... Από το 1981 είχα βάλει στο μάτι τον πίνακα του Σάρτζεντ, που στολίζει το εξώφυλλο τούτου του βιβλίου. 'Οταν τον αντίκρυσα, είπα ταραγμένος: "Άα... τούτους εδώ τους ξέρω κι ας μας χωρίζουν κάπου εκατό χρόνια". Τους ήξερα, αλλά πώς; Άντε πάλι να ψάχνω μέσα σε γνώριμα βλέμματα - ένα τεράστιο στοκ βλεμμάτων. Ωστόσο, κάποια ιδιαίτερη ανάμνηση με οδηγούσε από μόνη της στην υγρασία του παλιού ποτοποιείου, όπου γινόταν το "πεθαμένο λικέρ". Κι εκεί, στη γλυκιά αλκοολική σκουριά και στη σιωπή, βρήκα τους ήρωές μου. Τη Ραλλού, τον Φώτη κι εμένα. Ν' αγαπιόμαστε και να δενόμαστε με τα πιο κρυφά μυστικά, στη μυθική Κυψέλη του 1957. Παρασύρθηκα, έτσι, ζωντανεύοντας πράγματα παλιά αλλά αρωματικά και μεθυστικά, όπως το "λικέρ", όπως ο πόθος και ο φόβος των παιχνιδιών που παίζουν οι μεγάλοι - ονομάζοντας το παιχνίδι ζωή, ελπίζοντας σε κάποια σπλαχνική ασυλία. Τα παιχνίδια, όμως, δεν έχουν ανθρώπινη λογική. Είναι εκδικητικά από τη μαγική τους φύση, γιατί επιζούν και διαιωνίζονται μέσα από τα λάθη και τις αδυναμίες των παικτών τους. Πάντως, όλα ξεκίνησαν απ' το χαμόγελο και το βλέμμα μιας ζωγραφιάς, ένα απόγευμα στη Νέα Υόρκη.
Ο Γιάννης Ξανθούλης (English: Giannis Xanthoulis) είναι Έλληνας μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1947 στην Αλεξανδρούπολη από οικογένεια προσφύγων και σπούδασε δημοσιογραφία, σχέδιο και ενδυματολογία θεάτρου. Από το 1969 εργάζεται ως δημοσιογράφος και χρονογράφος, ενώ το πρώτο του μυθιστόρημα, Μεγάλος Θανατικός, κυκλοφόρησε το 1981. Έγινε ευρύτερα γνωστός από τα χρονογραφήματά του στην Ελευθεροτυπία, καθώς και από τα σατιρικά του κείμενα και θεατρικά έργα, πολλά από τα οποία ανέβηκαν σε ελληνικές σκηνές. Έχει επίσης γράψει και εικονογραφήσει παιδικά βιβλία. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της ΕΣΗΕΑ.
Αν υπαρχει ενας Κυκλος Υποεκτιμημένων Ελλήνων Λογοτεχνών, ο Γιαννης Ξανθουλης ειναι σίγουρα μέλος του. Μη σου πω οτι ειναι και Προεδρος. Σε μια συνεντευξη του στην ΕΡΤ με τoν Γιαννη Μπεζο ακουσα πως το μονο βραβειο που εχει παρει ποτε ήταν το Βραβειο Αναγνωστων του Public, μόλις περυσι, για το "Την Κυριακή εχουμε Γάμο".
Ο Γιαννης Ξανθουλης εχει αυτο που λεμε "signature writing" δηλ, οταν τον διαβαζεις καταλαβαινεις οτι αυτο ειναι Ξανθουλης, δε θα μπορουσε να ειναι κανενας αλλος, κι αυτο ειναι ίδιον των Μεγαλων της Λογοτεχνιας αλλα και της Τεχνης γενικοτερα.
Σαρκαστικός ως το κοκκαλο, σουρρεαλιστικος και ιδιοφυής, σπαρταριστά αστείος ("Ο κ. Τριαντάφυλλος ήταν τοσο τριχωτός που έμοιαζε λες και κυλίστηκε ιδρωμένος σε ασκούπιστο κουρείο") όσο και σπαρακτικά δραματικός (κι εγω ανίσχυρος έκανα τις πιο κουτές κι αυτοσχέδιες προσευχές, μόνο τρεις λέξεις: Φωτη μη φυγεις..") κάνει κούνια ή τραμπάλα με την διάθεσή του έρμου αναγνώστη. Γενικά ο κόσμος του είναι μια ελαφρώς παραισθησιογόνα παιδική χαρά τρέλας και παραδοξοτήτων όπου άνθρωποι πετάνε, άλλοι εμφανίζονται ως φαντάσματα κι αυτό δεν προκαλεί καμία έκπληξη, η φύση προσωποποιείται και συμπάσχει, η οικογένεια είναι δυσλειτουργική με νευρωτικές τάσεις και υστερικές κρίσεις.
