Cogito ergo sum, λέει ο Descartes. Rebel ergo sum διαφωνεί ο Καμύ. Επαναστατώ άρα ορίζω την ύπαρξη μου, καταστρέφω άρα ζω, σφυρηλατώ άρα δίνω πνοή στο αμάλγαμα που συντελεί το καλούπι μου, χαλυβδώνοντας το με έναν σκοπό. «Κάθε επανάσταση είναι μια επανάσταση απέναντι στη μοίρα μας. Όλες οι υπόλοιπες αφορμές είναι απλά προφάσεις και δικαιολογίες» συνεχίζει με την πένα ανελέητη στο χέρι του. Όντως, ο σκλάβος νιώθει το αίμα του να κοχλάζει στα μηλίγγια του, εξεγείρεται με ζέση απέναντι στην μοίρα του, στη μοίρα του σκλάβου, και ξαφνικά η δική του παρατημένη μοίρα που μέχρι πριν βρισκόταν στο έλεος του θεού, τώρα γίνεται ένα με τη μοίρα κάθε καταπιεσμένου, κάθε κάστας. Κάθε ξεχωριστή έπαλξη, κάθε μοναχικό μετερίζι, γίνονται πλέον γειτονικές πολεμίστρες του ίδιου κάστρου. Η επανάσταση που σιγόβραζε στον έναν σε μια μισοσβησμένη θράκα, με την ολότητα της εξέγερσης, γίνεται αγριεμένη φωτιά, εύφλεκτη και ανεξέλεγκτη σαν κηροζίνη, που καίει ολόκληρη τη γενιά της καταπίεσης. Οι επαναστάσεις για να πετύχουν, απαιτούν μια καθολικότητα. Αυτό ευελπιστεί να πετύχει και ο παραγκωνισμένος αντικομφορμιστής με την άρνηση του, να ξεφύγει από τον ρόλο του εγκαταλελειμμένου ντεσπεράντο, και να ανελιχθεί σε κάτι ανώτερο, σε μια παγκοσμιοποιημένη συνείδηση που τον εξυψώνει πάνω απ τον ανθρώπινη ευτέλεια, και τον κάνει μέρος μιας ιδέας. Όπως μας λέει και ο Καμύ, η εξέγερση έχει την τάση να προσβάλλει τα έθνη σαν μια «πανούκλα» (νύξη για το μυθιστόρημα τ��υ ‘η πανούκλα’). Από τη στιγμή που το πρώτο κορμί θα σηκωθεί ενάντια στο μαστίγιο, ο πρώτος σκλάβος θα απελευθερωθεί, και ο πρώτος αφέντης θα χάσει την ισχύ του. Το τίμημα του σκλάβου όμως μερικές φορές είναι πολύ δαπανηρό. Ο οβολός της χειραφέτησης είναι αμείλικτος και σχεδόν σε κάθε επανάσταση η ελευθερία μετριέται σε αίμα και θυσία. Εδώ έγκειται και το παράλογο του παρ όλα αυτά. Σαν σκλάβος λες ότι επαναστατείς γιατί θέλεις να ζήσεις. Θέλεις ως επί το πλείστον να ζήσεις μια ζωή καλύτερη από εκείνη που σε ταλαιπωρούσε μέχρι τώρα. Ωστόσο πληρώνεις τη�� ελευθερία σου με εκείνη τη ζωή που πριν από λίγο ζύγιζε το βάρος της σε ανάσες που σε έκαναν να λαχταράς την ύπαρξη. «Εκείνο που αποτελεί ένας εξαιρετικός λόγος για να ζήσεις, είναι και ένας εξαίσιος λόγος για να πεθάνεις». Όμως τι έρχεται μετά την επανάσταση; Τι είναι εκείνο που μας κάνει να απαιτούμε την αλλαγή; Ο Χέγκελ και ο Νίτσε, εριστικοί και ρωμαλέοι ιδεαλιστές, δίχως δεύτερη σκέψη, με