Σε όλη τη διάρκεια της λογοτεχνικής σταδιοδρομίας του, ο Ντοστογιέφσκι γράφει πολυάριθμες νουβέλες και διηγήματα, μέσω των οποίων προσεγγίζει τα θέματα που θα αναπτύξει αργότερα στα μεγάλα μυθιστορήματα του.
"Ποιητής της οδύνης", ο Ντοστογιέφσκι προβάλλει ακόμα και μέσα από τα πιο σύντομα έργα του ως ο συγγραφέας της απέχθειας, του ανείπωτου και της σιωπής, και το στοιχείο τούτο προσδίδει στο έργο του μια εκπληκτική διαχρονικότητα. Αυτή η κατάδυση στα έγκατα της συνείδησης πηγάζει από τη θέληση του να εκφράσει τη ζωή στο μεγαλύτερο δυνατό βάθος.
Ο ίδιος έγραφε για το έργο του: "Ενεργώ μέσω της ανάλυσης και όχι μέσω της σύνθεσης, με άλλα λόγια φθάνω στο βάθος και, μόλις βρεθώ μεταξύ των ατόμων, ερευνώ τα πάντα". Ακριβώς γι' αυτόν το λόγο, τα μικρότερης έκτασης κείμενα του, που ξεκινούν από τις νατουραλιστικές περιγραφές της ζωής στην Αγία Πετρούπολη του 1840 και φθάνουν έως τη διατύπωση φιλοσοφικών απόψεων, καλύπτουν μια μεγάλη γκάμα λογοτεχνικών ειδών, κινούμενα με εκπληκτική δεξιοτεχνία πάνω στο λεπτό νήμα που χωρίζει τον κόσμο της πεζής πραγματικότητας από αυτόν της φαντασίας και του επιθυμητού.
Στον τόμο αυτό περιλαμβάνονται εννέα νουβέλες και διηγήματα του μεγάλου δημιουργού που γράφτηκαν την περίοδο 1846-1848.
Works, such as the novels Crime and Punishment (1866), The Idiot (1869), and The Brothers Karamazov (1880), of Russian writer Feodor Mikhailovich Dostoyevsky or Dostoevski combine religious mysticism with profound psychological insight.
Fyodor Mikhailovich Dostoevsky composed short stories, essays, and journals. His literature explores humans in the troubled political, social, and spiritual atmospheres of 19th-century and engages with a variety of philosophies and themes. People most acclaimed his Demons(1872) .
Many literary critics rate him among the greatest authors of world literature and consider multiple books written by him to be highly influential masterpieces. They consider his Notes from Underground of the first existentialist literature. He is also well regarded as a philosopher and theologian.
Μια εξαιρετική έκδοση, μια συλλογή πραγματικό στολίδι για τη βιβλιοθήκη του καθενός. Με την απόκτηση της γλιτώνεται αρκετός χρόνος και χρήμα, καθώς είναι δύσκολο να συγκεντρώσει κάνεις όλα αυτά τα έργα. Τα 5 αστέρια λοιπόν χαρίζονται αποκλειστικά για αυτό το λόγο και θα παραβλέψω κάποιους προβληματισμούς μου σχετικά με τη μετάφραση και τις προλογικές σημειώσεις (των οποίων η απουσία δε θα με έθλιβε κιόλας).
Όσον αφορά το περιεχόμενο, ανάμεσα σε αρκετές ιστορίες που δεν με ενθουσίασαν (αν και είχε ενδιαφέρον να βλέπεις έναν άλλο, πιο άγουρο και εντελώς διαφορετικό Ντοστογιέφσκι), ανακάλυψα και διαμάντια. Για τρία τέτοια διαμάντια, έχω την ανάγκη να καταγράψω μερικές σκέψεις.
Η Σπιτονοικοκυρά (10/5) Είναι μια από τις πιο συγκλονιστικές ερωτικές ιστορίες που έχω διαβάσει ποτέ στη ζωή μου, γραμμένη από ένα κομμάτι του Ντοστογιέφσκι που πέθανε και θάφτηκε λίγο καιρό μετά, στη Σιβηρία. Με χαρακτηριστικά σκοτεινού λαϊκού παραμυθιού, πραγματεύεται το θέμα της απόλυτης εξουσίας, της ολοκληρωτικής χειραγώγησης και της πνευματικής βίας που μπορεί να ασκηθεί με όπλο τον Έρωτα. Ο λόγος που δεν διαβάζεται όσο αλλά του έργα, είναι γιατί αδίκως ερμηνεύτηκε και κατακρίθηκε ως μη ρεαλιστικό, υπερβολικά λυρικό, μελοδραματικό ως και γελοίο, με ασάφειες και ερωτήματα που μένουν αναπάντητα. Στη καρδιά μου οχι απλά χτύπησε φλέβα, αλλά και πήρε θέση ίσης αξίας με πασίγνωστους, κορυφαίους λογοτεχνικούς ύμνους. Μόνο δέος αισθάνομαι. Με συντάραξε. Από το πουθενά.
