Λίγο πριν ξεσπάσει ο Β’Π.Π., μια επαρχιακή πόλη μεθά με τον ερχομό ενός θεατρικού θιάσου, που φιλοδοξεί να συγκινήσει την ελληνική ύπαιθρο με έργα του Σαίξπηρ. Ο Πατατζής δημιουργεί ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό χαρακτήρων, μας παραθέτει επεισόδια της καθημερινότητας και στη συνέχεια με έναν εξαιρετικά περίτεχνο τρόπο, μας περιγράφει την αλλαγή που έχει επέλθει στη ζωή του καθενός ξεχωριστά. Στο εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης που διάβασα, χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι «οι άνθρωποι που ζούσαν την κάθε μέρα ηττημένοι… αίφνης αρχίζουν να επικοινωνούν με τις βαθύτερες ανάγκες τους, να επικοινωνούν δηλαδή με τον αποξεχασμένο εαυτό τους». Η «μικρή μας πολιτεία», όπως συχνά την αναφέρει ο συγγραφέας, μοιάζει να αιωρείται για λίγο πάνω από την πραγματικότητα της μεταξικής δικτατορίας, και για όσο διάστημα ο θίασος παραμένει εκεί κάθε δραστηριότητα υποκινείται από τον ίδιο τον έρωτα, σαν μεθυσμένη.Όλοι, οι άνδρες όλων των ηλικιών, φαίνεται να έλκονται μυστηριωδώς από τη νεαρή πρωταγωνίστρια, τη Ρένα. Ο θίασος (και ειδικά η Ρένα) φαίνεται να επιδρά σε ολόκληρη την κοινωνία του χωριού.
Οι ήρωες είναι φαινομενικά απλοϊκοί, όμως η γραφή του Πατατζή είναι εξαιρετικά διεισδυτική. Η συμπεριφορά καθενός από τους ήρωες της Μεθυσμένης πολιτείας μας δίνεται με έντονη ενσυναίσθηση και χιούμορ, οι μορφές με παραστατικότητα και τα συναισθήματα με ένα τρόπο που εξισώνει το συγγραφέα με τον απλό κόσμο και όχι με το ρόλο ενός αποστασιοποιημένου παρατηρητή, και συχνά, κριτή.
Όλα τα μέλη της μικρής αυτής κοινωνίας, για όσο διάστημα μένει ο θίασος στο χωριό, βγαίνουν για λίγο από τη ρουτίνα της καθημερινότητάς τους και σαν μαγεμένοι αφήνουν να παρασυρθούν έστω και για λίγο στο παράνομο, στο εφήμερο, στο φαντασιακό. Όλοι παρασύρονται σ’ έναν αισθησιακό, όχι όμως χυδαίο, λήθαργο. Σαν να συνειδητοποιούν την επομένη (στο τέλος του βιβλίου) ότι Όνειρο ήταν (όπως λέει ο γυμνασιάρχης) και τώρα πάει.