την αρρενωπή φωνή του πολέμου απαντούν: «Η θέληση για δύναμη!». Η επιβίωση, η ύπαρξη, κάθε τι που κάνεις κάθε στιγμή που περνάει είναι ένα μέσο ενός σκοπού που οδηγεί σε κάτι απώτερο, στην εξουσία. Όταν φτιάξαμε τις πρώτες αγελαίες κοινωνίες, πασχίσαμε να επικρατήσουμε επί των φυσικών φαινομένων και της βίαιης φύσης, πασχίσαμε να κρατηθούμε με νύχια και με δόντια ζωντανοί, γιατί έτσι μας υποδείκνυε το ένστικτο της εξουσίας και της δύναμης. Όταν πλάσαμε τον θεό μας, και ορίσαμε τον εκλεκτό του μεσάζοντα για να μας μεταφέρει το ουράνιο του διάψαλμα μέσω του πολιτεύματος και της ηθικής, επαναστατήσαμε ενάντια στην απολυταρχία και τον ζωώδη νατουραλιστικό μας βίο που εμπόδιζε την εξέλιξη και το ευ ζην, και κατά κύριο λόγο επαναστατήσαμε απέναντι στον Θάνατο. Στην συνέχεια όταν ο σαν λαός είχαμε απηυδήσει από την αυθαιρεσία του θεόσταλτου βασιλιά που είχε σφετεριστεί τη θεία χάρη για το δικό του συμφέρον, έπρεπε να επαναστατήσουμε ξανά. Ο βασιλιάς έπρεπε να πεθάνει και νέοι νόμοι έπρεπε να γεννηθούν. Σύραμε τον μονάρχη έξω από τα φανταχτερά του κάστρα και τον οδηγήσαμε στην γκιλοτίνα, ενώ ο θεός περίμενε τη σειρά του κλειδωμένος στο μπουντρούμι. Ο βασιλιάς πέθανε, η ώρα του θεού ήρθε. Ναι. Η επανάσταση ξεπέρασε τα όρια, σκότωσε τον θεό, επέτρεψε τον φόνο, έγδαρε έκαψε είπε ψέματα και ρήμαξε, ενάντια σε όλα όσα στηλίτευε, για να γεννηθεί ένα νέο πολίτευμα. Η έτσι πιστεύαμε…. Τελικά μετά τον θάνατο του θεού το τίμημα ήταν ανυπολόγιστο. Ο απολυταρχικός αμοραλισμός, έπεσε ασήκωτος στα στήθια του ανθρώπου και ο ορθολογισμός εξώθησε την τετράγωνη λογική μας στην παράνοια, κατακρημνισμένη στα βάθη της επαγωγικής σκέψης. Τη θέση του θεού πήρε η λογική, και αναπόφευκτα, σχεδόν μοιραία, τη θέση της λογικής πήρε ο μηδενισμός. Τη κατάληξη αυτή μας βοηθάει να καταλάβουμε ο Ντοστογιέφσκι. Στο έργο του, «Οι Αδερφοί Καραμάζωφ» δίνεται ένα εξαιρετικό παράδειγμα της μηδενιστικής κατάληξης. Ο άθεος Ιβάν Καραμάζωφ, κραδαίνοντας πάντα τον τίτλο του χειραφετημένου απ τον θεό του σαν λάβαρο, ξαφνικά νιώθει για πρώτη φορά τη φρίκη της λογικής και σχεδόν τρελαίνεται. «Αν υπάρχει θεός τότε πως γίνεται να επιτρέπει τον θάνατο των παιδιών;» διερωτάται. Ο θάνατος των παιδιών του ήταν αδιανόητος. Ο δρόμος της λογικής που είχε διαλέξει δε χωρούσε καμία τροχοπέδη. Η αλήθεια έστεκε γυμνή μπροστά του δείχνοντας του το χειρότερο της πρόσωπο. «Άρα δε γίνεται να υπάρχει θεός, ή αν υπάρχει τότε είναι