Αδύναμη Καρδιά (5/5) Το άλλο πρόσωπο της ευτυχίας, την οποία δεν ξέρουν πως να διαχειριστούν κάποιες αδύναμες καρδιές, δεν ξέρουν καν αν την αξίζουν, καρδιές με κεραίες πιο ευαίσθητες, με πτυχές ενοχικές, με έναν οργανισμό που ρουφάει με λύσσα κάθε προσωπικό η ξένο συναίσθημα, οδεύοντας αυτοκαταστροφικά σε ενεργειακή και νευρική κατάρρευση. Πάλι λυρικός, πολύ έντονα φορτισμένος συναισθηματικά λόγος, μα πιστεύω πως εσκεμμένα γράφτηκε σε τέτοιο ύφος, έπρεπε να ειπωθεί έτσι αυτή η ιστορία, γιατί είναι τέτοια τα συναισθήματα που περιγράφει που δε γινόταν διαφορετικά, η υπερβολή έπρεπε να υπερβεί κάθε όριο ώστε να απογυμνώσει το ψυχισμό του κεντρικού ήρωα. Εκπληκτικό κείμενο, επισκιάζεται λίγο από τη Σπιτονοικοκυρά που προηγείται κι από κάποιες ιδιαιτερότητες που ξενίζουν, αλλά μόλις καταλιαγιάσει μέσα σου και το αναλογιστείς λιγάκι, συνειδητοποιείς ότι είναι πηγαίο αριστούργημα.
Λευκές νύχτες (3.5/5) Μια ερωτική ιστορία ανάμεσα σε ένα συνειδητά, και ιδιοσυγκρασιακά μοναχικό, αποξενωμένο άνδρα και μια μόνη, καταπιεσμένη κοπελα, θύμα συνθηκών και καταστάσεων. Ο χαρακτήρας της Νάστιενκα, η πλοκή γενικότερα και η προβλέψιμη κατάληξη της μεταξύ τους σχέσης δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασαν. Η ψυχογράφηση όμως του κεντρικού ήρωα, του Ονειροπόλου, που η φαντασία του είναι τρόπος ζωής, ανάγκη και συγχρόνως εμμονή που κανιβαλίζει την ύπαρξη του, ήταν τόσο εύστοχη και καλοδουλεμένη, που το μολύβι για τις υπογραμμίσεις πήρε φωτιά. Επίσης, παραλληλίζοντας τον ονειροπόλο των Λευκών Νυχτών με αυτόν του Υπογείου, την άλλη όψη του ιδίου νομίσματος, εξεπλάγην με το πόσο διαφορετικοί ήταν οι χαρακτήρες και αντίστοιχα οι τελικές εκβάσεις των ιστοριών τους, λόγω της ωρίμανσης του συγγραφέα. Εντυπωσιακή η αντίθεση ανάμεσα στα ζεύγη μοιρολατρία-ρομαντισμός και ρεαλισμός-ωμή κυνικότητα!
Βαθμολογίες για τα υπόλοιπα κείμενα (a.k.a η κρυμμένη δασκάλα δημοτικού μέσα μου): Ο κύριος Προχάρτσιν: 3/5 Μυθιστόρημα σε εννέα επιστολές: 2/5 Πολζουνκόφ: 2/5 Η γυναίκα ενός άλλου και ο σύζυγός κάτω απ' το κρεβάτι: 2,5/5 Ένας τίμιος κλέφτης: 3/5 Το χριστουγεννιάτικο έλατο και ο γάμος: 2/5. ❣
3,5 << - Φίλα με ομορφούλα, στ’ όνομα της αγάπης και της παντοτινής ευτυχίας! - Μα γιατί είναι τα χέρια σου μεσ’ στα αίματα; - Είναι τα χέρια μου στα αίματα; Μα έσφαξα τα σκυλιά σας. Γάβγιζαν σαν τρελά τον αργοπορημένο μουσαφίρη >>
Θα ισχυριζόταν ποτέ κανείς ότι ο Καίσλερ είναι ανώτερος απ’ το Μπαλζάκ; Απ’ το Στεντάλ; Απ’ το Γκαίτε; Είναι ο Ρεμάρκ παραπάνω απ’ το Ντοστογιέφσκι; Κι όμως υπάρχει κάτι συγγενές μεταξύ των τριών, κάτι που τους κάνει να βρίσκονται σε μια άλλη στρατόσφαιρα. Βρέθηκαν σε μια στροφή αντιμέτωποι με την αμετάκλητη απόφαση άλλων να τους πεθάνουν. Το γνώριζαν, έζησαν με το χρόνο να μετράει αντίστροφα, ιδίως ο Καίσλερ κι ο Ντοστογιέφσκι. Το συγγενές είναι αυτή η ουσία που ξεφεύγει, του όντος που έχει δει κάτι πέρα απ’ αυτό που έχει δει ο οποιοσδήποτε από μας. Αυτός ο Ντοστογιέφσκι που γύρισε από αυτή τη χώρα του ποτέ είναι εκείνος που έγραψε ένα απ’ τα μεγαλύτερα ηθικά μυθιστορήματα όλων των εποχών, τον Ηλίθιο. Ωστόσο όμως, όταν ξεκίνησε, είχε τη γνώση, είχε το βάθος, είχε το χάρισμα. Δεν είχε όμως αυτή την ιδιαίτερη φευγάτη ουσία, δεν ένιωσε να του φεύγει η ζωή απ’ τα