Σ' αυτό το βιβλίο του - αλλά και σε άλλα δικά του - έχω γελάσει δυνατά (ρεζίλι στον ηλεκτρικό) και στην επόμενη σελίδα έχω κλάψει σαν μωρό ( αρα μη τον διαβάζετε δημόσια αν δεν θέλετε να φαίνεστε φρενοβλαβείς στον κόσμο).
Αυτό που θα μου μείνει ως ανάμνηση από την αναγνωστική εμπειρία του εν λόγω έργου - εκτός των συναισθηματικών Ρίχτερ που αλλεπάλληλα προκαλούσε εντός μου - είναι πως το ξεκίνησα στις 11 το βράδυ "για-να-του-ριξω-μια-ματιά" και δεν κουνήθηκα ως τις 3.30 τα ξημερώματα που το τελείωσα. Με καθήλωσε με την πιο κυριολεκτική έννοια του όρου, παρ' όλο που ήξερα πως θα το μετανιώσω πικρά την επομένη που είχα πρωινό εγερτήριο. Απλώς αρνιόμουν πεισματικά ν' αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου αν δεν εξαντλούσα και την τελευταία του, υπέροχη λέξη. - Σπάνια μου συμβαίνει αυτό, θυμάμαι να το 'χω πάθει ξανά με το Γκιακ του Δ. Παπαμάρκου, και με τα Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά του Κ. Μουρσελά, το οποίο άφηνα και ξανάπιανα όλη νύχτα, αδυνατώντας να κοιμηθώ από αγωνία τί θα γίνει παρακάτω, ε και τελικά με κούρασα και το διάβασα ως να ξημερώσει, είδα τον ήλιο ν ανατέλλει, και μετά κοιμήθηκα 12 ώρες- Τέτοιας κατηγορίας βιβλίο δηλαδή.
Απ' αυτά που αποκτάς μια εξάρτηση με τον συγγραφέα, και τον αναζητείς και σε άλλα έργα του, να σου ξαναμιλήσει έτσι, ως το μεδούλι (εκεί που ανατριχιάζεις) και που, όπως λέει και ο Σάλιντζερ στον Φύλακα στη Σίκαλη, θα 'θελες να τον έχεις φίλο σου και να τον παίρνεις τηλέφωνο όποτε θες, να μιλήσετε.
Η υπόθεση αναμφίβολα επηρεασμένη από την φροϋδική θεωρία ιδωμένη από μία διαφορετική γωνία (η μεγάλη αδερφή στο ρόλο της μητέρας) την οποία ο συγγραφέας καταφέρνει εντέχνως να ισορροπήσει πάνω στο τεντωμένο σκοινί, δηλαδή προκαλώντας τον αναγνώστη (μπορεί και να σοκάρει μερικούς, δεν συνέβη με εμένα) χωρίς όμως να υποπέσει σε χυδαιότητες που να προκαλούν αποστροφή. Η ισορροπία αυτή εν πολλοίς θεωρώ πως επιτυγχάνεται κυρίως λόγω του λογοτεχνικού ευρήματος του "πεθαμένου λικέρ", στο οποίο σε μεγάλο βαθμό οφείλεται η μυστηριακή και μυσταγωγική ατμόσφαιρα του βιβλίου και το οποίο ταυτόχρονα αποτελεί την απαραίτητη, καλώς η κακώς, για τον αναγνώστη δικαιολογία αλλά και τεχνικά τον εκλυτικό παράγοντα για τη δημιουργία της συνθήκης.
Το βιβλίο αυτό όμως για μένα παίρνει 10/10 για άλλο λόγο: Γιατί είναι το μοναδικό που κατάφερε να ανατρέψει το προσωπικό μου αξίωμα πως το πραγματικά καλό βιβλίο έχει να πει στον αναγνώστη κάτι πολύ πολύ σπουδαίο. Το πεθαμένο λικέρ λέει κάτι ενδιαφέρον, όχι κάτι σπουδαίο κατά τη γνώμη μου, εντούτοις το λέει με ατμόσφαιρα, με μελαγχολία, με έμπνευση, με ευφυΐα, με έναν τρόπο γραφής ΑΠΑΡΑΜΙΛΛΟ. Ο Ξανθούλης δεν παίζεται, γράφει απίστευτα, συγκλονιστικά, με πηγαίο ταλέντο, αποδεικνύοντας ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις το πώς το λέει μπορεί να είναι σημαντικότερο από το τι λέει. Γι' αυτό το λόγο, για μένα ο Ξανθούλης είναι ο μετρ του ανεπιτήδευτου, του αβίαστου, του αυθεντικού στυλ.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η γραφή του Ξανθούλη με κάνει να αισθανθώ άβολα με κάτι το απροσδιόριστα γλοιώδες αλλά αυτή τη φορά το τερμάτισε.