φονιάς, αφού μας δίνει ζωή σε ένα σύμπαν που υπάρχουμε μόνο για να γίνουμε σπορά στα χωράφια του θανάτου. Και αφού ο θάνατος επιτρέπεται από τον εδραιωτή της ηθικής…. Τότε όλα επιτρέπονται!» Πράγματι. Αν δεν υπάρχει θεός τότε δεν υπάρχει αρετή, και αν δεν υπάρχει αρετή τότε όλα είναι επιτρεπτά. Η κόλαση είναι ανοιχτή και μας περιμένει. Μας λέει ο ηδυπαθής Μαρκήσιος Ντε Σαντ. Είναι αλήθεια πως απ τη στιγμή που αποφασίζεις να ξεκινήσεις την επανάσταση, μπαίνεις σε έναν δρόμο που διακατέχεται από το δόγμα και το πάθος. Τα βράχια της ακρότητας πλησιάζουν όλο και πιο κοντά στο καράβι της επανάστασης από τη στιγμή που οι φλογερές καρδίες παίρνουν το πηδάλιο στα χέρια τους. Η καταστροφή, και ο θάνατος σε κάθε επανάσταση ήταν αναπόφευκτα. Από την τσαρική Ρωσία του 19ου αιώνα και τον έφηβο μηδενιστή Σεργκέι Νετσάγιεφ που στο όνομα της επανάστασης πέρασε προς τις όχθες του θανάτου, μέχρι τον σοσιαλισμό και τον Λένιν που στο όνομα της ουτοπίας που υποσχέθηκε ο Μαρξ κατέστρεψε και υιοθέτησε όλα εκείνα τα μέσα που έταξε πως θα αποβάλλονταν από τον νέο κόσμο, τα παραδείγματα της επαναστατημένης παρανόησης είναι αναρίθμητα. Και το κυρίαρχο παράδειγμα της καταστροφικότατης του μηδενισμού δεν ήταν άλλο από τα Ράιχ και τον φασισμό. Ο Γερμανικός ναζισμός ήταν ένας αδίστακτος δυναμισμός λιμοκτονημένος και εξαθλιωμένος, που έδωσε το καλύτερο έδαφος για την ωρίμανση της μηδενιστικής αυτοκαταστροφικότητας. Το μότο του ναζισμού ήταν το όλα η τίποτα. Και τελικά κατέληξε να θυσιάσει ένα ελπιδοφόρο «όλα» για ένα αδιανόητο «τίποτα». Αυτό που ζητάει ο επαναστάτης στον κόσμο είναι μια ολότητα. Είναι η άρση της απομόνωσης που ασπάζεται την συντροφικότητα και την αποδοχή. Είμαστε διαφορετικοί απ τα ζώα επειδή η ανθρώπινη συνείδηση μας αναγνωρίζεται και από την συνείδηση του περίγυρου μας. Η συνείδηση είναι η αποδοχή και η καθολικότητα. Η επαναστατημένη απομόνωση οδηγεί σε φρικαλεότητες. Στα τελευταία κεφάλαια του επαναστατημένου ανθρώπου, ο Καμύ, βρίθει από συναισθηματισμό, φωνάζει για ζωή και καλεί τον αναγνώστη, τον μηδενιστή, τον επαναστάτη, τον δογματικό, τον μεταρρυθμιστή, τον ουτοπιστή να δεσμεύσει τους όρκους τους και τις υποσχέσεις του μονάχα στη ζωή και σε καμιά ιδέα. Η επανάσταση είναι ζωτική, αλλά δε πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε τα όρια που μας διαχωρίζουν από την φύση. Η αποδοχή και η πίστη ήταν και θα είναι πάντα τα δυνατότερα κίνητρα αυτής της πραγματικότητας.