χέρια, ακόμα, Δεν είχε γυρίσει ακόμα με τη δυνατότητα να βγάζει την ψυχή του – το μυαλό του / το μυαλό του – την ψυχή του μπροστά του – έξω του. Βλέπουμε εδώ τα πρώτα του βήματα. Δεν είναι κακά, ακόμη κι έτσι ξεχω��ίζει αυτή η επιμονή του στο μικρόκοσμο του ατόμου. Όμως τώρα, δεν θα ήταν ο Ντοστογιέφσκι, θα ήταν ένας Ντοστογιέφσκι. Θα είχε γράψει σίγουρα κάτι μεγάλο – για ‘μενα και το Στιεπαντσίκοβο, είναι αρκετά μεγάλο – αλλά δε θα έφτανε ποτέ στην εξαισιότητα της σκιαγράφησης του Ρασκόλνικοφ. Είναι όμως παρήγορο. Ήταν άνθρωπος προτού γίνει μεγαλοφυία – με τον ορισμό του Σοπενάουερ για την καλλιτεχνική μεγαλοφυία.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ: Εκδοτικοί όπως ο συγκεκριμένος αποτελούν εγγύηση ποιότητας αποδεδειγμένα. Η επιμέλεια είναι άρτια, οι σημειώσεις, τα βιογραφικά στοιχεία και τα trivia πλήρη. Επίσης, ακόμη κι αν διαφωνώ ερμηνευτικά σε ορισμένες περιπτώσεις, η προσπάθεια που γίνεται είναι διακριτική και εξαιρετικά προσεγμένη.
ΚΥΡΙΟΣ ΠΡΟΧΑΡΤΣΙΝ: Ο συγγραφέας βιογραφεί ένα πραγματικό γεγονός, τις τελευταίες μέρες ενός τσιγκούνη ανθρώπου, εστιάζοντας στην κοκκομετρική περιγραφή του, όσο και στις φαινομενικές αντιδράσεις των συγκατοίκων του. Ο χαρακτήρας δεν είναι αποκύημα, επομένως στα συμπεράσματα διαφωνούμε με το συγγραφέα. Το βρήκα εποικοδομητικό, κυρίως γιατί ο Ντοστογιέφσκι ήταν ‘’ανοιχτός’’ σε συζήτηση και όχι απόλυτος. Μου άρεσε. Ωστόσο, το διήγημα παρά τις αρετές του ως πολύ καλό μικροσκόπιο, γίνεται ασύνδετο στην προσπάθεια του συγγραφέα να επεκταθεί και να προσεγγίσει όσο κοντύτερα γίνεται, σε όσο περισσότερους ανθρώπους μπορεί. Χάσαμε επαφή, απομακρύνθηκε κι εγώ βαρέθηκα. 2,5
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΣΕ ΕΝΝΕΑ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ: Ένα ιδιαίτερα κεφάτο διήγημα με τρία θύματα χαμένα στη μετάφραση, τους δύο που ανταλλάσσουν επιστολές κι εμένα, αστεία ανατρεπτικό και με ένα πολύ ιδιαίτερο προσόν: πραγματικά αισθάνθηκα πως οι επιστολές ήταν γραμμένες από διαφορετικά άτομα, εξαιρετική μεταμφίεση. 3
ΣΠΙΤΟΝΟΙΚΟΚΥΡΑ: Συχνά λέω ακόμα και σε φιλικές παρέες πως το Στιεπαντσίκοβο ανήκει στην αφρόκρεμα των έργων του Ντοστογιέφσκι. Το Στιεπαντσίκοβο είναι εντελώς διαφορετικό, τόσο σε θεματική, όσο και σε στιλ γραφής. Είναι γρήγορο, στακάτο, θυμίζει στην ταχύτητα το Μωπασάν και στην ειρωνική αλληγορία το Βολταίρο. Αυτό που κάνει το στιλ επιτυχημένο είναι ότι ο συγγραφέας το υπηρετεί με επιτυχία, σα να είναι το συνηθισμένο του. Έχει και πολλές άλλες αρετές που δεν είναι της παρούσης. Ωστόσο μοιάζει ξεκάρφωτο θεματολογικό μέσα στο μωσαϊκό των έργων του Ντοστογιέφσκι. Ακόμα και διακρίνοντας μια νοητή ευθεία που αγγίζει κατά ένα μέρος τον Ηλίθιο, μοιάζει σα να αιωρείται απ’ τη μια πλευρά και να ακουμπάει στη γη χάρη στον Ηλίθιο, απ’ την άλλη. Κάτι έλειπε. Αυτό που έλειπε, ήταν η Σπιτονοικοκυρά. Η νουβέλα δεν είναι καθόλου απλή, αλλά είναι αχτένιστη με τον τρόπο που θα έγραφε ένας νέος που δεν έχει κανένα ‘’συμβουλάτορα’’ πέρα απ’ τον Πούσκιν και άλλους μεγάλους που φαίνονται μέσα στο κείμενο του, όχι σα δανεισμοί, δεν ανήκει σε αυτό το είδος συγγραφέων, ευτυχώς! Βέβαια απ’ την άλλη, μεγάλο μέρος των συγγραφέων που γνωρίζουμε δε φτάνουν ποτέ στην εμβάθυνση και την ποιότητα αυτού του γραπτού.