"Δεν ξέρω αν όλα τα παιδιά στα δέκα τους χρόνια έχουν τη στύση που είχαμε εμείς, εγώ κι ο αδερφός μου ο Φώτης, δίδυμος κι εντελώς διαφορετικός από εμένα" διαβάζουμε στην πρώτη σελίδα και όσο συνεχίζουμε την ανάγνωση γίνεται εμφανές πως το creepy factor που χτυπάει κόκκινο, οι αλλαξοκωλιές κι όλο το τσάμπα μπινελίκι που διέπει το βιβλίο υπάρχουν αποκλειστικά για λόγους εντυπωσιασμού κι όχι γιατί ο συγγραφέας είχε απαραιτήτως κάτι να πει. Κι αν είχε, εγώ ο κοινός θνητός δεν το κατάλαβα.
Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για ένα ευχάριστο ηθογράφημα των τελών του '50, με αρκετό χιούμορ κι έξυπνες στιγμές που όμως δε φτάνουν για να ξεπλύνουν την πικρή γεύση που μας αφήνουν οι πρώτες γραμμές καθώς και πολλές που ακολούθησαν, για να κορυφωθούν σε ένα τέλος χωρίς νόημα. Θα κρατήσω μόνο τη συγκλονιστική ανακάλυψη πως το "Ιt's Now or Never" του Elvis είναι αμερ'κάνικη διασκευή του "O Sole Mio"! (Ναι, το διαβασατε πρώτα εδώ)
Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, και το δικό στομάχι είναι λίγο ευαίσθητο στην υπερβολική ωμότητα. Το μυθιστόρημα ξεκινά με τον "γάμο" της 13χρονης Ραλλούς με τα δίδυμα δεκάχρονα αδέλφια της, ο όποιος ολοκληρώνεται με το απαραίτητο ομαδικό όργιο. Μερικές φορές διερωτούμαι προς τί αυτή η ψύχωση των ελλήνων συγγραφέων με την παιδική σεξουαλικότητα. Τελευταία, ένα στα δύο ελληνικά μυθιστορήματα που πέφτει στα χέρια μου έχει και την απαραίτητη δόση ανωμαλίας. Τους τελευταίους μήνες που είπα να επικεντρωθώ στο ελληνικό βιβλίο που είχα παραμελήσει για χρόνια χάρην της ξένης λογοτεχνίας, έχω φάει στη μάπα κτηνοβασίες, αιμομιξίες, πορνείες, όργια και ομαδικούς βιασμούς και, το πιό ενοχλητικό για μένα, παρενοχλήσεις ανηλίκων και σεξουαλικές πράξεις μεταξύ παιδιών. Τί στο καλό. Tέλος πάντων, αν εξαιρέσουμε τα πιό πάνω το "Πεθαμένο Λικέρ" δεν ήταν άσχημο. Ο Ξανθούλης γράφει ωραία και περιγράφει τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη αυτής της δυσλειτουργικής μεσοαστικής ελληνικής οικογένειας παραστατικά και ρεαλιστικά.
Sometimes I wonder whether the majority of the recently published Greek literature is in fact written by the same person.Always the same recipe:one part of "forbidden" sexual fantasies,one part of moderate liberalism and the rest full of dully narrated trivialities(the supposed historical background),served in a false dreamlike atmosphere.As if someone regards it his duty to be a writer,while feeling extremely bored about it.
Ξεκινάει να πει μια ιστορία και όντως την λέει, δεν αναλώνεται σε μάθημα ιστορίας και δεν στέλνει μήνυμα. Απλά λέει μια ιστορία με τρόπο ειλικρινή και καλογραμμένο, να χαίρεσαι να διαβάζεις. Πόσο τα αγαπώ αυτά τα βιβλία!
Αυτός είναι ο δεύτερος Ξανθούλης που διαβάζω, ο πρώτος ήταν το Την Κυριακή έχουμε γάμο που απόλαυσα πραγματικά πριν από δύο χρόνια. Ο συγγραφέας και εδώ επιστρέφει στη δεκαετία του 1950, αλλά αυτή τη φορά στην Κυψέλη, πριν η αντιπαροχή σαρώσει όλα τα παλιά μεσοαστικά σπίτια της περιοχής. Αφηγητής της ιστορίας ένα δεκάχρονο αγόρι, το οποίο μαζί με τον δίδυμο αδελφό του και τη λίγο μεγαλύτερη αδελφή του μεγαλώνει χωρίς πατέρα σε ένα γυναικείο περιβάλλον: στο σπίτι δεσπόζουν μάνα, θείες, αδελφή, υπηρέτρια , ακόμη και η γάτα είναι θηλυκιά.
