδιών ήταν στα χέρια της γιαγιάς που αναλάμβανε το νοικοκυριό γενικότερα όσο οι γονείς δούλευαν! Και μετά περιγράφει τη θέση της γυναίκας που από μικρή ηλικία δεν μπορεί να διεκδικήσει μόρφωση και αφήνει τη ζωή να περνά με όνειρα απραγματοποίητα.
Ένα μικρό, γρήγορο, ευχάριστο αλλά και θλιβερό διάλειμμα από τη σειρά που διαβάζω και δε λέω να τελειώσω. Αυτό το βιβλιαράκι έκρυβε μέσα του καλά την τόσο αληθινή και χαώδη θλίψη του χαμού ενός αγαπημένου μας ανθρώπου, την τόσο απότομη αλλαγή των σχεδίων μας από κάτι αναπάντεχο , τις σκέψεις μας που πάνω στον χαμό μας κατηγορούν τον οποιονδήποτε για αυτό που μας φέρει αυτήν την δυστυχία. Μου άρεσε πολύ ο χαρακτήρας της Κορτέσας, μίας τυπικής αγαπητής γιαγιάς 3ών (ή 5;!) εγγονιών. Ένιωσα πάρα πολύ τον πόνο της και το άδικο που τη βρήκε και ταυτίστηκα με κάποιες ιδέες και σκέψεις της. Μου άρεσε πολύ το πώς η συγγραφέας άνοιξε και έκλεισε το βιβλίο με τη γιαγιά να αφηγείται το ίδιο παραμύθι στα εγγόνια της αλλά με άλλο τέλος κάθε φορά. Ακόμα και αυτή η αλλαγή, μικρή μεν, δείχνει το πόσο άνω κάτω μπορούν να έρθουν τα πράγματα σε μια στιγμή αλλά και τι μας μαθαίνουν οι διάφορες συγκυρίες. Σε κάθε ηλικία μεγαλώνουμε και μαθαίνουμε. «Η γνώση είναι το μεγαλύτερο σπαθί»