Παραλείπω την ανάλυση που γίνεται απ’ τους ειδήμονες και αφορά την αλληγορία σχετικά με τη Ρωσία, την Εκκλησία κλπ διότι εγώ για να μπω στο τριπάκι αυτό χρειάστηκε να περάσω από κόσκινο το κείμενο και πάλι έμεναν στην πάνω πλευρά της σήτας όλες αυτές οι θεματικές ποιότητες που αφορούν άλλα πράγματα. Δεν αμφισβητώ την ανάλυση, άλλωστε πολλές φορές οι αναλύσεις βασίζονται σε ψηλάφηση του υποσυνείδητου συνειρμού των συγγραφέων και των βιωμάτων τους που βγαίνουν στο χαρτί ανάμεσα στις λέξεις. Την αφήνω απλώς στην άκρη, διότι δε με αφορά. Δε με αφορά όχι επειδή δεν είναι σημαντική, αλλά επειδή δεν πείστηκα πως πηγάζει απ’ το κείμενο, μια άποψη που αναφέρω μεν, αλλά κρατάω για τον εαυτό μου.
Στη νουβέλα συναντάμε τα εξής σημαντικά άκρα: Φαντάσου μια συχνή σκηνή μέσα στη ζωή, την κοπέλα που προτιμάει τον παλιοχαρακτήρα, τον αλητάμπουρα, το διεφθαρμένο, τον εκμεταλλευτή, τον κύριο βαρβατίλα. Το ‘χεις; Ωραία. Εγώ μπορώ μόνο να το σημειώσω. Το έχω δει να συμβαίνει. Ο Νίτσε θα μπορούσε να σου σημειώσει όλα τα κίνητρα του μηχανισμού κι ο Φρόϋντ ενδεχομένως τα αντικίνητρα και την παθολογία σε αυτό. Κάποιος κοινωνιολόγος, ή άλλος επιστήμονας θα εντόπιζε άλλα σημεία. Ο καλλιτέχνης – συγγραφέας πολλές φορές θίγει αυτό το ζήτημα σε έργα του, ως φαινόμενο. Ο καλλιτέχνης – Ντοστογιέφσκι εστιάζει στη βάση της σχέσης αυτής, στις ουσίες της, τις ισορροπίες της, την ιδιαίτερη θέση της που θυμίζει 24/7. Τα υπόλοιπα σας προτρέπω με όλη μου την καρδιά να τα διαβάσετε, ο Ντοστογιέφσκι πετυχαίνει να χτίσει μια κατάσταση – δεσμό που παίζεται μπροστά μου με ενάργεια. Δε χρειάζεται να πω τίποτε άλλο. Μόνο θα σημειώσω ότι ο διάλογος της Κατερίνας με το Μούριν μοιάζει με πρόζα, έχει μουσικότητα και θυμίζει κάπου στους απόηχους και το λυκαυγές του Κορνάρο, Σαίξπηρ και τη Μινιόν του Γκαίτε.
