Τανιζάκη, love you κάργα
(Το κλειδί, εκδ. ΑΓΡΑ, μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης)
Η ιαπωνική ανωμαλία τριγκάρει τη φαντασία κάθε αναγνώστη που έχει πετάξει από την αναγνωστική του σκευή αιδημοσύνες και ηθικοπλαστικά νοητικά κακοφορμίσματα και δε βλέπει ανάρμοστες συμπεριφορές στο πρόσωπο του Χάμπερτ Χάμπερτ της Λολίτας και της συνομοταξίας των έκφυλων αυτών χαρακτήρων. Η βελόνα της λογοτεχνίας προορίζεται να τρυπήσει το φαντασιακό, δεν είναι απαραίτητο ή σκοπός να ταυτιστούμε, να συμπαθήσουμε ή να μισήσουμε έναν ήρωα.
Ο Τανιζάκι φτιάχνει μια ιστορία που στάζει αισθησιασμό· χτυπάει τη φλέβα τής μυστικοπάθειας απ’ όπου πετάγεται ένας πίδακας υπαινιγμών και υπονοήσεων και μας δίνει το κλειδί που ανοίγει την πόρτα ενός ενδόμυχου συζυγικού βίου που υποτροπιάζει. Δύο οπτικές γωνίες μάς προσφέρονται μέσω δύο ημερολογίων που διατηρούνται στα σκοτεινά, του συζύγου και της συζύγου. Μετά «Το εγκώμιο της σκιάς», δεν μπορώ παρά να σκεφτώ πως ο Τανιζάκι ηδονίζεται με τον κόσμο των φωτοσκιάσεων. Φωτίζει μια περιοχή ενώ ταυτόχρονα σκοτεινιάζει μια άλλη, και ο αναγνώστης παρακολουθεί τελικά ένα θέατρο σκιών. Το ρυζόχαρτο των πετασμάτων ανάμεσα στους χώρους του ιαπωνικού σπιτιού είναι το μέσο που ορίζει κάθε φορά τη διαφάνεια και το σκοτείνιασμα των περιοχών.
«Από φέτος έχω αποφασίσει να γράφω ανοιχτά πάνω σε κάτι που μέχρι σήμερα δίσταζα ακόμη και να το μνημονεύσω στο ημερολόγιό μου.[…]Η επιθυμία να γράψω για όλα αυτά γεννήθηκε απ’ τη δυσβάσταχτη πίεση του ανικανοποίητου πόθου για μια ευκαιρία, αν κάτι τέτοιο μπορεί ακόμα να είναι νοητό, μιας ανοιχτής συζήτησης πάνω στα θέματα της κρεβατοκάμαράς μας.»
Δυο σύζυγοι με διαφορά ηλικίας δέκα ετών ρίχνονται σε ενδόμυχες εξομολογήσεις, γράφουν με μια –αμφισβητούμενη και πάλι– συνέπεια τα ανείπωτα γύρω από τον ερωτικό τους βίο ως παντρεμένου ζευγαριού. Το αν θέλουν να διαβάσει ο ένας το ημερολόγιο του άλλου και αν το κάνουν τελικά, χάνεται και πάλι στο σύννεφο της αμφιβολίας αλλά δεν έχει και τόσο σημασία τελικά. Η τέρψη του αναγνώστη συνδαυλίζεται σαν ψητή πατάτα τυλιγμένη σε αλουμινόχαρτο στο τζάκι.
