Το τη νύχτα, όλα τα αίματα είναι μαύρα είναι ένα ωμό, σκληρό αλλά ταυτόχρονα λυρικό και άκρως ποιητικό μυθιστόρημα που μέσα σε τόσο λίγες σελίδες ο συγγραφέας του αποτυπώνει με τρόπο μοναδικό την βιαιότητα του πολέμου, τη δύναμη της φιλίας, τη νομιμότητα ή μη ενός εγκλήματος, το ρατσισμό.
Ο Αλφά Ντιάγε και ο Μαντέμπα Ντιοπ είναι αδελφικοί φίλοι. Έχουν μεγαλώσει μαζί και έχουν επιλέξει ό ενας τον άλλο για οικογένεια του. Όταν ξεσπά ο πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, οι δύο φίλοι κατατάσσονται στο στρατό.
«Εσείς οι Σοκολατί της μαύρης Αφρικής είσαστε από τη φύση σας οι πιο γενναίοι από τους γενναίους. Η Γαλλία σας ευγνωμονεί και σας θαυμάζει»
«Όμως εγώ, ο Αλφά Ντιάγε, κατάλαβα καλά τα λόγια του λοχαγού. Κανείς δεν ξέρει τι σκέφτομαι, είμαι ελεύθερος να σκέφτομαι ό,τι θέλω. Αυτό που σκέφτομαι, είναι ότι θέλουν να μη σκέφτομαι. Το αδιανόητο κρύβεται πίσω από τις λέξεις του λοχαγού. Η Γαλλία του λοχαγού μας χρειάζεται για να κάνουμε τους άγριους όταν τη βολεύει. Χρειάζεται να είμαστε άγριοι γιατί οι εχθροί φοβούνται τις ματσέτες μας. Το ξέρω, το έχω καταλάβει, δεν πρόκειται για κάτι πιο περίπλοκο. Η Γαλλία του λοχαγού χρειάζεται τη θηριωδία μας και, καθώς είμαστε υπάκουοι, εγώ και οι άλλοι, κάνουμε τους άγριους. Κόβουμε της εχθρικές σάρκες, σακατεύουμε, αποκεφαλίζουμε, ξεκοιλιάζουμε. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στους συμπολεμιστές μου τους Τουκουλέρ και τους Σερέρ, του Μπαμπαρά και τους Μαλινκές, τους Σουσού, του Αουσσά, τους Μοσίς, τους Μαρκά, τους Σονινκέ, τους Σενουφό, τους Μπομπό και τους λοιπούς Ουόλοφ, η μόνη διαφορά ανάμεσα σ’ εκείνους και σ’ εμένα, είναι ότι έγινα άγριος μετά από σκέψη».
Κατά τη διάρκεια μιας επίθεσης ο Ματέμπα θα τραυματιστεί πολύ σοβαρά μπροστά στον Αλφά. Απελπισμένος και μη μπορώντας ν’ αντέξει τον πόνο ζητά από τον φίλο του να δώσει τέλος στο μαρτύριο του και να του πάρει τη ζωή. Ο Αλφά αρνείται πεισματικά. Όταν τελικά ο Ματέμπα πεθαίνει, ο Αλφά γεμίζει με ενοχές. Οδηγείται στην τρέλα. Ξεκινάει μέσα του ένας άλλος πόλεμο. Πλημμυρίζει από τύψεις που δεν βοήθησε το φίλο του και τότε αλλάζει. Βγαίνει στο μέτωπο και δεν είναι πια ο ίδιος. Σκοτώνει όποιον βρει στο διάβα του και κρατάει ως λάφυρο το χέρι τους.
«Η άσπρη κοιλιά του είναι γυμνή, ανεβοκατεβαίνει σπασμωδικά.Ο εχθρός από απέναντι ξαφνικά λαχανιάζει και ουρλιάζει βουβά, επειδή έχω σφίξει πολύ το φίμωτρο που του κλείνει το στόμα. Ουρλιάζει βουβά, όταν του παίρνω όλα τα σωθικά από την κοιλιά για να τα βγάλω έξω στη βροχή, στον άνεμο, στο χιόνι, ή στο φως του φεγγαριού. Αν εκείνη τη στιγμή τα γαλάζια μάτια του δεν σβήσουν για πάντα, τότε ξαπλώνω πλάι του, γυρίζω το κεφάλι του προς το δικό μου και τον κοιτάζω για λίγο να πεθαίνει, μετά τον σφάζω, όπως πρέπει, με ανθρωπιά. Τη νύχτα, όλα τα αίματα είναι μαύρα».