Στο υπόγειο της μονοκατοικίας, στα απομεινάρια της οικογενειακής επιχείρησης, ενός παλιού ποτοποιείου, τα τρία αδέλφια «παντρεύονται» μεταξύ τους πίνοντας λίγο-λίγο όσο απέμεινε από το θρυλικό αφροδισιακό «πεθαμένο λικέρ» του παππού. Αυτό τους δίνει το άλλοθι να μεθύσουν και να προσπαθήσουν να μεγαλώσουν πριν από την ώρα τους.
Η αίσθηση της μετάβασης από μία κατάσταση σε μία άλλη είναι αυτή που χαρακτηρίζει όλη την ιστορία από τους ήρωες έως τον τόπο: όλοι αφήνουν θέλοντας και μη πίσω τους κάτι παλιό, πειραματίζονται και κατευθύνονται προς κάτι διαφορετικό –και όχι απαραίτητα ωραιότερο. Τα φαντάσματα του παρελθόντος, ωστόσο, παραμένουν εκεί για να τους στοιχειώνουν
«Το πεθαμένο λικέρ» δεν μπορώ να πω ότι το απόλαυσα όσο την «Κυριακή», ωστόσο πλέον νομίζω ότι είμαι σε θέση να αναγνωρίζω το χαρακτηριστικό ύφος του Ξανθούλη που τον έκανε αγαπητό σε τόσους αναγνώστες. Το κείμενο ρέει σαν νεράκι, η ισορροπία μεταξύ αστείου και σοβαρού, γελοιότητας και τραγωδίας είναι μοναδική Και είναι πάμπολλες οι αξιομνημόνευτες ατάκες και σε αυτό το βιβλίο.
Η αλήθεια είναι ότι μάλλον ενοχλήθηκα όταν διάβαζα για τα ερωτικά παιχνίδια μεταξύ των τριών αδελφιών• νομίζω ότι αυτός ήταν και ένας από τους στόχους του συγγραφέα σε αυτό το βιβλίο, να σε κάνει να νιώσεις άβολα διερευνώντας κάτι «απαγορευμένο» όπως η παιδική σεξουλικότητα και τις λανθάνουσες ερωτικές επιθυμίες ανάμεσα σε αδέλφια. Δεν είμαι σεμνότυφος και ξέρω ότι τα παιδιά μόνο αθώα και άγια δεν είναι πολλές φορές, αλλά παρόλα αυτά αυτό το βιβλίο ήταν κομματάκι εχμμμ περίεργο.
Διαβάζω ότι η νουβέλα αυτή μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με τη Βάσω Γουλιελμάκη, χαρακτηριστική σε μικρούς ρόλους νυμφιδίων στην τηλεόραση εκείνης της εποχής, να παίζει τη Ραλλού –μάλλον ο σκηνοθέτης Γιώργος Καρυπίδης προσπάθησε να εκμεταλλευτεί το στυλ Λολίτας που πούλαγε η ηθοποιός. Δεν μπόρεσα να βρω την ταινία, ούτε καν το τρέιλερ, αλλά δεν διάβασα και πολύ καλές κριτικές –μόνο η μουσική της φαίνεται να ξεχώρισε (Νίκος Κυπουργός).
Τον Ξανθούλη τον γνώρισα στα μικράτα μου. Μου άρεσαν οι περιγραφές και οι ιστορίες. Άλλωστε τι άλλο να μου άρεσαν τότε; Ξαναδιάβασα το Πεθαμένο λικέρ μετά από καιρό. Ρώτησα και μια φίλη μου. Τον Ξανθούλη τον χαρακτηρίζει η παράνοια. Στο συγκεκριμένο έργο δυο αδέρφια γνωρίζουν τον έρωτα μέσω της αδερφής τους και με τις αναμνήσεις ενός πεθαμένου λικέρ. Ταυτόχρονα προσπαθούν να αγαπήσουν τον καινούργιο τους πατερα ενώ το σπίτι πρέπει καποια στιγμή να δοθεί αντιπαροχή. Ξαναζωντάνεψε νοσταλγικά η Κυψέλη της δεκαετίας του 1950 (άλλη εμμονή του συγγραφέα κι αυτή, η αρχή της δεκαετίας του 1950). Οι δρόμοι, οι πλατείες, η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, η Δροσοπούλου και η Φωκίωνος. Και δύο αγόρια να αγωνίζονται να μην αποχωριστούν την αδελφή τους, την πρώτη και μόνη; γυναίκα που αγάπησαν. Απόψεις και σκέψεις της εποχής, τρισδιάστατοι ήρωες, μίση πάθη και λάθη κι ένα πεθαμένο λικέρ να ποτίζει τη ζωή τους. Πάντα αναρωτιόμουν πόσα από αυτά είναι πραγματικά γεγονότα για έναν συγγραφέα και πόσα καλύπτονται με την άδεια της μυθοπλασίας. Δεν μιλώ για το αφηγηματικό ύφος του που είναι μοναδικό και για τις λέξεις που βγαίνουν μέσα από το κείμενο και χορεύουν μπροστά σου. Και ο πίνακας του εξωφύλλου του βιβλίου να ξετυλίγει το νήμα της αφήγησης.