Ο αισθησιασμός της γυναίκας μάς γίνεται ολοφάνερος μέσα από την παρατηρητική ματιά του συζύγου της. Αυτή είναι καταφανώς ανώτερη, ικανότερη, αισθησιακότερη, απαιτητικότερη στα ερωτικά ζητήματα. Είναι όμως και συντηρητικότερη, αναθρεμμένη γαρ με τις παλιές φεουδαρχικές ιαπωνικές αξίες και ηθική· υπάρχει ένα κατώφλι που δεν ξεπερνιέται με τίποτα. Μέσα από τις αφηγήσεις του συζύγου, έχουμε την εντύπωση πως, παρόλο τον αισθησιασμό της, θα πρέπει να στέκεται σαν αγγούρι όταν κάνουν έρωτα. Πώς γίνεται αυτά τα δυο άκρα αντίθετα να συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο; Ο σύζυγος υπολείπεται σε ρώμη, ωστόσο αυτό το κατώφλι-όριο που θέτει η γυναίκα, σαμποτάρει καθόλα τον εμπλουτισμό της ερωτικής ζωής τους από την πλευρά του άντρα. Κι έτσι αυτός, ρίχνεται σε ένα ντελίριο χρήσης κάθε μέσου –μεταξύ αυτών και η ζήλια, σίγουρο καύσιμο για την αναζωπύρωση της ερωτικής επιθυμίας, είναι γνωστό αυτό. Παίρνει λοιπόν όλους τους παράδρομους, απεγνωσμένος, για ιδία χρήση αφενός, δηλαδή για να ατενίσει επιτέλους ελεύθερα την ομορφιά της γυναίκας του που του τη στερούσε σθεναρά και βασανιστικά σε όλο τον έγγαμο βίο τους, αλλά και για να ικανοποιήσει τον άσβεστο δικό της ερωτικό πόθο αφετέρου. Καταφέρνει έτσι το θαύμα: να μαγευτεί ξανά από την αρχή μετά από 20 χρόνια γάμου.
«Στις δεκαετίες του γάμου μας, μου επιτρεπόταν να την κρατάω και να τη χαϊδεύω μόνον μέσα στο σκοτάδι, τώρα όμως που το σκέφτομαι είναι μεγάλη ευτυχία τελικά που μέχρι σήμερα δεν είχα δει ακόμη με τα μάτια μου αυτή τη θαυμάσια σάρκα. Ο σύζυγος που μετά από είκοσι χρόνια κοινής ζωής ανακαλύπτει έκθαμβος για πρώτη φορά την ομορφιά του κορμιού της γυναίκας του είναι σαν ν’ αρχίζει απ’ αυτή τη στιγμή ένα καινούριο γάμο. Έχοντας ξεπεράσει την περίοδο της συζυγικής πλήξης, μπορώ τώρα να λατρέψω τη γυναίκα μου μ’ ένα πάθος διπλάσιο απ’ αυτό του παρελθόντος…»
Η εγκωμιαστική ενατένιση του συζύγου της κάθε σπιθαμής του κορμιού της Ικούκο, η τόσο σχολαστική ενασχόληση με κάθε λεπτομέρειά του και η βουλιμία για γνώση του σε βάθος είναι φοβερά συγκινητική –άντρες, θέλω να πιστεύω πως δεν το μαθαίνετε από τον Τανιζάκι ότι το να είστε αφοσιωμένοι και τόσο παρατηρητικοί απέναντι στον έρωτά σας είναι εξαιρετικά διεγερτικό και υπέροχο (εντάξει, ίσως όχι για όλες αλλά και για αυτές που το αρνούνται επιφυλάσσομαι).
«Αν την είχαν πουλήσει σε ένα από τα χαμαιτυπεία του παρελθόντος στη Σιμαμπάρα, θα γινόταν το δίχως άλλο ξακουστή στα πέρατα του κόσμου και άπειροι πελάτες θα έβαζαν τα δυνατά τους, συνωστισμένοι γύρω της, να κερδίσουν την εύνοιά της.»
Τεράστιο ρόλο στην ισ��ορία παίζουν ακόμη δύο πρόσωπα –η κόρη τους Τοσίκο και ο μελλοντικός της σύζυγος Κιμούρα– κι έτσι δημιουργείται ένα τετράγωνο σχεδόν ντροπιαστικό· το κάθε μέλος τραβάει λίγο το σκοινί της μαριονέτας-ιστορίας και γίνονται οι αντίστοιχες μετατοπίσεις.
Αυτή είναι μια ιστορία γεμάτη νοσηρή συνενοχή, εκφυλισμό, αισθησιασμό και κρυψίνοια, και η αφήγηση μέσω ημερολογιακών σημειωμάτων τραβάει τον αναγνώστη από τη μύτη, που θέλει εναγωνίως να βρει το κλειδί της που είναι ριγμένο τυχαία στο πάτωμα. Αυτό το κλειδί δεν μπορεί να είναι παρά ένα πασπαρτού π��υ ανοίγει πολλές πόρτες, ερμηνείες και συνειρμούς· ας αποφασίσει η φαντασία του αναγνώστη ποια θέλει να ανοίξει.