«αρχικά οι φίλοι μου στο χάρακωμα ήταν χαρούμενοι που τους έφερνα εχθρικά χέρια στο χαράκωμα ώστε τα άγγιξαν κιόλας».
Σύντομα από εθνικός ήρωας θα μετατραπεί σε έναν επικίνδυνο άντρα.
«Ναι, το κατάλαβα, μα τον αληθινό Θεό, ότι στο πεδίο της μάχης, χρειάζονται μόνο την πρόσκαιρη τρέλα. Τρελούς από λύσσα, τρελούς από πόνο, τρελούς από οργή, αλλά προσωρινά. Όχι συνέχεια τρελούς. Όταν τελειώνει η επίθεση, πρέπει να παραμερίζεις τη λύσσα σου, τον πόνο σου και την οργή σου. Ο πόνος επιτρέπεται, μπορεί κανείς να τον έχει μαζί του, με τον όρο να τον κρατάει για τον εαυτό του. Αλλά η λύσσα και η οργή δεν πρέπει να έρχονται πίσω στο χαράκωμα. Πριν επιστρέψεις, πρέπει να βγάλεις από πάνω σου τη λύσσα και την οργή σου, πρέπει να απογυμνωθείς απ' αυτές, αλλιώς δεν παίζεις το παιχνίδι του πολέμου. Η τρέλα, μετά το σφύριγμα του λοχαγού που σημαίνει την οπισθοχώρηση, είναι ταμπού.»
Σε μια συγκονιστική αφήγηση ο Αλφά προσπαθεί να εξιλεωθεί για το θάνατο του φίλου του και την βιαιότητα των πράξεων και να σώσει την ψυχή του από τη βιαιότητα του πολέμου. Θα θυμηθεί το παρελθόν, τη ζωή στην Αφρική, τον πρώτο του έρωτα, τη δύσκολη ζωή που είχε με την οικογένεια του. Θα αναμετρηθεί με τους εφιάλτες του και τις μνήμες του μέσα από τις οποίες καθώς και με τη βοήθεια του εξαιρετικού επίμετρου της Κυρίας Γαζή θα μάθουμε για τη μοίρα αυτών των ανθρώπων που στρατολογούνταν στην πρώτη γραμμή της μάχης και οι ιδανικοί για να σκοτώνουν. Με το βιβλίο αυτό ο Ντιοπ τιμά τη μνήμη όλων αυτών των Αφρικανών στρατιωτών που σκοτώθηκαν στη μάχη ενός πολέμου που δεν τον διάλεξαν αυτοί. Συγκλονιστικό.
«Είμαι ο ίσκιος που καταβροχθίζει τα βράχια, τα βουνά, τα δάση και τα ποτάμια, τη σάρκα των ζώων και τη σάρκα των ανθρώπων. Γδέρνω, αδειάζω τα κρανία και τα σώματα. Κόβω τα μπράτσα, τα πόδια και τις παλάμες. Τσακίζω τα κόκαλα και ρουφάω το μεδούλι τους. Είμαι όμως και το κόκκινο φεγγάρι που ανατέλλει πάνω από το ποτάμι, είμαι το βραδινό αεράκι που κάνει τα τρυφερά φύλλα της ακακίας να σαλεύουν. Είμαι η σφήκα και το λουλούδι. Είμαι και το ψάρι που σπαρταράει και η ακίνητη πιρόγα, και το δίχτυ και ο ψαράς. Είμαι ο φυλακισμένος και ο δεσμοφύλακας. Είμαι το δέντρο και ο σπόρος που το γέννησε. Είμαι ο πατέρας και ο γιός. Είμαι ο δολοφόνος και ο δικαστής. Είμαι η σπορά και η σοδειά. Είμαι η μητέρα και η κόρη. Είμαι η νύχτα και η μέρα. Είμαι η φωτιά και το ξύλο που το κατακαίει. Είμαι ο αθώος και ο ένοχος. Είμαι η αρχή και το τέλος. Είμαι ο δημιουργός και ο καταστροφέας. Είμαι δισυπόστατος. »