Κάποια άλλα σημεία που παραπέμπουν το ένα στην υψηλή λογοτεχνία είναι το παραλήρημα του Ορντίνοφ. Βεβαιώ ότι ο συγγραφέας πείθει και αισθάνθηκα να ζω κι εγώ μέσα σε ένα παραλήρημα μαζί του. Με πήρε απ’ το χέρι και το βίωσα κι εγώ. Το ένιωσα το βράδυ πριν κοιμηθώ, το σκεφτόμουν στη δουλειά την επόμενη ημέρα, το ξαναδιάβασα και η αίσθηση ήταν εκεί. Η ουσία του Ορντίνοφ όμως, το ποιόν του απ’ την άλλη παραπέμπει στην υψηλή φιλοσοφία. Τι μας λέει ο Ντοστογιέφσκι γι’ αυτόν: << Γνωρίζετε τι εστί ονειροπόλος; Είναι ο εφιάλτης της ζωής της Αγίας Πετρούπολης, είναι η προσωποποίηση της αμαρτίας. Είναι μια βουβή τραγωδία, μυστήρια και άγρια, με όλες τις φρικαλεότητες της, όλες τις καταστροφές και τις περιπέτειες της, με το προοίμιο και την τελική έκβαση της. Και ας το πούμε, δεν είναι καθόλου αστείο. Μερικές φορές, συναντάτε έναν άνθρωπο αφηρημένο, με βλέμμα χαμένο και κενό, έναν άνθρωπο συχνά με χλωμό πρόσωπο, καταβεβλημένο, που αποπνέει πάντοτε την αίσθηση ότι τον απασχολεί μια υπόθεση πολύ δυσάρεστη και πολύ περίπλοκη. Αρκετές φορές δείχνει σα να τον ταλανίζει κάτι, δίνει την εντύπωση πως είναι καταπονημένος από δύσκολες εργασίες. Στην πραγματικότητα, όμως, ο εν λόγω άνθρωπος δεν παράγει απολύτως τίποτα. Έτσι είναι ο ονειροπόλος εξωτερικά… Στο σπίτι τους όμως οι ονειροπόλοι είναι εντελώς διαφορετικοί. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς παραμένουν βυθισμένοι σε βαθιά απομόνωση, σε μιαν απόμερη γωνιά, σαν να θέλουν να κρυφτούν από τους ανθρώπους και απ’ τον κόσμο, ενώ σε γενικές γραμμές με την πρώτη ματιά που τους ρίχνει κανείς διαπιστώνει κάτι το μελοδραματικό. Σιγά σιγά ο ονειροπόλος μας αρχίζει να απομακρύνεται από τους ανθρώπους, από τα κοινά ενδιαφέροντα και ανεπαίσθητα, αμβλύνεται μέσα του η αίσθηση της καθημερινότητας. Του φαίνεται φυσικό που οι ευχάριστες στιγμές που βιώνει με τη φαντασία του είναι πιο ολοκληρωμένες, πιο ωραίες, πιο γοητευτικές απ’ αυτές της πραγματικής ζωής >> Και πράγματι, ο Ορντίνοφ είναι αυτός ο άνθρωπος που ανάμεσα στους άλλους είναι και με τον εαυτό του, κυρίως με τον εαυτό του. Τόσο που οι άλλοι να τον αποφεύγουν, να τον θεωρούν αλλοπαρμένο, να μην τον καταλαβαίνουν και να μην τον συμπονούν. Αλλά ακόμα και αυτός ο άνθρωπος μια μέρα βγαίνει έξω χωρίς ασπίδες, από ένα έξαφνο περιστατικό και παρατηρεί τη ‘’φυσιολογική’’ ζωή, είναι ανυπεράσπιστος μπροστά σε όλα εκείνα που ρέουν και στην αρχή σε κερδίζουν, έστω σε κεντρίζουν να ανακατευτείς με την ουσία του κόσμου. Και ναι να κάνεις απανωτά λάθη, όπως όλοι οι άμαθοι, οι πρωτόπειροι, οι αδέξιοι της Μυστικής Ζωής, του Τερζάκη. Έγραψα πριν από λίγες ημέρες ένα update, πως φέτος δε βρήκα τίποτα να με συνεπάρει. Αυτή η ιστορία σχεδόν με συνεπήρε. Έχει τα λαθάκια της, τις αφροντισιές της και αυτές την κάνουν ομορφότερη εντέλει. 5
ΠΟΛΥΖΟΥΝΚΟΦ: Μια κεφάτα πικρή, διδακτική ιστορία που θυμίζει το μπρίο του Μωπασάν. 2,5