Μου αρέσει η γραφή του Ξανθούλη τελικά.... Σκιαγράφηση μιας εποχής από τη δεκαετία του '50 στην δεκαετία του '60 και από την παλιά Αθήνα στην πολυκατοικία με λέξεις μιας λησμονημένης εποχής που ακούγαμε ίσως που και που από τις γιαγιάδες μας....
Αν με τον όρο σκοτεινό αναφερόμαστε σε πραγματα που είναι πιο λογικο και ένοχο μαζί να μένουν κρυφά σίγουρα αυτο το βιβλιο είναι από τα πιο σκοτεινά πραγματα που έχω διαβάσει. Λοιπον είναι το δεύτερο βιβλιο του Ξανθούλη που πιάνω μετά την εποχή των καφέδων που είχα διαβάσει σε μια παραλία σε μια σκηνή χρονια πριν και μου έχει μεινει μια πολύ ωραια ελληνική ανάμνηση. Αυτο το βιβλιο είναι ακόμα καλύτερο και με έκανε να αγαπήσω τον σύγγραφεα. Είναι λίγο δύσκολο να μην μοιραστείς κομματια της ιστορίας του βιβλίου γράφοντας μια κριτική για αυτο για αυτο θα περιοριστώ σε μια μισή κριτική δυστυχως . Η γραφή του είναι μοναδική και αυθεντική και το θεμα του είναι κάτι που εγω έστω δεν έχω ξαναδιαβάσει ποτέ . Ήταν από τα βιβλία που δεν διαβασα μονομιάς αλλά με κενά απλά γιατί μου αρεσε και ήθελα να μην τελειώσει . Η ιστορία αυθεντική και κοφτερή ακόμα και να μην ταυτίζεσαι σε κανένα σημειο σου αποπνέει μια αγάπη για την οικογένεια μέσα από τα ματια ενός παιδιού μέσα από τα ματια της κοφτερής και επικίνδυνης παιδικής αδελφικήσ συμμορίας που αν αφεθει ανεξέλεγκτη δεν ξερεις που μπορεί να φτάσει . Εγω το αγάπησα για το μοίρασμα και σίγουρα είναι ένα βιβλιο που θα μ μεινει αξέχαστο και χαιρομαι που η ελληνική λογοτεχνια του 80 έχει τόσο θαραλεους διηγηματογράφους όσο ο ξανθούλης :)
Το ξαναδιάβασα ύστερα από αμέτρητα χρόνια... Κάποιες φράσεις, εικόνες κλπ σκίρτιζαν στη μνήμη μου κάθε τόσο και με έκαναν να αναπολώ με τρυφερότητα τα παιδικά μου χρόνια!!! Η γραφή εκπληκτική όπως πάντα!!! Όταν διαβάζω Γιάννη Ξανθούλη, νιώθω πως γίνομαι εγώ ο ήρωάς του και με χειραγωγεί όπως αυτός θέλει. Τελειώνοντας αυτή την ιστορία –περισσότερο ώριμος πια θέλω να πιστεύω– ένιωσα πως ήρθα ξανά σε επαφή με όλους όσους αγάπησα στα παιδικά μου χρόνια και που δεν είναι πλέον εδώ, ίσως έφυγαν από τη ζωή, ίσως μεγάλωσαν ή απλά ωρίμασαν και έχασαν κάθε τι παιδικό που μας συνέδεε τότε… όμως όλοι αυτοί επανήλθαν στη μνήμη μου για να μου θυμίζουν πως το παιδί που ήμουν κάποτε, ακόμα μέσα μου βρίσκεται, απλά είναι κοιμισμένο...
Αγαπημένος μου ο Ξανθούλης, και το συγκεκριμένο είναι από τα παλιά και περισσότερο γνωστά του, με αρκετά μεγαλύτερη δόση νοσηρότητας από εκείνη που παίρνω ευχάριστα.
This is a Greek book so I will keep my English review brief. I saw this book for the first time here on Goodreads.
