«Εκείνο το καλοκαίρι ο πόλεμος είχε πραγματικά αρχίσει στην Ευρώπη - πλην εμείς, στην ελληνική επαρχία της εποχής, εξακολουθούσαμε αμέριμνοι τον βίο μας, δεδομένου ότι (όπως πίστευαν οι μεγάλοι) το γεγονός δεν μας αφορούσε. Στο χτήμα μας, έξω από τον Πύργο, παίζαμε με τον αδελφό μου μέχρις εξαντλήσεως, εφευρίσκοντας συνεχώς αυτοσχέδια κατορθώματα, ενώ εγώ (ως μεγαλύτερος) σκαρφάλωνα κάθε τόσο στις αχλαδιές, τις συκιές και τις βερικοκιές, κουβαλώντας ώριμα φρούτα και κυνηγώντας τα μεγάλα τζιτζίκια, που μας ξετρέλαιναν με το τραγούδι τους...»
Πλασμώδιο falciparum Η δεκαοχτούρα Πρωτοχρονιά! Λιούμπιτελ 2 Το άροτρο Αντιπαροχή Ο θησαυρός των Αηδονιών Παιδαριώδεις ιστορίες Τα γαϊδούρια Ο χοίρος Το σκυλί Το μουλάρι Ο τράγος
Είναι το δεύτερο βιβλίο του συγκεκριμένου συγγραφέα, που διαβάζω και σε αντίθεση με το πρώτο, δεν υπάρχει πλέον αυτό το στοιχείο της έκπληξης και του καινούργιου για αυτό και τα 4 αντί για τα 5 αστεράκια. Στο σύνηθες μοτίβο: μικρές περιγραφές μιας συνηθισμένης και εν πολλοίς βαρετής καθημερινότητας, που κατορθώνει να την ξεχωρίσει και να την φωτίσει σε αντίθεση με τους περισσότερους από εμάς, που την αφήνουμε "απλώς" να περάσει. Για εμάς και -οπωσδήποτε για τους νεώτερους, που δε έζησαν αυτές τις εποχές, ούτε καν με την μορφή αφήγησης- οι ιστορίες είναι σχεδόν εξωτικές.
«επιστρέφοντας στην αθήνα, σταματάμε για λίγο στο αίγιο. ο σινόπουλος, με δύο κενές νταμιτζάνες, σπεύδει προς αναζήτησιν του μοναδικού εκείνου κρασιού, με το οποίο ευωχούσε τους φίλους στα αξέχαστα δείπνα που παρέθετε. η γυναίκα του, η μαρία, πηγαίνει στο πατρικό της, από όπου θα παραλάβει (κοντά στα άλλα) το ταψί με τους μπακλαβάδες της μητέρας της: μέσα στο ελάχιστα γλυκό (και σχεδόν ανύπαρκτο) σιρόπι, τα πικραμύγδαλα της τραγανής γέμισης δημιουργούσαν μια παράξενη ευφορία.»
Καταπληκτικά ηθογραφικά διηγηματάκια που αναφέρονται σε ιστορίες περασμένου αιώνα. Η φύση με τη σκληρότητα και την τρυφερότητά της, την οποία σφιχταγκαλιάζει εδώ ο ΗΧΠ, δύσκολα γίνεται πια αντιληπτή από τον κόσμο των μεγαλουπόλεων, ειδικά λόγω του εξευγενισμού και της παγκοσμιοποίησης που έχει καλύψει ακόμα και την πλειοψηφία των επαρχιακών κέντρων.
"Στη φωτογραφία, δίπλα σε μια γκιόλα με ακύμαντα, θολά νερά οπου καθρεφτίζεται το είδωλό της, μια μοναχική γυναίκα, με λευκό τσεμπέρι και σταυρωμένα χέρια, μοιάζει να ανήκει στα επείκεινα"
"Όταν ένιωθα χαμένος, μηδαμινός και αποσυναγωγός ως νέος (διηγούνταν ο Πεντζίκης) πήγαινα στο Μωρηά και επισκεπτόμουν τα νεκροταφεία των πόλεων. Καταλάβαινα, τότε, ότι εδώ υφίσταται μια οργανωμένη κοινωνία, κάποια τάξη, όπου ο καθένας έχει τη θέση του..."