ΑΔΥΝΑΜΗ ΚΑΡΔΙΑ: Πρόκειται για μια νουβέλα που με κάνει να αισθάνομαι αμηχανία, διότι θίγει ορισμένα πράγματα που είναι σημαντικά, αλλά γίνεται τόσο μελοδραματική και φλύαρη που με κούρασε. Την τελείωσα με πολύ μεγάλο κόπο. Κοίταξα την ώρα. Ξεκίνησα να τη διαβάζω στις 8 και την τελείωσα στις 10,30 αλλά ένιωσα μέσα μου μεγάλο φορτίο απ’ την υπερβολή της στο μελοδραματισμό. Αυτή είναι η καθαρή αλήθεια και αποτελεί το κατ’ εξοχήν αρνητικό της. Το πρώτο θέμα που θίγει έχει να κάνει με το μόχθο για την επίτευξη της ευτυχίας που όταν έρχεται και είναι τόσο γεμάτη που μπορείς να την κόψεις σαν αφράτο κέηκ σε κομμάτια που δεν έχουν τελειωμό και νιώθεις να σπάει η καρδιά σου βλέποντας παντού λόγους για να πεις ευχαριστώ και να πλημμυρίσεις τους άλλους με την αγάπη που σε καίει, αξόδευτη αγάπη που θέλεις να τη δώσεις να μη σε βαραίνει άλλο. Κι είναι μια ιδιαίτερη στιγμή που << Μονάχα τώρα που άρχισε για ‘μενα η ευτυχία συνήλθα >> αισθάνεσαι ότι όλο αυτό κατά κάποιο τρόπο είναι τόσο πολύ και τόσο αφράτο που δεν το αντέχεις, κατά μία έννοια δε σου αξίζει και μόνο τότε συνέρχεσαι τόσο που να εφευρίσκεις ενοχές και να βάζεις τρικλοποδιές στον εαυτό σου για να αποδείξεις πόσο ασταθής και φευγάτη είναι αυτή η ευτυχία. Σε ένα δεύτερο πλάνο, η μεταφράστρια κάνει λόγο για λανθάνουσα ομοφυλοφιλική σχέση. Μπορεί, δεν το ξέρω. Εκείνη έχει μελετήσει το Ντοστογιέφσκι, όχι εγώ. Το αντιπαρέρχομαι όμως γιατί ίσως επειδή είναι πιο κοντά του να βλέπει παντού τα μοτίβα του, ακόμα κι εκεί που δε φαίνονται να τηρούνται. Για ‘΄μενα οι αναλογίες και οι ποιότητες παραπέμπουν σε φιλικό έρωτα, εκείνο το είδος που οποιοσδήποτε ισχυρίζεται ότι είχε ένα κολλητό, το έχει ζήσει. Η έννοια του κολλητού, είναι μια μορφή έρωτα και ίσως είναι η μόνη περίπτωση έρωτα με τα λιγότερο εγωιστικά κίνητρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν εμπεριέχει τις ίδιες εκρήξεις ζήλιας με κάθε άλλη μορφή έρωτα, μόνο που προκαλούν πολύ μεγαλύτερες ενοχές κι αμηχανία, ακριβώς επειδή είμαστε όλοι κομπλεξάκια και πάσχουμε από κατά φαντασία ομοφοβίες ώστε μια αγκαλιά σε άνθρωπο του ίδιου φύλου να μας φαίνεται δυσκολότερη από ένα γλωσσόφιλο στη μπουκάλα. Τέλος, προσπαθεί να θίξει το θέμα της ισορροπίας, του πόσο εφικτή είναι η ύπαρξη σε έναν άνθρωπο δύο ερώτων, ακόμη κι αν ο ένας είναι ο φιλικός κι ο άλλος ερωτικός. Ξανά βέβαια έχουμε μια μορφή ονειροπόλου αποτραβηγμένου ανθρώπου που όμως τη στιγμή που αποκτά ένα φίλο σύρεται έξω απ’ το μικρόκοσμο του με αποτέλεσμα, όλα να του φαίνονται γιγαντιαία. 4
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ ΚΑΙ Ο ΣΥΖΥΓΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ: Στην αρχή νόμισα πως πράγματι ήταν μια θεατρικά δοσμένη κωμωδία σαν μια υπόθεση παρεξηγήσεων και μεγάλη πρωταγωνίστρια τη ζήλια. Η ζήλια όντως έχει αυτό το ρόλο. Ο στόχος όμως του συγγραφέα είναι εντελώς διαφορετικό και γι’ αυτό σαμποτάρει το είδος που επέλεξε να χρησιμοποιήσει, τραβώντας το απ’ τα μαλλιά και κάνοντας το κουραστικό. Μπορεί η ζήλια να έχει αφροδισιακές ιδιότητες ανάμεσα στους δύο, οποιαδήποτε άλλη στιγμή όμως προκαλεί απερίγραπτη δυστυχία, σου κλέβει τα μάτια και κάθε άλλη αίσθηση, μαζί με τη λογική. Παράλληλα, ο συγγραφέας για μια ακόμα φορά διακωμωδεί τους κληρονομημένους σεβασμούς που αγοράζονται ή αποτελούν προαγωγές κι όχι πραγματικές αξίες κι ίσως γι’ αυτό ο έχων ένα τέτοιο τίτλο, δείχνει και μεγαλύτερο ζήλο να τον υπερασπιστεί ακόμα και στις πιο αντίξοες κι ασήμαντες συνθήκες για κάτι τέτοιο. Δεν είναι αγαθό κερδισμένο, γι’ αυτό όχι δικό του, άρα σαν αντικείμενο, σαν τη σύζυγο που έχει και δεν έχει φοβάται μην του φύγει. 3
ΕΝΑΣ ΤΙΜΙΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ: Δεν είναι αφελές, είναι όμως πολύ ρομαντικό κι ανθρώπινο. Κι ας μη βάλω μια βαθμολογία, δε χάλασε ο κόσμος. Ωστόσο, αν πάρετε τη συλλογή να το διαβάσετε.
ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΕΛΑΤΟ ΚΙ Ο ΓΑΜΟΣ: Αν και απλά δοσμένη η ιστορία, αν και έξω απ’ την εποχή μας, είναι ατμοσφαιρική και έχει φινέτσα. Καταγγέλλει τη μεγαλομανία, την παραδοπιστία και αυτή την αμφίβολη φούσκα μέσα στην οποία προστατεύουμε την παιδική αθωότητα, την ίδια στιγμή που οι κανόνες ευπρέπειας ή ιεραρχίας των μεγάλων, επιβάλλουν μια ορισμένη τάξη βαθμίδων και στα παιδιά. 11 σελίδες είναι μια πολύ μικρή έκταση, στην οποία βέβαια ένας Μωπασάν κι ένας Τσβάϊχ θα ‘χαν χωρέσει ολόκληρη εγκυκλοπαίδεια, αλλά και πάλι ο 27χρονος νεαρός Ντοστογιέφσκι έχει τα μάτια του ανοιχτά στον κόσμο γύρω του, στους ανθρώπους που στενάζουν στη σκιά συστημάτων που έχουν ξεπεράσει τη χρησιμότητα τους και πλέον αποτελούν προβληματικά τελετουργικά, που μόνο πληγώνουν, σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να προχωρήσουν πέρα απ’ αυτά. Εδώ σε αντίθεση με τους λάτρεις του συγγραφέα που βλέπουν παντού μοτίβα, εγώ βλέπω μόνο την τεράστια λύπη του για την παιδούλα που δεν της αναγνωρίζουν το παιδί, ούτε και τον άνθρωπο. Δε βλέπω ούτε το φόβο για τη διαφορά ηλικίας, ούτε την εμμονή με την αποτυχία του γάμου. Μπορεί στα πλαίσια ενός μυθιστορήματος να ξεδιπλωνόταν κάτι τέτοιο, αλλά εδώ δεν υπάρχει. Εδώ τα πράγματα μπορεί να είναι σχηματικά, αλλά είναι απλούστερα και ξεκάθαρα. Μου άρεσε αυτό που διάβασα, ήταν φίνο. 3,5
ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ:
Ένα άλλο –ας το αποκαλέσω μυθιστόρημα για λόγους απλοποίησης – που παρότι χαιρετίστηκε και χαιρετίζεται συχνά επειδή ανήκει στα φτασμένα έργα του συγγραφέα, αλλά και το οποίο ωστόσο επίσης δε φαίνεται να έχει κάποια άκρη, μοιάζει εντελώς μόνο του, είναι το Υπόγειο. Εδώ θα κάνω μια παρένθεση για να σημειώσω ότι το Μόνος του Στρίντμπεργκ μοιάζει να συγγενεύει με το Υπόγειο, αλλά και με κάτι άλλο. Το κάτι άλλο είναι οι Λευκές Νύχτες. Και αυτή είναι η αδύναμη σύνδεση σε μια θεματική τους ανάμεσα στις Λευκές Νύχτες και το Υπόγειο. Και κάπου εδώ δημιουργείται κι ένας ιστός με τον άφαγο Ρασκόλνικοφ να περπατάει και με το Μίσκιν σε κάποιο παγκάκι.
Αλήθεια, έχετε πολλούς φίλους, ή λίγους; Πορεύεστε με βάση τους φίλους σας, ή έχετε και μέρες που βιώνετε στιγμές μοναχικότητας ( ας μη μπερδευόμαστε με δαιμονικές λέξεις όπως η μοναξιά που επιβάλλεται και δεν επιλέγεται ); Σας έχουν τύχει στιγμές που τα μάτια σας κι ο νους είναι ορθάνοιχτα και δε θέλετε ανθρώπους πολύ κοντά σας, γιατί γνωρίζετε όλο τον κόσμο. Βλέπετε, παρατηρείτε, αφουγκράζεστε τις συνήθειες, τις έξεις, τις κινήσεις των ανθρώπων γύρω σας, το ρυθμό που φαίνονται να κινούνται τα πράγματα, περιδιαβαίνετε σε γειτονιές και έχετε αγαπημένα σπίτια που τους μιλάτε, τα προσέχετε, τα χαιρετάτε σαν αγαπημένους φίλους στις βόλτες σας, στήνετε ιστορίες με το νου σας, ίσως και να σας φαντάζεστε σε ένα τέτοιο περιβάλλον;
Ξανά και εδώ ο λεγόμενος ονειροπόλος του Ντοστογιέφσκι. Η αλήθεια είναι πως δε μου αρέσει η λέξη, δεν αποδίδει την πραγματικότητα, αλλά μια παραλλαγή της ευκολοφόρετη. Στην πραγματικότητα είναι ο μοναχικός που παντού πάει με τον εαυτό του, εκεί που άλλοι ακούνε ακαταλαβίστικα μουρμουρητά απ’ τα μέσα τους, αυτός έχει ένα φίλο, έναν αδερφό, ένα δεύτερο νου, που στήνουν τις δικές τους κουβέντες, που προστατεύονται και ναι κάπου στο βάθος είναι πιο επιρρεπείς αυτοί οι άνθρωποι σε σενάρια ιδωμένα σε εσωτερική οθόνη που φαντάζουν ωραιότερα από ένα κόσμο που μοιάζει να γίνεται ανθρώπινος μόνο σε στιγμές χαλάρωσης, εν προκειμένω οι ξύλινοι άνθρωποι που αλλάζει το μούτρο τους και το ύφος τους μόλις πετάξουν τα ρούχα και τις σκοτούρες της δουλειάς και φορέσουν τον καλοκαιρινό άνθρωπο, τη φορεσιά του οικογενειάρχη που ετοιμάζεται να πάει διακοπές.