I was attracted by the strange title: The Dead Liqueur. A poetical image that makes you question its meaning. I was also attracted by the spooky, eerie to me cover image.
The book has a poetical mellifluous language and this is what I enjoyed from this book. As well as the atmosphere from a bygone era, that had a nostalgic feeling.
But I found the characters neurotic, annoying and bitchy. I wasn't able to connect with them. I didn't care about anything bad that happened to them. I was keeping my distance from them.
Of course that doesn't mean I won't look for more books by this author. His titles and his books' covers are intriguing.
Ένα από τα πολύ καλά μυθιστορήματα του Ξανθούλη. Καταπιάνεται ακόμα μια φορά με τρομερές οικογένειες και μυστικά, αλλά το γνωστό πικρό και άσεμνο χιούμορ του, καθώς εδώ διανθίζεται με σκηνές δραματικές και ενίοτε τρομακτικές, αποζημιώνει. Κατανοώ πως ο Ξανθούλης δεν αρέσει σε όλους. Εγώ τον διαβάζω από πολύ μικρή, και η ατμόσφαιρα που δημιουργεί πάντα με συνεπαίρνει. Ακόμα και σήμερα νιώθω κάποιες (μικρές) ενοχές όταν διαβάζω Ξανθούλη, κι αυτό μου αρέσει πάντα.
Μου άρεσε σχετικά, ένα buldungsroman για 3 αδέρφια που μεγαλώνουν στην Αθήνα της δεκαετίας του 50 προς 60 αλλά όπως και την προηγούμενη μου εμπειρία με το γράψιμο του Ξανθούλη στο ‘Ο Θείος Τάκης ‘ βρίσκω την σεξουαλική εμμονή του κάπως αχρείαστη και σε σημεία να με ξινίζει, όχι λόγω σεμνοτυφίας, αλλά γιατί τη θεωρώ άστοχη και αχρείαστη, πχ δεν ��ρειαζότανε αιματομιξία για να δείξει το δεσμό των παιδιών. Μου άρεσε όπως η εξέλιξη της ιστορίας και που στο τέλος έκλεισε ένα κυκλο.
μωρέ, τον λατρεύω τον Ξανθούλη. πως γράφει τόσο τέλεια, γίνομαι αδηφαγο ζώο με τις λέξεις του. " Τα μάτια παρέμειναν ανοιχτά για σημαδουρες. Να ξέρουν πως θα βγουν τα κορμιά από την μαύρη γλυκόπιοτη ηδονή. Αν κλείσουν, χάθηκες. Αποκοβεσαι από τον χρόνο και τις ημερομηνίες που δικαιούσαι και χάνεσαι μες το ημερολόγιο ενός θανάτου που δεν έχει τελειωμό. "
Μία πολύ τρυφερή και ιδιαίτερα αισθησιακή περιγραφή του ερωτικού ξυπνήματος δύο παιδιών στην Αθήνα της δεκαετίας του '50, μέσα από μία αφήγηση που ακροβατεί ανάμεσα στην ποίηση της επαφής των σωμάτων και της κοινωνικής πραγματικότητας μιας εποχής που έφτανε στο τέλος της. Φυσικά ένα τέτοιο ξύπνημα δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση και αυτό το σύνορο ανάμεσα στην παιδική ηλικία και στην εφηβεία είναι τραχύ και μπερδεμένο. Η ιέρεια που τους οδηγεί σε αυτό το μονοπάτι είναι η μεγαλύτερη τους αδελφή που ζει τη δική της μετάβαση, μέρος της οποίας ήταν αυτή η απαγορευμένη ερωτική προσέγγιση. Μία μετάβαση που δεν μπορούν να την κατανοήσουν τα μικρότερα αδέρφια της, κάτι που αυξάνει την ένταση και τα κάνουν να νιώσουν πρωτόγνωρα συναισθήματα ζήλιας και απογοήτευσης. Στο τέλος, όμως, καταλαβαίνουν τι είναι αυτό που έχουν μεταξύ τους και πως αυτές οι μικρές τους ιεροτελεστίες με το πεθαμένο λικέρ είναι κάτι πολύ περισσότερο από το ερωτικό παιχνίδι των μεγάλων.
Δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς τις προθέσεις του συγγραφέα μέσα από την αφήγηση αυτής της ιστορίας αλλά σίγουρα μπορώ να πω ότι ο τρόπος που την αφηγείται είναι πολύ ιδιαίτερος και πολύ όμορφος. Και μη γελιέστε από το απαγορευμένο του θέματος, στην πραγματικότητα καμία χυδαιότητα δεν υπάρχει, ούτε κάποια προκλητική διάθεση από τον συγγραφέα, ούτε καν κάποια σύνδεση με την ερωτική λογοτεχνία. Αυτό που κυριαρχεί είναι η παιδική αθωότητα, εκδήλωση της οποίας είναι αυτή η ερωτική σχέση, αν μπορούμε να την αποκαλέσουμε έτσι. Οπότε ο αναγνώστης μπορεί να μην αφήσει ηθικά διλήμματα να τον εμποδίσουν από το να απολαύσει αυτό το βιβλίο, από το να ρουφήξει αυτή την πανέμορφη γλώσσα και να βυθιστεί σε αυτή την υποβόσκουσα μελαγχολία για κάτι που χάθηκε.
Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με τον Ξανθούλη. Παρά την αποστροφή που ένιωσα (έχω μικρότερο αδελφό, οπότε καταλαβαίνετε...), η λογοτεχνική του δεινότητα με άγγιξε αρκετά, ώστε να ασχοληθώ και με τα επόμενα έργα του. Οι εμμονές του όμως στην πορεία με κούρασαν, με αποκορύφωμα Το ταγκό. Αυτή ήταν η συγγραφική του ταφόπλακα, για μένα, ως αναγνώστρια.
Η ιστορία εκτυλίσσεται την δεκαετία του 50 σε μία γειτονιά της Κυψέλης. Εκεί συναντάμε μία χήρα γυναίκα μαζί με τα τρία της παιδιά και τους συγγενείς της που έχουν λόγο για τα πάντα. Το βιβλίο περιστρέφεται γύρω από το αιμομικτικό ερωτικό τρίγωνο των παιδιών. Η Ραλλού διεγείρει τα αγόρια ώστε να ανακαλύψουν την σεξουαλικότητα τους. Οι συναντήσεις τους πάντα γίνονται στο υπόγειο εκεί που κάποτε υπήρχε το ποτοποιείο του παππού τους. Ο χώρος κρύβει μία μακάβρια ιστορία και "το πεθαμένο λικέρ" τους ακολουθεί στις αναζητήσεις τους.
Ένα εξαιρετικό βιβλίο από τον αγαπημένο Γιάννη Ξανθούλη. Οι περιγραφές του και ο τρόπος γραφής του σε μαγεύει και σε κάνει να γίνεις μέρος μίας τόσο ιδιαίτερης ιστορίας. Χωρίς χυδαιότητα και με λυρισμό περιγράφει το ερωτικό στοιχείο.
Δύο αγόρια, δίδυμα, μεγαλώνουν σ’ ένα αστικό περιβάλλον, στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ανάμεσα σε γυναίκες (τη χήρα μητέρα τους, την μεγαλύτερη ηλικιακά αδελφή τους, θείες και την οικιακή βοηθό), βιώνουν τον έρωτα καθώς μπαίνουν στην εφηβεία. Η Αθήνα γύρω τους αλλάζει, ο κόσμος μετασχηματίζεται και όλα έχουν τη γεύση ενός παλιού λικέρ. Γλυκόπικρη.
Λίγο ξενίζει ώρες ώρες αλλά είναι ωραίο. Ανθρώπινο και εξωανθρώπινο, αν μπορώ να το πω έτσι, ταυτόχρονα. Σου αφήνει τη χαρμολύπη της αίσθησης παντοτινής απώλειας της παιδικής ηλικίας μπροστά στις απεριόριστες δυνατότητες που χαρίζει η επερχόμενη ενήλικη ζωή.
Η πλοκή δεν με ενθουσίασε ούτε με έκανε να αισθανθώ ιδιαίτερα άβολα, με δεδομένο ότι το βιβλίο ανήκει στην κατηγορία της μυθοπλασίας. Η γλώσσα του Ξανθούλη όμως είναι από τις αγαπημένες μου, εξ ου και τα τρία αστεράκια.
Ένα νοσταλγικό ταξίδι στην παλιά μου γειτονιά. Σχέσεις και δεσμοί αίματος που θα αποτελούσαν μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον Freud. Πολιτικές αναφορές και εφηβικές ανησυχίες. Πρώτη επαφή με βιβλίο του Ξανθούλη και σίγουρα όχι τελευταία.
"Είχαμε γεράσει και γίναμε όλοι μια γριά που κλαίει και φοβάται"
Τελικά σε βάθος χρόνου έχω εκτιμήσει σχεδόν όλα τα βιβλία του Ξανθούλη. Έχει μια γραφή έξυπνη, που βγάζει γέλιο ενώ μιλάει για σοβαρά θέματα, με ένα δεικτικό χιούμορ ενώ πλάθει τις σχεδόν σουρεάλ ιστορίες του με τα παράδοξα να γεμίζουν συνεχώς το κάθε κεφάλαιο.
