Του βάζω 5 αστεράκια, όχι για τη λογοτεχνική του αξία, δεν είμαι άλλωστε ειδική να το κρίνω αυτό, αλλά γιατί με ταξίδεψε με έναν μαγικό τρόπο.
Γιατί λατρεύω τα τραγούδια του Vecchioni (τον άκουγα φανατικά τη δεκαετία του 90) και γιατί ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη να διαβάσω και ένα από τα βιβλία του.
Ένα τραγούδι μαγικό που έγινε διήγημα λοιπόν.
Ένας βιβλιοπώλης που διάβαζε βιβλία, δεν τα πουλούσε.
Μια ιστορία για το πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς τα βιβλία.
Η ιστορία ενός χωριού, του Σελινούντα της Σικελίας, μέσα από τα μάτια του Νικολίνο.
Ένα μικρό αγόρι που το σκάει κάθε βράδυ από το σπίτι του για να ακούσει τον παράξενο βιβλιοπώλη,που κατέφτασε στο χωριό του φορτωμένος βιβλία, να διαβάζει.
“ Ο πιο άσχημος άντρας που είχα δεί ποτέ. Μικροκαμωμένος, σκυφτός και καμπούρης. Φορούσε ένα διπλόπετο σακάκι με γκρι και μαύρες ρίγες, φαρδύ σαν ξένο πάνω του.”
Ο Νικολίνο, ο μόνος ακροατής σε αυτές τις βραδιές ανάγνωσης. Το υπόλοιπο χωριό αντιμετώπιζε αυτόν τον “παράξενο” βιβλιοπώλη στην αρχή με επιφύλαξη και αργότερα με επιθετικότητα.
“Στα φυσιολογικά πράγματα, στους κανόνες και στην αρμονία δεν δίνεις σημασία, τόσο δεδομένη θεωρείς την ύπαρξή τους. Τώρα πια το ξέρω, είναι η εξαίρεση και το ξεβόλεμα από το συνηθισμένο που σου προκαλούν την ανησυχία, που κάνουν τα νεύρα σου να τσιτώνουν και σου τρελαίνουν το μυαλό.”
Ο Νικολίνο μαγεύτηκε από τις λέξεις που ξεπηδούσαν από τα σπουδαία κείμενα των Σαίξπηρ, Πεσσόα, Σοφοκλή, Σαπφούς, Λεοπάρντι, Τολστόι, που ο βιβλιοπώλης επέλεγε κάθε βράδυ για ανάγνωση.
Όταν μετά από μια σειρά παράξενων γεγονότων, οι κάτοικοι του χωριού θα βρεθούν σε πλήρη άγνοια, περιτριγυρισμένοι από λέξεις, κενές, δίχως νόημα, έχοντας ξεχάσει τη σημασία τους,χάνοντας έτσι και την έννοια της επικοινωνίας, μην μπορώντας να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, ο Νικολίνο θα είναι ο μόνος που θα τις θυμάται και θα μπορεί να διηγηθεί τα γεγονότα που οδήγησαν το χωριό σε αυτή την κατάσταση. Ο μόνος ο οποίος κατέχει πια την “ουσία” της λέξης, αποφασίζει να διηγηθεί στην Πρίμουλα, την αγαπημένη του, αποσπάσματα από τα κείμενα που άκουγε κάθε βράδυ στο βιβλιοπωλείο, προσπαθώντας έτσι να επικοινωνήσει την αγάπη του για αυτήν.
“Αγαπώ την Πρίμουλα.
Το να μην μπορώ να της μιλήσω το νιώθω σαν απώλεια, σαν αμυχή που φέρνει πόνο αβάσταχτο. Δεν μας αρκούν οι χειρονομίες, τα χάδια και τα βλέμματα. Μια τέτοια αταβιστική προσέγγιση ικανοποιεί ελάχιστες ανάγκες. Συνεχείς αποκρίσεις σε ανύπαρκτες ερωτήσεις.
Είμαστε σα ζωγράφοι που τους πήραν τα χρώματα.”
Μια υπέροχη ιστορία για τη σημασία των λέξεων και τις κρυφές αποχρώσεις τους. Όποιος τις καταλαβαίνει και τις κατέχει, τις κρατάει ζωντανές στο χρόνο.
Σε μια εποχή όπου η επικοινωνία και η έκφραση έχει αυτοματοποιηθεί, έχει αντικατασταθεί από τα emojis, όπου το λεξιλόγιο συρικνώνεται, όπου το διαφορετικό τρομάζει, αυτό το υπέροχο βιβλιαράκι μας αφυπνίζει.
Μας δείχνει πώς θα ήταν ο κόσμος μας χωρίς λέξεις, χωρίς πολιτισμό, χωρίς βιβλία.
Ένας κόσμος σιωπηλός και εχθρικός.