Εδώ έχουμε μια απ’ τις πρώτες απεικονίσεις του ‘’δειλού’’ ανθρώπου, που δεν έμαθε ποτέ να ζει σε συσχέτιση με τους άλλους κι είναι αδέξιος στην κοινωνική επαφή, μ’ αυτό που ονομάζουμε αδεξιότητα γιατί δεν ξέρουμε πώς να αποκαλέσουμε την ειλικρίνεια, την ανυπόκριτη διάθεση να ειπωθούν όλα όπως είναι, αυτή την άνευ ορίων ομιλητικότητα που είναι άμαθη στην κοινώς αποδεκτή ευπρέπεια και φωτίζει έτσι κάθετί που όλοι οι υπόλοιποι έχουμε μάθει να κάνουμε μεν, να μη συζητάμε δε, ως ευκόλως εννοούμενα κοινά μυστικά που όλοι τα κάνουν, αλλά κανείς δεν τα συζητά.
Κάπου – κάπου συναντώνται άνθρωποι ανώτερου ποιού, όργανα μελωδίας που επικοινωνούν με φράσεις που ολοκληρώνονται από δύο. Κι όταν χάνονται η ζωή γίνεται για καιρό μια κολασμένη σιωπή ή μια αναζήτηση δεκανικιών που μονίμως απογοητεύουν. Μόνο μαζί αντιλαμβάνονται την πρότερη ζωή ως δυστυχία και μόνοι γίνονται ευαίσθητοι σε κάθε χυδαιότητα των οργάνων ορχήστρας αναπολώντας ό,τι χάθηκε σε μια στιγμή. Γιατί ο μεγάλος υπαινιγμός του κειμένου είναι πως αυτοί οι άνθρωποι σπάνια καταλήγουν μαζί, ευτυχισμένοι. Θυσιάζουν αυτή την επικοινωνία και σύζευξη ψυχών για να μη τη χάσουν, κυνηγώντας χίμαιρες επειδή υπήρξαν ως σειρά προτεραιότητας, ή από τρόμο μη χάσουν τελετουργικές μοναχικές χαρές << σε κάποιες άλλες στιγμές μια τέτοια αγάπη φέρνει παγωνιά στην καρδιά και βαραίνει την ψυχή >> Συνήθως ο ένας κι ο άλλος μένει λειψός. Και τέλος, δεν υπάρχει τιμιότερος απ’ τον άνθρωπο που μίλησε στην ψυχή του ένας άλλος άνθρωπος μ’ αυτό τον άφυλο τρόπο της απόλυτης κατανόησης. Είναι ικανός ακόμη και τον εαυτό του να σαμποτάρει για να δώσει μια σπίθα χαράς στον άλλο, ακόμη κι αν τη βλέπει μάταιη.
Συγκεντρωμένες εννέα νουβέλες των νεανικών χρόνων του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, όλες τους έχουν γραφτεί από το 1846 έως το 1848 και έχουν πρώτο - δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά ρώσικα περιοδικά εκείνης της εποχής. Δεν φτάνουν την λογοτεχνική αξία των μετέπειτα αριστουργημάτων ( Αδελφοί Καραμάζοφ, Ο Ηλίθιος κλπ) αλλά διαθέτουν τις ίδιες ανησυχίες και είναι γραμμένες με το ίδιο γνωστό, πανέμορφο στυλ. Κάποιες από αυτές ξεχωρίζουν: ¨Η γυναίκα ενός άλλου και ο σύζυγος κάτω από το κρεβάτι¨ είναι μια απολαυστική κωμωδία που σατυρίζει την γυναικεία απιστία και την ανδρική ζηλοτυπία, επίκαιρο πάντα. Το ¨Ένας τίμιος κλέφτης¨ αναδεικνύει μέσα σε μόλις τριάντα σελίδες το πάθος του αλκοολισμού αλλά και την αγνότητα ενός δυστυχισμένου ανθρώπου που φτάνει στην αυτοκτονία γιατί δεν μπορεί να αντέξει τον ίδιο του τον εαυτό επειδή έκλεψε τον ευεργέτη του. Στο ¨Χριστουγεννιάτικο έλατο και ο γάμος¨ ο συγγραφέας μας δίνει ένα μεγάλο κατηγορώ της πλουτοκρατίας και τέλος στις ¨Λευκές νύχτες¨παρακολουθούμε την αγωνία του μοναχικού ανθρώπου να βρει επιτέλους ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα που θα τον συντροφεύει. Τελικά οι μεγάλοι συγγραφείς ξεχωρίζουν ακόμα και όταν γράφουν απλές επιστολές ή νεανικές νουβέλες.