Μια δυσλειτουργική μεσοαστική οικογένεια γεμάτη νευρώσεις και ένα υπόγειο που παλιά στέγαζε το ποτοποιείο, ένας χώρος γεμάτος μακάβριες ιστορίες που εξάπτουν την φαντασία των τριών παιδιών (μια δεκατριάχρονη και τα δίδυμα 10χρονα αδέρφια της), εκεί θα παίξουν πίνοντας το “πεθαμένο λικέρ” που κρύβει μέσα του ιστορίες, εκεί θα κάνουν τις “τελετές” τους, είναι ο χώρος που θα τους στιγματίσει μέχρι να φτάσουν στην εφηβεία.
Ο Ξανθούλης στήνει το σκηνικό του βιβλίου στην Κυψέλη κατά τη διάρκεια της αγαπημένης του δεκαετίας, αυτή του ’50. Το κέντρο βάρους ένα παλιό σπίτι, πριν δοθεί για αντιπαροχή, την εποχή δηλαδή που η πρωτεύουσα ήταν έτοιμη να αλλάξει την εικόνα της για πάντα (μια εποχή σε μετάβαση, όπως και το πέρασμα των τριών παιδιών στην εφηβεία). Με όχημα τις λανθάνουσες ερωτικές επιθυμίες, όλα μοιάζουν να γυρνάνε γύρω από ένα εναλλακτικό οιδιπόδειο (η αδερφή στο ρόλο της μητέρας) που προκαλεί χωρίς να χυδαιολογεί (αν και σίγουρα κάποιοι θα νιώσουν άβολα σε στιγμές) αλλά (και εδώ είναι το ατού στο βιβλίο) χτίζει εξαιρετική ατμόσφαιρα με το ιδιαίτερο μα τόσο απολαυστικό αφηγηματικό ύφος του συγγραφέα.
Επιφανειακά είναι ενα ηθογράφημα της παλιάς Αθήνας όμως βαθύτερα είναι η αγωνία και ο φόβος ενός παιδιού που απορρίπτεται από την μητέρα του και ψάχνει καταφύγιο στα αδέρφια του και κυρίως στην μεγαλύτερη Ραλλού. Έτσι δημιουργείται μια παράξενη σχέση επηρεάζοντας δραματικά τις ζωές τους.Απο το πρώτο κεφάλαιο ακόμη ίσως ο αναγνώστης έρθει σε αμηχανία με τις έντονες τολμηρές σκηνές και περιγραφές.Ομως αργά ή γρήγορα θα καταλάβει πως είναι καθοριστικές για τήν εξέλιξη της ιστορίας. Τα δίδυμα αδέρφια μεταξύ αυτών και ο αφηγητής με την μεγαλύτερη αδερφή τους, έχουν ένα μυστικό στο υπόγειο του σπιτιού κι αυτό δεν είναι μόνο το πεθαμένο λικέρ από την παλιά ποτοποιία του πατέρα τους. Ο Ξανθούλης συνδυάζει, όπως και στον θείο Τάκη, το καυστικό του χιούμορ με τις βαθύτερες ψυχολογικές καταστάσεις των ηρώων πάντα μέσα από την παιδική ματιά. Όλα αυτά με φόντο την παλιά Κυψέλη με τις μονοκατοικίες και τις όμορφες γειτονιές πριν την αντιπαροχή. Το αποτέλεσμα για άλλη μια φορά ήταν απολαυστικό
Ξαναδιαβάζοντας το μετά από 25 χρόνια, η ... βαθμολογία παραμένει ίδια. Θεωρώ πως δεν είναι από τα καλύτερα βιβλία του συγγραφές, πλην όμως κι αυτό εντάσσεται στο ...σκανάρισμα της ελληνικής κοινωνίας. Δυο αδέλφια, μια αδελφή στο μεταίχμιο μιας εποχής. Από την δεκαετία του 50 στην δεκαετία του 60. Από την μονοκατοικία, στην πολυκατοικία. Από το ασπρόμαυρο στο έγχρωμο. Από την Δεξιά στην Αριστερά.
Ενας ακομα συγγραφεας μας που γραφει εκπληκτικα, παρ ολες τις εμμονες του, παρ ολο που επαναλαμβανεται, παρ ολες τις παραδοξοτητες που χρησιμοποιει, στα ορια του μεταφυσικου, και του υπερφυσικου, γραφει εκπληκτικα, δεν χορταινεις να τον διαβαζεις.Κι αυτο το σχολιο θα μπορουσα ανετα να το επαναλαμβανω σε ολα του τα βιβλια.Περισσοτερα για το συγκεκριμενο βιβλιο δεν μπορω να γραψω για να μην το μαρτυρησω.