Σεπτέμβρης του ’22. Χιλιάδες πρόσφυγες κατέφθασαν στην Σαλονίκη. Άνθρωποι εξουθενωμένοι, πεινασμένοι, βρόμικοι. Δυστυχία, πόνος, χείλη σφιγμένα, μάτια γεμάτα τρόμο και απόγνωση. Άνθρωποι που από την μια στιγμή στην άλλη έχασαν τα πάντα και τώρα ήταν έρμαια μιας άγνωστης μοίρας.
Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάνης, πραγματοποιείται η ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Βασικό κριτήριο για την ανταλλαγή αποτέλεσε η θρησκεία και όχι η εθνικότητα. Έτσι, μουσουλμάνοι που έμεναν χρόνια στην Ελλάδα, υποχρεώνονταν να εγκαταλείψουν τα σπίτια, το βιός, τον τόπο τους για να εγκατασταθούν στην θέση τους οι πρόσφυγες χριστιανοί που έμεναν στην Μικρά Ασία και οι μουσουλμάνοι θα πήγαιναν στα σπίτια των χριστιανών στην Τουρκία.
Σε ένα μουσουλμανικό χωριό της Μακεδονίας, το οποίο αργότερα οι κάτοικοί του ονόμασαν Βράχο, εγκαθίστανται οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, που μιλούν ελληνικά, τούρκικα, ποντιακά κι αρμενικά. Από εδώ και πέρα αυτός θα ήταν ο τόπος τους, αυτή η πατρίδα τους, από εκεί θα ξεκινούσε η νέα τους ζωή. Δειλά – δειλά αρχίζουν να οργανώνονται και γεμάτοι ελπίδα, πίστη και συλλογική δουλειά, καταφέρνουν να φτιάξουν την ετοιμόρροπη γέφυρα, να χτίσουν την χριστιανι��ή τους εκκλησία και το σχολείο.
Ανάμεσα στους πρόσφυγες είναι και η Αντριανή, ένα κορίτσι νέο, πανέμορφο, αλλά πεντάρφανο, αφού οι Τούρκοι είχαν σκοτώσει τους γονείς της, στην αυλή του σπιτιού τους, μπροστά στα έντρομα καταπράσινα μάτια της. Ευτυχώς, βρίσκει καταφύγιο, μια ανοιχτή αγκαλιά και πολλή αγάπη σε μια οικογένεια Ποντίων, η θεία Αννίτσα και ο θείος Μήτσος γίνονται για κείνη η οικογένειά της.
Η ζωή των κατοίκων του Βράχου είχε μπει σε μια σειρά και ο φτερωτός θεός έρωτας δεν άργησε να χτυπήσει με τα βέλη του και την καρδιά της Αντριανής. Η μοίρα την είχε τσακίσει, της είχε στερήσει τα πάντα, τώρα όμως της έδινε μια δεύτερη ευκαιρία στην αγάπη και την ευτυχία και εκείνη την άρπαξε. Αμοιβαία έλξη, έρωτας με την πρώτη ματιά. Λίγο καιρό αργότερα, ο γοητευτικός και ρωμαλέος Άρης και η Αντριανή θα ενωθούν με τα ιερά δεσμά του γάμου. Μόνο που η Αντριανή θα προκαλέσει τη μοίρα φορώντας στο γάμο της ένα μαύρο φόρεμα για νυφικό και εκείνη θα δεχτεί την πρόκληση…
«Η νύφη φορούσε μαύρα» είναι ένα υπέροχο και διδακτικό μυθιστόρημα, γεμάτο από αγωνία, συγκίνηση και ανατροπές, που δεν κουράζει καθόλου τον αναγνώστη, παρά τον μεγάλο όγκο του (636 σελίδες). Η συγγραφέας επικεντρώνεται στην ουσία και δεν μας «μπουκώνει» με άπειρες αναλύσεις και αναφορές σε ιστορικά γεγονότα. Καταπληκτική γραφή, αφήγηση που σε μαγεύει με τις πλούσιες, ολοζώντανες και παραστατικές περιγραφές. Νιώθεις, μυρίζεις, βλέπεις, αισθάνεσαι, γίνεσαι ένα με τους πρωταγωνιστές, βρίσκεσαι κάπου δίπλα τους και παρακολουθείς τις ζωές τους.
Μαθαίνεις για τα ήθη και τα έθιμα της εποχή εκείνης, τα οποία έπρεπε να ακολουθούνται κατά γράμμα. Αποφάσεις έπαιρναν οι γηραιότεροι στην οικογένεια, κουμάντο έκανε ο πατέρας, άσχετα αν ο γιος του ήταν παντρεμένος, αν είχε και αυτός παιδιά η εγγόνια. Η πεθερά έκανε κουμάντο στο σπιτικό και η νύφη ήταν ένα δουλικό, δίχως γνώμη ή αξία. Απλά έπρεπε να κάνει ό,τι υπαγόρευε η πεθερά, σωστό ή λάθος. Τα μάτια έπρεπε να είναι χαμηλά, το κεφάλι κάτω και το στόμα κλειστό.
Θαύμασα την Αντριανή, μια γυναίκα τόσο δυνατή και δυναμική για τα δεδομένα της εποχής. Η ζωή την αδίκησε, όμως εκείνη είχε το θάρρος να ορθώσει το ανάστημά της, να πάει κόντρα στα «πρέπει» της κλειστής και ανδροκρατούμενης κοινωνίας, να διεκδικήσει και να πάρει όσα δικαιωματικά της ανήκαν. Μπορεί η ευτυχία, για ακόμη μια φορά, να της είχε γυρίσει επιδεικτικά την πλάτη, εκείνη όμως ατσάλωσε την καρδιά της και έγινε λέαινα για το παιδί της. Όμως, η πίκρα, ο πόνος, η αδικία και ο εγωισμός της ήταν κακοί σύμβουλοι και την οδήγησαν σε λανθασμένες επιλογές και αποφάσεις, που επηρέασαν τη ζωή αθώων ανθρώπων…
Θερμά συγχαρητήρια στην συγγραφέα!! Συστήνεται ανεπιφύλακτα!!
10 / 10!!!